Author Archives: Το κόσκινο
Εύη Χρόνη, Δύο ποιήματα
-0-
ΟΙ ΟΡΚΟΙ
όταν τα αγκάθια στα πόδια μου κοιμούνται εγω γλιστράω και πάω να βρω νερό
η απόσταση συνήθως είναι πάντα μεγάλη και η τοποθεσία αμφίβολη
κι όταν με τσακίζει η κούραση σκέφτομαι εσένα και μου σκίζεις ένα χαμόγελο ευθεία στη μούρη
επαναλαμβάνω τους όρκους μου
να γλιστράς
να φλέγεσαι
να σκίζεις τον πάγο
στους μηρούς έχω μέλι να γλείφουν τα σκυλιά
η θλίψη μου γυαλίζει στον ήλιο
ακονίζει τα μαχαίρια της κουζίνας
σκαρώνει μυρμηγκοφωλιές κι εγώ τραμπαλίζομαι
πέφτω
χτυπώ
πέτα χέρια πόδια κύματα
γίναμε μπόρα
*
-7-
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΝΕΙ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
πώς ξεχνάμε;
πώς μπορούμε να ξεχάσουμε άμα θέλουμε;
ρώτησε το μικρό κορίτσι που δεν είχε τίποτα να ξεχάσει στον κόσμο γιατί δεν είχε χάσει ακόμα ούτε ένα από τα δόντια της ούτε το σκυλάκι της είχε προλάβει να πεθάνει
ούτε τίποτε
και επειδή δεν ήξεραν τι να της απαντήσουν της είπαν
κοίτα
δες τι όμορφα που δύει ο ήλιος
κάνει βουτιά στη θάλασσα
κι εκείνη γέλασε
και ζήτησε να φάει παγωτό βανίλια
και καθώς κοιτούσε τη θάλασσα να γεννάει απέραντο
την έπιασε θλίψη και ξέχασε το παγωτό
*Από τη συλλογή “Μήτρα”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.
Σωτήρης Παστάκας, Δύο ποιήματα
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟ ΔΩΡΟ
Αυτό το καραφάκι το έφερε ο Κώστας
από την άλλη άκρη της πόλης. Μέρα
με βροχή και το κρατούσε σφιχτά πάνω του,
μέσα από το σακάκι και πήρε ταξί τελικά,
μην τον σκουντήσουν και το σπάσει.
Μιας απαράμιλλης φιλίας το κοινότατο
τέλος, θα υπενθύμιζε αργότερα·
αν και δεν το υποψιαζόταν κανείς,
ούτε κι αυτός ο ίδιος υποθέτω,
όταν στάθηκε στο κεφαλόσκαλο κι αποχαιρέτησε,
με ένα κομματάκι ζιλοτέιπ από το πρόχειρο
περιτύλιγμα, μεταξύ μέσου και παράμεσου
στο αριστερό του χέρι.
*
ΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
Οι άλλοι κιόλας ψάχνονται, σακάκι
και παλτό, πακέτο με τσιγάρα,
διότι στην οθόνη πια προβάλλεται
η ανθρωπιά του φιλμ: επίθετα
κι ονόματα λευκά ντυμένα ενάντια
στο μαύρο που τα πνίγει, στρατιωτάκια
όμορφα σε άψογη παράταξη το ένα
με το άλλο, γενναία παρελαύνουν.
Όρθιος κι εγώ σε στάση προσοχής
απονέμω τιμές σε όλους αυτούς
τους επώνυμους που ανώνυμοι θα πέσουν.
Ποιος να θυμάται άραγε σε καναδυό
ωρίτσες την’Ελσα και τον Θόδωρο,
τη Γιάννα και τον’Εντσο;
*Από το βιβλίο “Η μάθηση της αναπνοής … σε τρεις κινήσεις”, Εκδόσεις Μελάνι, 2006.
Θωμάς Γκόρπας, Απόφοιτοι γυμνασίου

Μνήμη Γιώργη Ζάρκου
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τα’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.
Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.
Τέος Σαλαπασίδης, Δύο ποιήματα
Παιδικό τραίνο
Δεν είναι τόσο δύσκολο όσο έδειξε.
Ζεις, πεθαίνεις: Έχεις μια στιγμή.
Ο καθένας είναι μια στιγμή κι όλα τ’ άλλα είναι νύκτα.
Κι όταν έρθει το τέλος ανάβεις τσιγάρο (προς θεού! όχι γράμματα).
Αν όμως φοβάσαι διά την πολύτιμον υγείαν σου
Φεύγεις
Και υγείαν έχεις
Υγείαν ποθών και δια ημάς. (Ταύτα
και γράμματα γνωρίζω…) Τι κακό!
Έτυχε όλοι να είσθε εγγράμματοι.
*
Έπειτα πέρασαν όλα.
Έπειτα τα ξεπούλησε όλα στη Γερμανία.
Υπάρχουν ακόμα δυο ή τρεις που τον θυμούνται.
Είναι οι επαγγελματίες της μνήμης και των άλλων συναναστροφών.
Σας έλεγα: προσοχή!
(Είναι αλήθεια πως είπα να προσέχετε και μένα τον ίδιο)
Το σπίτι του είναι ταριχευμένο -προσοχή!
Έπειτα πέρασαν όλα
Ο Έρωτας τον κυνήγησε ακριβώς
Με ύφος αστυφύλακος που κυνηγά μικροπωλητές
Εσείς όμως κάνατε καριέρα τότε δεν αντιληφθήκατε τίποτε.
Τζίμης Ευθυμίου, Δύο ποιήματα
ΠΩΣ ΗΧΟΥΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Θαυμάζω
δυσκολεύομαι να το πιστέψω
πώς γίνεται
μόλις ηχήσει από το στόμα μου
και το πιο άκυρο
πιο λάθος
πιο ζαβό
αμέσως πως γίνεται
σωστό
*
Η ΤΡΙΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ
“Peace brothers!”, είπε
“ας τα ξεχάσουμε καλύτερα
κάτι μου κάνατε…
κάτι σας έκανα…
παρεξηγήσεις τώρα…”
Κι έτσι έγινε η τρίτη η καλύτερη,
η τελική
Παρουσία.
*Από το βιβλιαράκι “τί αγνοεί ο ποιητής”, Εκδόσεις Φαρφουλάς.
Χ.Π. Σοφίας, Πέταγμα
Το πέταγμα σε μια στιγμή
Ενός τοξότη με ανεμώνες
Σε αόρατων ιππέων
Οι σπόνδυλοι της ηχούς
Οι αμμουδιές οι λησμονημένες
Από τα βρεγμένα χείλη της ποίησης
Τα ακατανόητα πουλιά
Παιγμένα στα ζάρια του παρισινού καφενείου
Μιας γυναικός το βύθισμα
Στο λυρικό κύμα του προφήτη
Ουράνια έκταση μελλούμενη προσφορά
Των ντόπιων εικόνων η μέθη
*Από εδώ: https://elikonia-xpsofias.blogspot.com/2020/07/blog-post.html
Κώστας Ρεούσης, Δύο ποιήματα
ΑΙΜΑ ΥΠΕΡΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ
Ινχηλατώντας
Μόνος
Το βάδισμα
Από τη
Γης
Στη μήτρα
Να κυοφορήσω
Δρασκελίζοντας
Πιστός
Το πέταγμα
Από το
Γαλαξιακό
Στο σπέρμα
Να γεννήσω
Ναρκοθετώντας
Ορκισμένος
Το υποβρύχιο
Από τη
Θάλασσα
Στην κολυμβήθρα
Να βαφτίσω
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΠΡΩΤΟΜΗΝΙΑ
Πέντε πράσινες πιπεριές
Κοιμούνται στο ψυγείο
Στ’ όνειρο
Κυκλοφορούν
Πορτοκάλια
Τα πουλιά
Τρυγούν τα σύκα
Απέναντι
Ιπτάμενη επάρκεια
Συνδαυλίζει το φρικτό
*Από την ενότητα “Ξεκούρδιστος λυγμός” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “εν καμίνω (τέσσερις συνένοχοι)”, δηλαδή με τους Κώστα Ρεούση, Μπάμπη Λάσκαρη, Larry Cool και Παναγιώτη Θανασούλη, από τις εκδόσεις Τυφλόμυγα, Αθήνα 2019.
Γκλόρια Γκέρβιτς, Από τις “Μεταναστεύσεις. Ποίημα 1976-2020”
“[…]
και η μητέρα μου φοβάται περισσότερο από μένα
και είναι πιο ορφανή από μένα
κι εγώ κουβαλάω τον φόβο της
και κάνω ό,τι μου ζητήσει
και γίνομαι ό,τι μου ζητήσει
και οι απαγορεύσεις ισχύουν
και οι τιμωρίες ισχύουν
και είναι εκεί που κατοικώ
εκεί βρίσκω καταφύγιο
εκεί βρίσκω γαλήνη
εκεί σ’ εκείνο το κενό σ’ εκείνη τη στέρηση
σ’ εκείνη την τρύπα εκεί
*
και ανθίζουν ρόδα
ρόδα σαν αρτηρίες
ρόδα που ματώνουν
έχω λαβωθεί μαμά
εσύ με λάβωσες μαμά
εσύ με λεηλάτησες μαμά
εσύ με κατέστρεψες μαμά
άσε με να φύγω από σένα
άσε με να φύγω
*
και από ποια μητέρα δραπετεύω;
και ποια μητέρα δραπετεύει από μένα;
ευτυχισμένος είναι εκείνος που δραπετεύει απ’ τη μητέρα του
είπε ο Λεζάμα Λίμα
κι εγώ από ποιον δραπετεύω αν κουβαλάω μέσα μου τη μήτρα
από ποιον αν δεν μπορώ να φύγω απ’ αυτή τη μήτρα
δεν μπορώ να φύγω κι η μητέρα μου
είναι ψυχρή και είναι τελειωμένη
κι εγώ εκεί πεινασμένη για την πείνα της
εκεί μέσα σ’ εκείνη τη μητέρα που είχα
εκεί μέσα σ’ εκείνη τη μητέρα που μ’ έπλασε
καταβροχθίζουμε η μία την άλλη
και δεν χορταίνουμε
και η μητέρα επίσης είμαι εγώ
[…]”
*“Μεταναστεύσεις. Ποίημα 1976-2020”, Εκδόσεις BookLab. Μετάφραση: Λούνα Σιμάτου.
Αικατερίνη Τεμπέλη, Λες;…
Λες να ’φταναν
λίγες σταγόνες κίτρινου
απ’ το χρωστήρα του Van Gogh,
δύο-τρία ψήγματα χρυσού
κλεμμένα απ’ τον Klimt
για να συνθέσουν τα κονσέρτα τους
οι γαλαξίες;
Τη μελωδία της χαράς
στο πάρτι με τους
άστατους κομήτες;
Κι ο θείος Einstein
τη γλώσσα βγάζοντάς μας πάντα
θα ’παιζε
με το Μικρό τον Πρίγκιπα
κάτω απ’ το τριαντάφυλλό του…
Λες να ’φταναν
να ζαλιστεί τ’ άστρο του Τσε
τρεκλίζοντας να πέσει
απ’ το μαύρο σκούφο του
για να προσγειωθεί
στ’ ακόρντα του “Imagine”;
Κι ο Lennon θα ’γραφε
ένα βαλς
“Της νοσοκόμας και του ναύτη”
που το αιώνιο φιλί τους
μας στοιχειώνει,
ξέρεις…
Ουράνια τόξα
θα εκτόξευε
το “Enola Gay”
ζαχαρωτά και σοκολάτες
στο διηνεκές.
Και τα παιδιά
δεν θα ’τρέχαν γυμνά
ουρλιάζοντας
για να ξεφύγουν απ’ τον όλεθρο.
Ο γύπας
δεν θα παραφύλαγε στη γη
πότε θα πέσει απ’ την πείνα
το κορμάκι…
Η Scheherazade θα διηγούνταν
ιστορίες πάντα
κι ο Armstrong
θα μας έγνεφε απ’ το φεγγάρι…
Λες να ’φταναν λίγες σταγόνες κίτρινου;
*Το ποίημα γράφτηκε για το Φεστιβάλ Ουτοπία που διοργάνωσε η φωτογραφική ομάδα «Διάφραγμα 26» στο Θέατρο «Εμπρός» από τις 2 ως τις 4 Φεβρουαρίου 2018. Εδώ το αναδημοσιεύουμε από εδώ: https://ennepe-moussa.gr









