Βίκυ Λιούκα, Προσληφθείς χρόνος

Reuben Mednikoff, The Flying Pig (1936)

Ζωή σε φέτες: ‘’Πού πήγαν τα χρόνια μου; μήπως κρύφτηκαν κάτω από το τραπέζι της κουζίνας σαν μικρά φοβισμένα παιδιά που τρέμουν στην ιδέα πως κάποιος θα αγγίξει τα αμόλυντα όνειρά τους;’’ αναρωτιούνται οι στοχαστές της ύλης
Εικόνες από το παρελθόν βαμμένες στα χρώματα του παρόντος
Μεγαλώνοντας προσθέτουμε ή αφαιρούμε χρώματα (χωρίς τη συγκατάθεση κανενός)

Υπνωτική διχάλα
Μπαρκάρουμε τις
ώρες του τοξοβόλου

Εποχές μεταναστεύουν σε μέρη τροπικά
Άνθρωποι με κρίση ταυτότητας
Ο ήλιος χτενίζει τα μουστάκια του και ξεκινά ευδιάθετος τη μέρα του
Αγκαλιάσαμε το ψυχρό κορμί της νύχτας
Ούτε απόψε θα κοιμηθούμε: άγρυπνοι θα υπομείνουμε την ανοδική πορεία του πυρετού μας
Σε πόσες λέξεις να χωρέσεις την αλήθεια;
Με πόσες παρομοιώσεις να αντισταθείς στον πανικό του όχλου;
Μύρισε κάτι από καλοκαίρι
Τσιμεντωμένες αφίξεις κυμάτων
Προσομοιωτές
Πλάσματα από άλλη τροχιά ξαπλώνουν τις νύχτες στο δρόμο (ο ύπνος θα τους βρει εξαντλημένους από το βάρος του κόσμου. Παραδομένοι στο πουθενά ονειρεύονται την άνοιξη: ίσως κι ένα σπίτι με θέα στη θάλασσα)

Άλλη μια μέρα
τροχίζουν τα δόντια τους
Γεύμα για λίγους

Οι δρόμοι σε ανοικτή ακρόαση

Το σιδέρωμα είναι ένας καλός τρόπος να ξοδεύεις αναίμακτα τις σκέψεις σου: γλιστράει το σίδερο στο τσαλακωμένο ρούχο βρυχάται ο ατμός διαλύεται η ανάγκη να τρυπώσεις κρυφά στις πιο απομακρυσμένες σκέψεις σου τακτοποιείς προσωρινά τις εκκρεμότητες που δεν θα υπήρχαν εάν καταλάβαινες πως δεν υπάρχουν παρά μόνο στο θολό καθρέφτη με το περιλαίμιο σκύλου
Μην τυραννάτε τα ζώα, αγαπήστε τα
Μην πανικοβάλλεστε με τη ζωή: όλοι θα πεθάνουμε

Άδεια δοχεία
Σταθμοί. Δρομολόγια
Αγκάθια. Ζώνες

Μηδενισμός συναισθημάτων
Αποκάλυψη
Ομιλίες χελιδονιών
Θεσμοί και άλλα εγκλήματα
10+1 τρόποι να μάθετε να μιλάτε ξένες γλώσσες μέσα σε ένα βράδυ
Πώς να μην πέσετε στην παγίδα του «ποτέ δεν είναι αργά»
Πίσω από κάθε θεσμό κρύβονται τα μεγαλύτερα εγκλήματα
Η απάθεια καταστρέφει τα νευρικά μας κύτταρα
Δώστε στους ανθρώπους το τίποτα για να τα έχουν όλα
Οι πόλεις ανήκουν στα τσιμέντα τους
Κάθε πρωί ένα παιδί βάζει τα κλάματα φωνάζοντας τη μητέρα του
Εφιάλτες μας κρατούν συντροφιά τις ώρες αιχμής
Επιτραπέζιος οίνος
Επιτραπέζια παιχνίδια επί τάπητος
Το πουλόβερ της ρουτίνας
Η καραντίνα ήταν εδώ πολύ πριν εδραιωθεί
Ιδροκοπούν τα μέσα μας και βγαίνουν στη φόρα
Κόβουν βόλτες τα μερεμέτια
Γράψτε διαβάστε μιλήστε δείτε ταινίες και ελάτε σε μια βδομάδα να μας πείτε τι είναι ο κάβουρας και τι είναι το ζουμί του
Ανταλλακτήριο ιδεών
‘’Μην πατάς μόλις σφουγγάρισα μην ρίχνεις ψίχουλα μην λερώσεις τα ρούχα σου μην τρως μέσα στο αυτοκίνητο καθάρισε τα πάντα καθάρισε καθάρισε τίποτα να μη λερωθεί να μην σκονιστεί η υπόληψη της οικογένειας κρύψου κρύψε τα συναισθήματά σου θα σε φάνε πού πας πάλι εδώ θα γυρίσεις (από πού κλείνει αυτός ο διαπεραστικός εκνευριστικός ήχος;)
Λιωμένες φιγούρες από το πήγαινε έλα
Μπροστά από μια οθόνη φυλλοροούν εκ τους ασφαλούς
Συνθήκες: η εξουσία της απολιθωμένης μνήμης
Σε κανονικές συνθήκες η στρεβλή πραγματικότητα θα αποκολληθεί από το λαιμό μας σαν κόκκαλο που μας στάθηκε και θα αναπνεύσουμε τη μυρωδιά της πατημένης χλόης (είναι τόσο ανθυγιεινό να αναπνέεις μονίμως τη σαπίλα και τη σκατίλα)
Στραπατσάρουμε τα μούτρα μας με την εικονική πραγματικότητα
Πρακτική εξάσκηση στο στομάχι του κτήνους
Συστημικοί ήρωες
Εικονίσματα στα προσκέφαλα
Οχλοβοή και μυρωδιά καμένου κρέατος
Κανένα δέντρο δεν κοιτάζει ευθεία
Θυμάσαι πώς μου ψαλίδιζες τα φτερά κάθε φορά που περίμενα να με βοηθήσεις να πετάξω;
Περνάμε απέναντι (μη φοβηθείς)
Φτάνει με τους αριθμούς ειλικρινά βαρέθηκα κι εσάς και τους αριθμούς σας τους τζίρους των μαγαζιών σας τα ποσοστά τα λαδώματα τα διπλά βιβλία τα μπλε και κόκκινα στυλό (γράφουμε με μπλε διορθώνουμε με κόκκινο) τις σημειώσεις τις απογραφές στα σαπούνια και στα τσιμπιδάκια τους ισολογισμούς ό,τι τέλος πάντων έχει να κάνει με ανυπεράσπιστα αντικείμενα που για κακή τους τύχη βρέθηκαν στα σαλόνια και στις αποθήκες σας
Το κεφάλι προσπαθεί να αποσπαστεί από το υπόλοιπο σώμα τρέχει μακριά από ιερόσυλους και άσπονδους φίλους το κεφάλι το έβαλε στα πόδια πάλι ουρλιάζει ο μεθυσμένος ο τοξικομανής ο ανυπεράσπιστος (ανυπεράσπιστος σαν αντικείμενο που μόλις το βαρεθούν το πετάνε): Ανθρωποαντικείμενα
Τα μνήματα βαρέθηκαν την ακινησία το έβαλαν στα πόδια κοίτα πτώματα βγαίνουν στην επιφάνεια με κουρελιασμένα μάτια σπάζοντας την αιώνια σιωπή τους μαζί με την καδραρισμένη φωτογραφία τους
Τα βιώματα είναι σημείο αναφοράς των αποφάσεων
Με τα κινητά στο χέρι απαθανατίζουν τη στιγμή υποκλέπτοντας μια ακόμη συνομιλία με το φόβο της μελλοντικής κενής θέσης
Μια γάτα με σπασμένη ουρά αποδοκιμάζεται από τον άνθρωπο και τρέχει να κρυφτεί υπό το οκνηρό βλέμμα του κόσμου
Λένε πως όταν ο άνθρωπος κατάλαβε τη δύναμή του να εξουσιάζει ό,τι και όποιον βρίσκεται δίπλα του έβγαλε μια κραυγή τόσο δυνατή που σκίστηκαν τα σωθικά του χύθηκαν στο πάτωμα από τότε παλεύει να μαζέψει τα σωθικά του δίχως να λερώσει τα χέρια του μα είναι τέτοια η μπόχα που ούτε ο ίδιος δεν την αντέχει για αυτό κυκλοφορεί μεταμφιεσμένος σε κάτι άλλο από αυτό που είναι (οι πιο τυχεροί μαζεύουν τα κομμάτια τους και τα κλείνουν ξανά στο σάκο)
Μας ζητάνε το αίμα τους για θυσία στους θεούς κι εμείς τους το προσφέρουμε πρόθυμα
Κουραστήκαμε να κρεμάμε ένα κενό πανί στην κρεμάστρα του προσληφθέντος χρόνου
Ο μονόλογος της διαζευκτικής όρνιθας

*Το ποίημα δημοσιεύεται στο ιστολόγιο της ποιήτριας: http://vickyliouka.blogspot.com/2021/01/blog-post_24.html

Περσέας Ρίζος, Δύο ποιήματα

Σχέδιο: Περσέας Ρίζος

ΕΝΕΧΥΡΟ

μέσα στον καθρέφτη αναβλύζουν πεταλούδες
στα φτερά τους ραγίζει η πανσέληνος
ένα κομμάτι για εμένα
ένα για εσένα
και ένα για όλους τους ονειροπόλους των
αόρατων εμπροσθοφυλακών
στα θέατρα του ανθρωπίνου νου
που εν ώρα της παράστασης
παίζανε τη μακριά γαϊδούρα
στις άγριες
οροσειρες
ενός διάφανου
ορίζοντα

*

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Αυτή η πέτρα, μιλάει με γρίφους
Αυτός ο δρόμος, με δύο πόδια και ένα φανάρι
Αυτό το τιμόνι, στροβιλίζουν οι Εκατόγχειρες
Αυτός ο άνθρωπος, που μυρίζει τα αγκάθια
Αυτά τα αγκάθια, είναι οι επίσημοι δακτυλογράφοι
Αυτός ο ύπνος, ο γεμάτος δάφνες
Αυτός ο ήχος, που περνάει απ’ τις κουμπότρυπες
Αυτός ο κήπος, μεγαλωμένος στη σπηλιά μου
Αυτά τα άνθη, που σαν εντεταλμένοι οδοστρωτήρες
Αυτή η νύχτα, που βήχουμε συνθηματικά
Μπροστά από τη θηριόμορφη αυλόπορτα
Ό,τι κανένα πρόσωπο δεν ξεκλειδώνει

*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Οκτώβριος 2021.

Γρηγόρης Σακαλής, Θεοί

Artwork: Vasil Woodland

Ο άνθρωπος αλλοτριώνεται
απ΄ τη δουλειά του
κι ύστερα αλλοτριώνεται
μέσα στις σχέσεις του
ο άνθρωπος σκοτώνει
τους ομοίους του
τις προεκτάσεις του
και συνεχίζει να ζει.
Τα ζώα τρώνε
το ένα το άλλο
όμως αυτά δεν έχουν λογική
έχουν απλά το ένστικτο
της αυτοσυντήρησης
όμως ο άνθρωπος
αυτό το ανώτερο ον
εξοντώνει επιστημονικά
τους συνανθρώπους του
για τη γη, την ενέργεια
τα διαμάντια
οι άνθρωποι μπορούν
και γίνονται φρικτοί
ενώ θα μπορούσαν να γίνουν
επίγειοι θεοί.

Carol Berge, [ΓΑΤΟΣ]

για τον Frank Murphy

Κάθεται.
Ένα ζώο
ένα ζώο αρσενικό
ζωντανό πάνω στη γη,
είναι ζωντανό.
Είναι ζωντανό
εμφανώς ακίνητο
τα άτομα μέσα του κινούνται
πίσω προς τη γη.
Μια γάτα που κάθεται
ξεκάθαρα χωρίς να κάνει τίποτα.
Ο θώρακας κινείται
το διάφραγμα κινεί ελαφρά
τους πνεύμονες
το πεπτικό σύστημα.
Τα μάτια κοιτάζουν ευθεία μπροστά
στο άπειρο
Καθώς στέκεται ακίνητος
Κινείται κινείται κινείται…

*Από το βιβλίο “Ποιήτριες της γενιάς των beat”, εκδ. Opportuna, Πάτρα 2021. Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Χρίστος Κασσιανής, Τα τρίστιχα

«Ιδού

το τρίστιχο σου»,

του λέει

«μου γράφεις για λιμάνια∙

σε θέλω θάλασσα και κύμα

να με ταξιδεύεις στα βαθιά ανοιχτά»

Την κοιτάζει ακίνητος∙

λεπτός σφυγμός

«το τρίστιχό σου» της λέει

«στο κύμα μας που απλώνεται, στον άνεμο που χορεύουμε,

χαράξαμε χαμόγελο

στα χτεσινά μας χείλη»

Μόνο οι ανάσες τους

μες στη βαθιά σιωπή∙

Κι ένα φιλί ακούστηκε

Αλέξανδρος ‘Ισαρης (1941-2022), Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.

Γεννήθηκα στην Αίγυπτο το 200 π.Χ.
Με ήλιο στον Αιγόκερω
Και με σελήνη Κρόνου στον Κριό
Ο πατέρας Μακεδόνας
Κι η μάνα μου απο τη Μαύρη Θάλασσα.
Έγινα χτίστης κι απόκτησα πολλά παιδιά.
Αργότερα θεόρβη έπαιζα δίπλα στον Λοκ.
Αντιγραφέας έγινα το 1701 στη Μαδρίτη
Και εραστής μιας δούκισσας
Που κάηκε σε πυρκαγιά.
Με σκότωσαν σε όργιο κάπου στο Περού
Μα εγώ εμφανίστηκα ξανά
Στη Σαρλεβίλ των Αρδεννών με τ’ όνομα Ρεμπώ.
Πέθανα τριάντα επτά ετών κι όταν ξαναγεννήθηκα
Ήμουν γυναίκα ζωηρή
Που έγινε διάσημη
Σε ρόλους κωμικούς
Μέχρι που γνώρισα στη Ρώμη κάποιον Σάντρο Λίππι.
Πόρνη κατέληξα που πήγε από χολέρα
Μα τώρα φτιάχνω πιάνα στη Λειψία.
Άλλαξα σχήματα, καρδιές, μυαλό
Μίλησα τόσες γλώσσες.
Τυφλός εκ γενετής έχω τρία παιδιά
Γυναίκα από τη Σάμο.
Την τέχνη έμαθα στο σπίτι των γονιών μου
Και μες στη μουσική ζω τη ζωή μου.
Λέγομαι Γιούλιους, είμαι εβδομήντα δύο χρονών
Και θέλω να πεθάνω στην Ελλάδα.

Dinah Roma, Consuming sorrow / Καταναλωτική λύπη

Why waste the rites
of lament when they can be
on show? Inside the pantry,
sorted out in cans, labeled
with fancy fonts. Each name,
a use. Or beside a vase of blooms,
magnificent in minutiae,
an exotic figure hand-picked
from a bazaar of all lost
and transported. Or let it
hang from your neck, the sheen
of gems guarding an order
of value, their shores and hills
polished after the silhouette of bone.
Or let a ring grasp the full
diameter of eternity in vows
engraved in indelible depth.

Its nature is solid. Its measure
is mass and volume. So let it stand
among your prized possessions.
Let it say: here, touch me,
don’t be afraid. This is not what
you’d bought into. This is simply
the foretold depreciation
of what possessed you.

ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΛΥΠΗ

Γιατί να σπαταλάτε τις ιεροτελεστίες
του θρήνου όταν μπορούν να
επιδεικνύονται; Μέσα στο ντουλάπι,
ταξινομημένες σε κουτάκια, με ετικέτες
με φανταχτερές γραμματοσειρές. Κάθε όνομα,
μια χρήση. Ή δίπλα σε ένα βάζο με λουλούδια,
υπέροχο σε μικρολεπτομέρειες,
μια εξωτική φιγούρα επιλεγμένη με το χέρι
από ένα παζάρι όλων των χαμένων
και μεταφερόμενων. Ή αφήστε το
κρεμασμένο από το λαιμό σας, η γυαλάδα
των πολύτιμων λίθων θα φρουρεί μια τάξη
αξίας, οι ακτές και οι λόφοι τους
γυαλισμένοι μετά τη σιλουέτα του οστού.
ή αφήστε ένα δαχτυλίδι να καταλάβει όλη
τη διάμετρο της αιωνιότητας στους όρκους
Χαραγμένους σε ανεξίτηλο βάθος.

Η φύση του είναι συμπαγής. Το μέτρο του
είναι μαζικό και ογκώδες. Αφήστε το λοιπόν να σταθεί
ανάμεσα στα πολύτιμα υπάρχοντά σας.
Αφήστε το να πει: ορίστε, αγγίξτε με,
μη φοβάστε. Αυτό δεν είναι εκείνο το κάτι
που αγοράσατε. Αυτό είναι απλά
η προβλεπόμενη απόσβεση
αυτού που σε έχει κυριεύσει.

*From ”Naming the ruins”, Vagabond Press, Sydney 2014. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

ΕΡΩΤΙΚΟ

οι πόλεις συντρίβονται λίγο πριν εκτοξευθούμε
στο φως
μη με κοιτάζεις έτσι μόνο δώσε μου
ένα μενεξέ του απρίλη
-μα είναι χειμώνας
-μια σταγόνα της αυγής
-μα εδώ είναι έρημος
-κοίταξε από το παράθυρό σου
βλέπεις ό,τι βλέπεις
δεν έχω τίποτα να σου πω
μόνο δώσε μου
μια ηλιαχτίδα του δεκέμβρη
-μα εδώ έχει χρόνια σκοτάδι
-μια αμυγδαλιά
-μα έχει μόνο πέτρες-
κι όμως δώσε μου
δώσε μου
έλα ένα βράδυ μ ένα άσπρο φόρεμα και άνθη στα μαλλιά
έλα αυτό το βράδυ με τη σιωπή
έλα
πριν να είναι αργά

*

ΠΕΣ ΟΧΙ

στους εκδότες
στις λογοτεχνικές συγκεντρώσεις
στη σύγχρονη μόδα
στα μεγάλα πρόσωπα
πες όχι
στα ολονύκτια πάρτι
στην άνεση
στους ποιητές
στις κολακευτικές επιστολές
στη τηλεόραση
τα καταναλωτικά προγράμματα
άνοιξε την αυλή σου
φύτεψε ένα χρυσάνθεμο
μόνος τα μεσάνυχτα
η μουσική ηχεί στ’αυτιά μου
και μια πολιτεία ξυπνά στα χείλη μου
απέναντι ο Ντοστογιέφσκι
μου χαμογελά

*Από τη συλλογή «Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως»

**Πηγή: https://www.openbook.gr/ayta-poy-graftikan-kato-apo-vromiko-fos/

Μίλτος Σαχτούρης, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη
θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού
ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντήλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δεν μπόρεσαν να
τα διαβάσουν
έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
κρανίου με ξεγέλασες
γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα

Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ DANTE GABRIEL ROSSETI ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

‘Άκου!
Σου έλεγα τότε την αλήθεια
την ήξερα τότε την αλήθεια

Όχι, μου έλεγες
τα πουλιά φυτρώνουν
τα γουρούνια πετάνε
τα λουλούδια περπατάνε
οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σου έδειχνα ένα πουλί
έλεγες Είναι λουλούδι
σου έδειχνα ένα λουλούδι
όχι, έλεγες Είναι πουλί

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σπασμένο σπαστικό
παιδί
που ο Ιούλιος Βερν
έλεγε κάποτε:
Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να τ’ ονομάζουν

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΙΤΡΙΝΑ

Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό
άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα
κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια
και ουρλιάζαν
όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες
πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που
κρέμονταν
μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν
και τα μισούσαν

από τη γη κοίταζαν κίτρινοι
οι αστροναύτες

δεν το περίμεναν