Σπύρος Θεριανός, Μονοπάτι και όριο

ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΚΑΙ ΟΡΙΟ

Έχοντας περπατήσει αρκετά, μόνο κάποιος
που πετά, μπορεί να δει από ψηλά
την πορεία μου στο μονοπάτι, το νοητό του όριο
να σμίγει με τη θάλασσα σε μιαν αλυγαριά
που την αφήνει το πουλί
για να ραμφίσει ένα ξερόκλαδο στα βάτα.

Αναρωτιόμουν, κάποτε, αν όλα χάνονται
σ’ αυτό το παιχνίδι των μεταμορφώσεων
που είναι τα λόγια μας. Αν όλα κερδίζονται
στην αμεριμνησία των ίσκιων
που διαρκώς αλλάζουν θέση
στο μονοπάτι κατά το μεσημέρι.

Τώρα είμαι φίλος των άδειων δρόμων
και της πλατείας
που ερημώνει τα μεσάνυχτα.

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Απόγευμα, με τα παράθυρα όλα ανοιχτά.
Ο στίχος αφημένος στη μέση,
από μια παλιά στεναχώρια.

Θα μπορούσε να ‘βρεχε ή
να ‘ταν μια νύχτα με πανσέληνο.

Τα φώτα των αραγμένων καϊκιών
και το πήγαιν’ έλα των ανθρώπων σ
το απέναντι ακρογιάλι
δεν θα ‘τανε τα ίδια.

ΑΝΩΔΥΝΑ

Ανώδυνα
ανεπαίσχυντα
ειρηνικά

αδιαφορούμε,

και κάπως έτσι ερημώνουν
δρόμοι, δωμάτια και ζωές.

ΟΣΤΡΑΚΑ

Να ‘ναι αλήθεια ότι τα όστρακα αρνούνται
να συνεργαστούν με τους ψαράδες
της ακτής του St Brieuc;

Ταχυδρόμησα τα ποιήματά μου στον Θεό,
όμως δεν έλαβα απάντηση. Αυτό σημαίνει
πώς ο Θεός δεν υπάρχει;

Οι Γαλλίδες νοικοκυρές θα έρθουν ποτέ
σε σύγκρουση με τους Χιλιανούς
που παίζουν σκάκι;

Τα γουρούνια, τα δέντρα, το γρασίδι
-κι όλα τ’ αντικείμενα του κόσμου-
είναι σχηματισμοί κυμάτων της θάλασσας
όπως πιστεύουν οι Ιατμούλ;

Κι αν, όπως λένε, ο κόσμος είναι όλα όσα έχουνε συμβεί
ο σπουργίτης που αναπηδά στο περβάζι μου
για λίγα, μόλις, δευτερόλεπτα
την ώρα που ξυρίζομαι
φτιάχνει ένα τετελεσμένο γεγονός;

ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ

Το καλοκαίρι
πάει κι έρχεται
από την παραλία
στο κρεβάτι σου.

ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Άπνοια,
ούτε ένα φύλλο δεν θροΐζει.
Τα πόδια σου σκονίζονται
στον χωματόδρομο. Στα ρούχα σου
στραγγίζει η αλμύρα απ’ το μαγιό σου.
Μια σαύρα σε κοιτά κι ύστερα
κρύβεται στους θάμνους, τρομαγμένη.

Απομεσήμερο καλοκαιριού,
καθώς γυρνάς μονάχη από τη θάλασσα.

Η ΓΕΡΙΚΗ ΕΛΙΑ ΙΙ

Η γέρικη ελιά
που γέρνει στο χωράφι

δεν θέλει να παραιτηθεί.

ΓΕΡΝΩΝΤΑΣ

Καθώς γερνώ, μοιάζω
ολοένα του παππού μου:

καταπονούμαι αδιαμαρτύρητα
δεν πάω διακοπές
και περπατώ μονόπαντα.

*Το “Μονοπάτι και όριο” του Σπύρου Θεριανού τυπώθηκε σε αυτοτελές 12σέλιδο φυλλάδιο στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2021 σε 100 αντίτυπα, με την επιμέλεια του ποιητή, στη σειρά των εκδόσεων “Ναρκοπέδιο”.
**Ναρκοπέδιο: Υπεύθυνος έκδοσης Στράτος Κοσσιώρης email: ekossioris@yahoo.gr
***Φωτογραφία εξωφύλλου: Pawel Czerwinski

Ντίνα Γεωργαντοπούλου, Θα γίνουν ροδοπέταλα

Κοίταζα μακριά
σκεφτόμουν τις νίκες των λεπτών
που έδενα φιόγκους στη μεσολόβια χώρα
κι εσύ ανυποψίαστα δάγκωνες ένα μήλο.
Δεν είχα ερωτήσεις και πώς μπορούσα
να μιλήσω σε μια διάθεση
που περιέφερε τη γοητεία της
νομίζοντας πως έρωτας είναι μια σκέψη
ανάμεσα σε φρούτα;
Το απόλυτο γυμνό ήταν παρόν, μα ήταν
και αόρατο.
Η διάκριση των πραγμάτων
είχε χρώμα και λέξεις και κορδέλες
οι φιόγκοι μπερδεύονταν ο ένας με τον άλλο
μια καθημερινότητα που είχε τη σειρά της.
Η καθοδική θλίψη άφησε το στίγμα της
καθώς η πτώση των αισθημάτων
δεν επέτρεπε το πλέξιμο.
Μια πινελιά χρειάστηκε να βάλω προσωρινά
και σου πέρασα στα χέρια κλωστές.
Αν μ’ αγαπάς θα γίνουν ροδοπέταλα.

*Το ποίημα αυτό είναι από τη συλλογή “Απροσποίητα”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017. Εμείς το πήραμε από τη δίγλωσση (ελληνικά και γερμανικά) ανθολογία “Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες”, από τις Εκδόσεις Ρώμη, 2021, σε μετάφραση και επιμέλεια Κατερίνας Λιάτζουρα.

George Bataille, Είσαι της νύχτας ο τρόμος

Είσαι της νύχτας ο τρόμος
Και σ’ αγαπώ όπως οι άλλοι αγκομαχάνε
Σαν τον θάνατο είσαι κοκαλιάρα

Και σ’ αγαπώ όπως παραληρούν οι άλλοι
Το ξέρεις το κεφάλι μου πεθαίνει
Το αχανές του φόβου είσαι εσύ

Και είσαι όμορφη όπως σκοτώνουν οι άλλοι
Στην απέραντη καρδιά σου μέσα ασφυκτιώ
Η κοιλιά σου είναι γυμνή λες και είναι νύχτα.

*Δημοσιεύεται στο βιβλίο «Τα μάτια σου δύο πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων», Εκδόσεις «Ρώμη», Θεσσαλονίκη 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Radomir Andric, Το τελευταίο κεραμίδι

Πάνω στη στέγη του σπιτιού κρατώ Το
τελευταίο κεραμίδι Πολύ βαρύ Για το χέρι μου

Δεν μπορώ να το βάλω στη θέση του δεν μπορώ
Να σκεφτώ
Το πιο ωραίο μέρος

Έχω λίγο φως Και έχω ένα
σπίτι Τα μάτια μου γεμάτα Το
στόμα μου άδειο

Ο Φόβος ήταν ο πρώτος που μπήκε Στο
καινούργιο σπίτι.

*Από το βιβλίο «Οι στίχοι είναι ο χρυσός κανόνας του εφήμερου – Βαλκάνιοι ποιητές», Εκδόσεις «Ρώμη», 2020. Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη.

Μαρία Πανούτσου, Τετραλογία

και τι να πω και τι να ομολογήσω, εγώ η ξένη.

Τετραλογία, με θέμα την μακρόχρονη σχέση μου με την το νησί Κέα.

Κοίτα τα λουλούδια
σιωπηλά χάνουν την ομορφιά τους
Από την συλλογή

Έρημη Πόλη
Μαρίας Πανούτσου

Άτιτλο 1

Κοιτάζω το απέναντι τοπίο.
Τα δένδρα δέχονται ευλαβικά
το ήπιο χρώμα του φθινοπώρου.
Στο λιβάδι το άσπρο
των προβάτων, ξεχωρίζει
και φαντάζομαι, την κίνηση
των σαγονιών τους.
Ο ουρανός, τα συντροφεύει,
με ένα σύννεφο σπαρμένο,
από ψηλά.
Ούτε ίχνος λύπης.
Οι φιγούρες των ανθρώπων,
μικρές κουκίδες, σημάδια,
με βήμα αργό και πρόσωπα χαμογελαστά,
συγκεντρώνονται,
για το πριν το σκοτάδι,
συμπόσιο χαράς , το καθημερινό.
Οι μυρωδιές μπερδεύονται,
και ένα αστέρι, ετοιμάζεται να λάμψει.

Άτιτλο 2

το χωριό είναι ένα τεράστιο περιστέρι κουρασμένο
που βρέθηκε στην πλαγιά αυτού του τόπου τυχαία
και αποκοιμήθηκε μέχρι το επόμενο φθινόπωρο
ξαποσταίνει και ξαποσταίνει ρυθμικά
από νότο σε βορρά
κι’ αναβάλλει το ταξίδι για άλλα μέρη
βρήκε στο τόπο αυτό το κάτι τι που αγάπησε
αναβάλλει και την θυσία που είχε τάξει
για να σώσει τους ανθρώπους
αυτού του τόπου από το κουτί της Πανδώρας
τους ευλογεί που δεν βλέπουν όσα βλέπει
αυτό το τεράστιο πουλί
που δεν ακούν τους υπόγειους κραδασμούς
και δεν μυρίζουν το χώμα με το χρώμα της βροχής

ανάμεσα στους βράχους αντηχούν τα βρύα και οι λειχήνες
και τα ταπεινά κυκλάμινα και εκείνες οι μοβ ορχιδέες
που διακοσμούν το βλέμμα μου
το μάτι ρουφάει ακόμη και τα μικρά μυγάκια
που γεμίζουν το φως με ανησυχία
στο χαρτί που γράφω ένας σκουριασμένος συνδετήρας
με κρατά σε μια ενδιαφέρουσα παρένθεση

Άτιτλο 3

Κάτω από την στέγη του σπιτιού μου
Μετρώ τις ώρες που μου μένουν
Μέχρι τον χρόνο να προφτάσω
Τα σπίτια γύρω μου
Κοιτούν, συντροφεύουν, εξερευνούν.
Το βλέμμα πέρα μακριά τραβιέται
εκεί μέχρι να σκοτεινιάσει στα δένδρα, το φως.
Χρόνια και χρόνια εδώ
χωρίς τέλος και αρχή
αφού τέλος και αρχή
μοιάζουν τόσο.
Αφήνω πίσω μου το χθες
και ανακράζω
τις ιστορίες των ανθρώπων.
Καθώς απαριθμώ τα σπίτια
ανοίγω μόνη τα παράθυρα
τις πόρτες
ακτινοβολώ και εξιστορώ.
Οι τοίχοι, τα κουφώματα, η μούχλα,
η υγρασία,
η σημασία του χρόνου, και όχι μόνο στους τοίχους
αλλά και στους άνθρωπος που απουσιάζουν
ποιος ξέρει προς τα πού, τα βήματα τους
Ο ουρανός αναλλοίωτος και η γης αυλακωμένη
Κάπου εκεί μια σχισμένη σημαία ανεμίζει.

Σαν την γη μου 4

το σπίτι είναι σαν την γη μου/
το ονειρεύτηκα/
το διάλεξα/ το έκτισα
το άγγιξα/
κοιμήθηκα σ’ αυτό/
το γέρασα/
κατοικία των πουλιών που το σούρουπο εισχωρούσαν
και κούρνιαζαν στο προσκεφάλι μου
είδα να λάμπει μέσα στο φως/
μια θάλασσα/ μοναδική/
το είδα να σπαρταρά/
και να καμαρώνει/
το είδα να ξεφλουδίζει/
σαν τα λέπια από ψάρι νεκρό
κάθε του γωνιά/ έχει μια στιγμή ανησυχίας/
δεν εξιστορείται η ιστορία του/
μόνο την βλέπεις στα μάτια των περαστικών /
δεν ξέρω για πιο λόγο το κοιτούν/
τι του βρίσκουν πολύ θα ήθελα να μάθω/
το σπίτι μου θα μείνει πιο πολύ στην ζωή/
θα το χαρούν όσοι /
δεν το είδαν να ξεκινά/ από το ύψος της γης/
και να ορθώνεται στον ουρανό/
μη σε αφήσουν σπίτι μου αστόλιστο/
διψασμένο/ πεινασμένο/
μην σου πάρουν την σιγουριά σου/
το σπίτι μου είναι σαν την γη μου.

Κέα, 1990-2021
Ποιήματα 2018-2021

H νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Νομικού «Το Αθέατο Ημερολόγιο», εκδ. Στοχαστής, 2021 (πρώτη έκδοση Κώδικας, Θεσσαλονίκη, 1997)

ΜΙΜΗΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ*

Εν μέσω κορονοϊού, με έναν κόσμο να υποφέρει σε κάθε γωνιά της Γης, ο ποιητής Νίκος Νομικός, τόλμησε να επανεκδώσει την εν λόγω συλλογή για προφανείς λόγους.


Να δώσει μια πνευματική ανάσα σε ένα κόσμο που ταλανίζεται από πολλές «πληγές» χωρίς να μπορεί να απαντήσει σ’ αυτό που μας είπε σε ανύποπτο χρόνο ο παππούς Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Σαν νάχαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καυμοί του κόσμου».


Είναι μια συλλογή, η οποία και στα τρία μέρη που είναι διαρθρωμένη («το αθέατο ημερολόγιο», «θάλαμος παγωμένων ανέμων» και «πικροδάφνες»), δίνει εικόνες του ανυπεράσπιστου ανθρώπου μπροστά στα μεγάλα προβλήματα που συναντά μόνος με μόνη συντροφιά το «ημερολόγιό του» στο οποίο καταγράφει με κάθε ειλικρίνεια τις αντιστάσεις που έχει ακόμα στη διάθεσή του έως τη στιγμή που θα έρθει η «μεγάλη ώρα», η «λαμπρή μέρα» εννοώντας τον θάνατο.


Ο ποιητής, μετουσιώνει σε Τέχνη τις δικές του εμπειρίες που τον ταλαιπωρούν για πολλά χρόνια. Εντούτοις, βρίσκει τον τρόπο το ειδικό να το μετατρέπει σε γενικό, δίνοντας κουράγιο στους ανθρώπους ώστε να αντιμετωπίζουν με υπομονή και θάρρος τέτοιες καταστάσεις που κάνουν τους ανθρώπους να υποφέρουν σωματικώς και ψυχικώς.


Όλα τα ποιήματα της συλλογής αποτελούν μια «μελέτη θανάτου» ειπωμένη όπως την έχουν διδάξει οι Νηπτικοί Πατέρες, κυρίως όταν αναφέρονται στο ζήτημα της «ησυχίας», όπως την κατανοούν θεολογικά και όχι φιλοσοφικά. Κατά τον Γρηγόριο τον Σιναΐτη «ησυχία εστιν απόθεσις νοημάτων των ουκ εκ του πνεύματος θειοτέρων, έως καιρού, ίνα μη προσέχων τούτοις ως καλοίς, το μείζον απολέσης».


Μάλιστα, ο διάλογος που έχει με τους Νηπτικούς, φαίνεται στο πεζό ποίημα «Οι νύχτες σ’ εμάς»(σελ. 48), όπου γράφει: «και τι να πω, από μακριά, της σταυρικής μου ευτυχίας, αυτό που λένε οι Νηπτικοί, ‘ο μη ορών το φως της μεγάλης κλίμακος χείρων τυγχάνει τυφλών’». Ο Νίκος Νομικός φέρνει στην επιφάνεια μέσα από τα ποιήματα της συλλογής, ιδιαίτερα αυτά του δευτέρου μέρους τα οποία «διαδραματίζονται» σε θάλαμο νοσοκομείου όπου βρίσκεται ο εκφορέας των ποιημάτων, όπου καθώς αναφέρει σε ένα ποίημα: «στην άκρη του θαλάμου/ που δεν επιτρέπονται οι αναπνοές/ παρά μόνον οι βουβές φωνές του πόνου/ και η αγωνία της απελευθέρωσης/ σφαγμένο σώμα στο κρεβάτι» ( σελ.33). Δίνει αυτή την εικόνα του ανθρώπου που βρίσκεται για νοσηλεία σε πολλαπλές εκφάνσεις. Αυτό το στοιχείο δίνει μια πρωτοτυπία στην εν λόγω συλλογή η οποία πατά σε ένα πλούσιο λεξιλόγιο το οποίο δημιουργεί δυνατές εικόνες.


Σε μια εποχή πανδημίας, ο Νίκος Νομικός με τη συλλογή αυτή συμμετέχει σε μια παγκόσμια αγωνία για το πώς να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι μια αστάθμητη κατάσταση όπως η αυτή που ζούμε σε κάθε γωνία της Γης, όπου πολλοί καλλιτέχνες, σε αυτή την όντως δύσκολη φάση που περνά η ανθρωπότητα, δημιουργούν ο καθένας με τη δική του Τέχνη, τη δική του αλήθεια για το πώς να απαντήσει καλλιτεχνικά πάντοτε ξορκίζοντας το κακό!


«Από τις ώρες της κρίσης μας επέχουν μείνουν μόνο ουλές ακριβοπληρωμένες» («Επίδεσμος», σελ.41).


Η εικαστική φιλοξενία είναι επίσης του Νίκου Νομικού, διότι ο ίδιος ασχολείται χρόνια και με τη ζωγραφική.
Ο Νίκος Νομικός έχοντας πίσω του άλλες δέκα ποιητικές συλλογές (με πρώτη τις «Αναλαμπές» το 1983), είναι μια σημαντική μονάδα της παροικιακής πνευματικής ζωής.

*Το κείμενο δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος» της Μελβούρνης την Πέμπτη, 28 Οκτώβρη 2021.

Ο Νίκος Νομικός (στο μέσον) σε εκδήλωση παρουσίασης ποιημάτων του πριν λίγα χρόνια στη Μελβούρνη, στο βιβλιοπωλείο Collected Works (το οποίο, δυστυχώς, κατέβασε τα ρολά του πριν δύο περίπου χρόνια). Διακρίνονται, αριστερά, ο πανεπιστημιακός και ποιητής, Γιώργος Μουρατίδης (George Mouratidis), και δεξιά, η πρώην πανεπιστημιακός και εκδότρια, Ελένη Νίκα (Helen Nickas). Φώτο Supplied

Κατερίνα Φλωρά, Χρονική σχισμή

Πολύτιμη, θνησιγενής, φευγαλέα

Ο χρόνος σε έκλεψε,
σε πήρε από πλάι μου,
πάνω που σε είχα αντικρύσει

Στο χρονικό κενό χωράει το παν,
το όλον, αυτό που είσαι, που είμαι,
που αγγίζουμε μαζί

Ώσπου να γυρίσω είχε χαθεί,
αφήνοντάς μας μουδιασμένους
στης αναζήτησης την τυραννική απόλαυση

Ειρηναίος Μαράκης, Αντιθέσεις

Φώτο: Ειρηναίος Μαράκης (Χανιά, 25/10/2021)

Οι Ρομά που κάθε 28η Οκτωβρίου
πουλάνε τις σημαίες για την παρέλαση
δολοφονούνται από τους πατριώτες
γιατί είναι βρώμικοι και τεμπέληδες.
Αλλά κανένας πατριώτης, αδερφέ μου,
δε θα έβγαινε στο δρόμο
να πουλήσει τις σημαίες.
Έτσι κι αλλιώς, τέτοιες δουλειές
είναι για τους γύφτους.

Λίνα Βαταντζή, Φωνή συλλογική

Φώτο: Έργο του Robert Burns

Άπτερη κι εγώ
θνητή πάνω στη γη
σκιάζω το πρόσωπο,
υπότασσω την καρδιά.

Εσείς ποιητές

δημιουργοί προνομιούχοι
φορέστε τον μανδύα
και επιδέξια μιλήστε

για το χρέος
για όνειρα
για εμάς –
κοινή η ψυχή.

Αλέξης Τραϊανός, Δεν έμεινε κανείς

Θα τη θυμάμαι αυτή την πολιτεία
Με τα τελειωμένα πρόσωπα στη σειρά
Εκεί που και το δικό σου πρόσωπο τέλειωνε
Ανάμεσα σε παραλλαγές σπιτιών σύνολα λουλουδιών
Καθώς χτυπούσε δυο κίτρινα φτερά το καλοκαίρι
Πάνω απ’ τη βρεμένη εξουσία άλλων χρωμάτων
Το φθινόπωρο ύστερα από κάθε καλοκαίρι
Νεκρά έντομα και συλημένες ήσυχες ακρογιαλιές
Σκύβοντας κι ακούγοντας μόνον την καρδιά τους
Δίχως κανέναν
Δεν έμεινε κανείς μέσα στην πέτρινη καρδιά
Αυτής της αδέσποτης πολιτείας που τόσο περπάτησα
Τις αναμνήσεις της τα άσπρα της άδεια της σπίτια
Με τις παλιές κάμαρες γεμάτες ανθισμένα γυαλιά
Με τις παλιές κάμαρες γυρισμένες κατά το νοτιά
Μέσα στον πυρετό που ολοένα ανεβαίνει
Γυμνώνοντας τα πουλιά
Στην πιο έντονη μουσική των χρωμάτων
Χέρια άδεια σα λυμένα μαλλιά
Δικά σου
Ορθωμένα σαν προαιώνια θλίψη μες στο άφεγγο ψύχος
Που περιμένουν το τίποτα
Την αυγή ή τη νύχτα τόσα χρόνια
Δεν έμεινε κανείς
Όλοι παίζουν το ρόλο τους
Χωμένοι πίσω από μιαν εφημερίδα γυαλιά
Άδεια επαγγέλματα ασχολίες ελεεινές
Δεν έμεινε κανείς μέσα σ’ αυτή την πολιτεία
Μόνοι εσύ κι εγώ εγώ κι εσύ
Θα ’μαστε τ’ αγάλματα μες στον ακίνητο χρόνο
Που τρώνε το κενό και υφίστανται

*Από τη συλλογή “Φύλακας ερειπίων”, Εκδόσεις Πλέθρον.