Ο Γιώργος Βέης για τη «Σύμπραξη χρόνου»

Χρήστος Νιάρος – Δημήτρης Τρωαδίτης
Σύμπραξη χρόνου
Εκδόσεις Στοχαστής

Αμφότεροι ζουν κι εργάζονται επί έτη στη Μελβούρνη. Η νοσταλγία για την αρχική πατρίδα είναι βεβαίως αναμενόμενη. Οι εγγενείς αντιφάσεις, οι αμφιβολίες, οι όποιοι αιτιολογημένοι επαναπροσδιορισμοί, οι δημιουργικές αποδομήσεις και οι σχεδόν καθημερινοί έλεγχοι των επακόλουθων ψευδαισθήσεων ανιχνεύονται αμέσως. Την ίδια ακριβώς στιγμή οι μηχανισμοί της ικανής και αναγκαίας εκείνης προσαρμογής στο θετό χωροχρόνο επενεργούν μεθοδικά. Ο διάλογος με την ετερότητα επιβάλλει προοδευτικά και συναινετικά, εννοείται, τους δικούς του κανόνες.

Ο λόγος πηγάζει λοιπόν από μια νέα ταυτότητα. Έτσι π. χ. ακούω ευκρινώς τον Χρήστο Νιάρο: «Δεν έβγαλα λόγο στην Πνύκα ούτε στη Βαρβάκειο/δεν είχα να προσθέσω ούτε να αγοράσω κάτι/δεν κοίταξα στα μάτια τα αγάλματα/δεν έφυγα σε ταξίδια που ονειρεύτηκα/δεν πέταξα ένα ξερό «τα πάντα ρει»/δεν άκουσα τη σιωπή στο λιμάνι/δεν έριξα ακόμη άγκυρα/δεν έστειλα μήνυμα/δεν το είπα/δεν το έκανα/δεν απουσιάζω/δεν κρατώ ημερολόγιο/δεν μοιάζει η κάθε νύχτα με την επόμενη/δεν αναρωτιέμαι πια/δεν έχω άλλο χρόνο, άλλωστε,/δεν είμαι ο ίδιος πια».

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης επισημαίνει, αντιστοίχως, ορισμένες διακλαδώσεις των διαλεκτικών εναλλαγών του βίου. Παραπέμπω στα εξής χαρακτηριστικά σημεία των πηγαίων, αναπόφευκτων εν τέλει εξομολογήσεων «Καλά κάναμε και φύγαμε/καλά κάναμεκαι μισέψαμε/καλά κάναμε και μοιράσαμε/τα υπάρχοντά μας/καλά κάναμε και δεν επιστρέψαμε/στις καιόμενες πόλεις/τα γεφύρια είχαν κοπεί πίσω μας/τα δάση είχαν γίνει στάχτη/κι οι εαυτοί μας χάθηκαν/με την έλευση του απόβραδου/τα ταξίδια μας ήταν νηστικά/και διψασμένα/δεν είχαμε νερό πια/δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε/δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε/καλά κάναμε και αποστατήσαμε».

Το τραύμα μάλλον δεν πρόκειται να κλείσει. Η γραφή έχει εν τω μεταξύ αναλάβει το πρόσθετο βάρος να εκλογικεύσει, στο μέτρο του δυνατού, ορισμένες τυπικές εμπειρίες στην Πέμπτη Ήπειρο.

Γιώργος Βέης
«ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ» τεύχος 44

Λεωνίδας Καζάσης, Αντιφέγγισμα στιγμών μνήμες χαράζει

Dreaming of a world liberated from imperialism. A lino print in solidarity with the people of Ukraine, and the anti-war protestors in Russia who inspire us to bravely fight the enemy at home. By Hollie Molly

Αντιφέγγισμα στιγμών μνήμες χαράζει,
δωροδοκούνται οι ηδονές να ψεύδονται,
ο φόβος διακρίσεις δεν κάνει
κι ας λέν πως η ζωή στους πλούσιους χαμογελά.
Κορίτσι σπάζει το κανάτι
με την άχνα του ψωμιού που τ’ ακούμπησε,
τα παιδιά σε λασπόνερα ξεφαντώνουν,
κι ενώ τα βιολοντσέλα πένθιμα ηχούν
πάστορες την αγάπη προβοκάρουν.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

Adriana Gonzalez, Collage (2022)

ΦΩΣΦΟΡΟΣ

Καθώς με αγγίζεις
Η άρνηση φορτίζεται
Προσκολλάται
στις θετικές πρωτεΐνες
των δαχτύλων σου
Τα αποτυπώματά σου
παραμένουν στο δέρμα μου
σπινθήρες μετά την τριβή

Ηλεκτρισμένο το σώμα μου
φωσφορίζει τις νύχτες
φωτίζει στην κάμαρα πέρα ως πέρα
για να μπορώ να κυνηγώ
όλη νύχτα τη σκιά σου.

*

Η ΑΡΕΝΑ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ ΒΥΘΩΝ

Ανάμεσα σε εμένα και εσένα
είναι τα δάχτυλά μου
μέσα από τα δάχτυλά μου
ξεπηδούν λέξεις
καμπύλες, τετράγωνες, μυτερές,
περιστρέφονται στο διάστημα ανάμεσά μας
φεύγουν από τα χέρια μου
πετούν, σε αγγίζουν, τις χάνω, τις ξαναβρίσκω
αλλάζουν σχήματα, ιδρώνουν, πονάνε
όπως εσύ τόσο με εμένα

Ενώ όλη αυτή την ώρα
το μόνο που θέλω να πω
το μόνο που θέλεις να κάνεις
είναι να βάλεις τη γλώσσα σου πάνω στα δάχτυλά μου.

*

ΟΙ ΚΟΚΚΟΙ ΤΟΥ ΚΑΦΕ

Αφήνω τα μαλλιά μου μακριά
απλώνω τα χέρια μου ανοιχτά
ξεδιπλώνω τα πόδια
ξεσφίγγω
αναδιπλώνομαι
εκτείνομαι
Μα όσο κι αν ξετυλίγομαι
δεν μπορώ
να περικυκλώσω
τα όρια του άδειου μου

Στο φλιτζάνι μου
ο καφές με τα βουτήματα
με περιγελούν
Πριν από εμένα
έχουν αγγίξει τη γλώσσα σου.

*Από τη συλλογή “φιλιά στο κενό”, Εκδόσεις Μελάνι, Ιούνιος 2020.

Νίκος Χρυσός, Ψέμα

Θα γράψω ένα ψέμα
Να χαρώ.
Μέσα του να γυρίσω την επίπεδη γη,
ολόκληρη,
πριν σβήσει
δυο στροφές, τον κύκλο

το βράδυ
να κοιμήσω.

Ένα ψέμα φοβερό του πόνου και της θλίψης
ήρθανε εχθροί γνωστοί

και φύγανε δυο φίλοι.

Πού βρίσκεται το ψέμα μου
το είδα μακριά να τρέχει

.

Με άφησε μόνο και αυτό
στο μέλλον με γυρεύει
να πεταχτώ

σαν την πρόκα
από τον τοίχο
σαν την εικόνα
απ΄ τον καθρέφτη
σαν το δάπεδο
απ΄ το τραπέζι.

με ψάχνει για να με έχει.

Αόριστα,

σαν την μουσική το ηχείο
σαν το ρεύμα το ψυγείο
σαν το κρύο μεσ΄το ωδείο.

Με ψάχνει για να με αγαπά,
Αιώνια

Μελωδία

Το ψέμα γύρισε απ’τα ψώνια
με άδεια χέρια
Κρύα

ζεστή καρδιά
γεμάτο πορτοφόλι

και όνειρα για νέα αγορά
του δρόμου

μία λαϊκή

μία ευτυχισμένη κυριακή

να βρει τα όνειρα μου και να μου
τα αγοράσει
όλα στη λιανική.

Δεν το νοιάζει λέει η τιμή,
το ψέμα
είναι πλούσιο από τις απεργίες και τις
Κυριακές
που δούλεψε διπλά

το ψέμα με βρήκε δωρεάν
πουλάει τη μιλιά μου

σε αχόρταγους και κυνικούς
σε κύκνους πελώριους
Ρυθμούς
αγγίζω τα οριά μου.

Το ψέμα βρήκε σύνορα, και ξένη γη πουλάει

αγάπη μου παράφορη
αδειάσαν πάλι τα βαλκάνια
μαζί και τα μπαλκόνια
κοντά μας νέο ψέμα

αριστέψανε ακόντια πεθάναν τα φτερά

αρχινάμε /
διαφεύγουν της ματιάς

οι λίμνες δεν μας δέχονται

κοπάδια τα όνειρα μας

πετάξαν χαθήκαν μακριά

και εμείς δυο αγριόχηνες στεριάς,

τι χάρη

στον φούρνο ενός Σαββάτου

με ρούχο μας τ’αλάτι

Ίσως μας φάνε τα παιδιά,
ίσως μας κάνουνε ζαμπόν

όπως και να ‘χει

θα ήθελα στο ψέμα μου αυτό
να μεταμορφωθώ,
σε καραμελοτσίχλα
γεύση, φράουλα

που τη γλύφουνε πριν τη μασήσουν
τα παιδιά

και σαν ίσως την πετάξουν, την πατήσουν

για να την κυκλοφορήσουν
και πάλι

στα στενά.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από τη σελίδα του Νίκου Χρυσού στο https://brainchain.gr/?p=6502

Γλυκερία Μπασδέκη, Τρία ποιήματα

Καθόλου εύκολη δεν είν’ η ζητιανιά
Θα δώσεις πόνο, έτσι θα ρεφάρεις
Δε σε λυπάται ο περαστικός με τα ψιλά
Πρέπει να δείχνεις χάλια για να πάρεις
Από υγεία αν σφύζεις και χαρά
Θα κόψει δρόμο, ξέχνα τα λεφτά

*

Ο ζήτουλας θα κάνει υποχωρήσεις
Θα σπάσει κι άλλο πόδι αν χρειαστεί
Τα μάτια του θα βγάλει, στην ανάγκη
Τη σπλήνα του παιδιού του την καλή
Τα δόντια μόνος του θα ξεριζώσει
Θα φάει τα πιο βρωμερά σκατά
Αν είναι την καρδιά σου να ραγίσει
Ολόκληρος θα τυλιχτεί με ξερατά

*

Ευλογημένοι οι ζήτουλες, τα ζητιανάκια.
Τα μούγγαλα και τα σακάτικα ευλογημένα
Χωρίς αυτούς τα πλούτη θα σαπίζαν
Κλεισμένα σε μπαούλα και θυρίδες
Χωρίς αυτά θα τρώγανε οι λίγοι
Και ο Θεός τον κόσμο θα χαλνούσε
Και θα ‘σασταν πολύ κατεστραμμένοι

*Από τη συλλογή “Μία βοήθεια, παρακαλώ!”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2018.

Αλέξιος Εμμ. Σαββάκης, Δύο ποιήματα

Η ψυχή βλέπει τον κόσμο της σκόνης
το σύμπαν της σκόνης τα πίπουλα
που μπαίνουν σε χώρους και χώρους
που παίρνουν θάρρος και γεννοβολούν
σαν λείπουν μακριά οι άνθρωποι
Η ψυχή η ζωή το σώμα παρατηρεί
όχι σαν απογοήτευση αλλά σαν κοινή συμβίωση
όλων των όντων της σκόνης
Με το χρυσό του σάλιου με τον άνθρωπο
της ωραιότητος η βρώμα
και της αρχιολογίας με τη μέλλουσα φαντασία
που είναι η πρώτη φαντασία.

*

Η γονιμότης και της πέτρας ακόμα
ο θεός που είναι σαν άνθρωπος
που τον καλοπιάνεις μη σε βλάψει
το χώμα π’ αδιαφορεί σαν πλήθος πόλεως
μέσα στο οποίο περπατά ένα άλλο πλήθος
που μιλά άλλη γλώσσα
Τα σκουλήκια που τα χάιδεψαν κανονικά οι γονείς
και οι δάσκαλοι τα γύμνασαν με υπομονή
για να γίνουν καλοί πολίτες και τα χειραφέτησαν
για να τρώγουν καλά τους νεκτούς
εκεί κοντά που είναι ρίζες των λουλουδιών και των δέντρων.

*Από τη συλλογή “Σημειώσεις ποιήματος”, Εκδόσεις Σμίλη, Ιούνιος 2021.

Αγγελική Σούτου, Σίσυφος

Μικρά μυαλά
Μεγάλα όνειρα
Ρηχές αντιλήψεις
Ισχυρές πεποιθήσεις
Μακρύς είναι ο δρόμος προς την εκπλήρωση
Επιθυμίες που σβήνουν άτσαλα
Γήινες επιθυμίες
Στρώνουν το πνευματικό μονοπάτι
Που ακολουθείς
Που σε οδηγεί
Πάνω στο λόφο
Κάτω από το δρόμο
Και συναντάς τη νοημοσύνη σου
Τη βλακεία σου
Υπερφίαλο εγώ
Βαθύτατη ανασφάλεια
Ξέρεις τα πάντα
Δεν ξέρεις τίποτα
Μπορείς να αναλύσεις όλα τα γεγονότα
Σε λάθος συμπεράσματα
Σκάβοντας τρύπες στο νερό
Εσύ, καταραμένε Σίσυφε!

*Δημοσιεύεται στο περιοδικό “Σείστρο” – Συν-φωνία φίλων της ποίησης στη Χίο, τεύχος 1, Άνοιξη 2020.

Γιάννης Γκούμας, Τρία ποιήματα

ΤΥΠΟΛΑΤΡΙΑ

Το ρολόι της Μητρόπολης χτυπάει δώδεκα.

Δύο θεούσες, με τα μαλλιά τους μαζεμένα κότσο,
κάνουν αμέσως το σταυρό τους
σαν να τινάζουν ψίχουλα απ’ τις ζακέτες τους.

Είναι λυπηρό η πίστη να μένει εντελώς αναίσθητη
στις λεπτές αποχρώσεις της κωδωνοκρουσίας..

*

ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΟ ΤΣΙΜΙΣΚΗ

Ας ήταν να είμαι αυτός που είμαι
στα μάτια εκείνων που μ’ αγαπούν
και όχι στο αόμματο βλέμμα
μιας κούκλας στη βιτρίνα

*

ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ

Αργά χθες βράδυ, κάνοντας μια βόλτα
γύρω από το τετράγωνο του ξενοδοχείου
σαν σε απαγορευμένη περιοχή

στη γωνία Κομνηνών και Τσιμισκή
κάποιος έπεσε πάνω στις σκέψεις μου.

Γύρισα στο ξενοδοχείο
επειδή η είσοδός του
βρέθηκε ακριβώς μπροστά μου.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή των άλλων”, Εκδόσεις Κέδρος, Σεπτέμβριος 1997.

Ε. Μύρων, Εγώ συνεχίζω τον πόλεμο εναντίον μου

το παν είναι να κάνεις το βαμβάκι
να κόβει
τα λοιπά δεν κάνουν
ούτε για νανούρισμα
(το πολύ πολύ
να σου ζεστάνουν τη σούπα)

κι αφού κάθε αλήθεια
είναι ένα μπούμερανγκ χωρίς μπέσα
(κάποια στιγμή
θ’ αυτομολήσει)

κρύβω στις χούφτες μου
φως από τα σπλάχνα
της ωραίας σας πανσελήνου

-το κλέβω όταν αποκοιμιέστε-
το πετάω μες στη μνήμη
για να πάρει
τα πάνω της
ή έστω
ν’ ασπρίσει λίγο

Καίσαρ Εμμανουήλ, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΚΙΟΣΚΙ

Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.

Γύρω απ’ αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ ωριμασμένους ήλιους.

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ’ τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’ την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

*”Ποιήματα”, Εκδ. Eρμής 2001.

*

ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΩΝ ΤΡΟΠΙΚΩΝ

Στον αιώνα αυτό, όπου ανήσυχοι πλανόμαστε,
συχνά τους εαυτούς μαςπαρομοιάζω
με κάτι ερευνητάς, που βρίσκονται έξαφνα
δεσμώτες μιας πυκνής, πανάγριας ζούγκλας.

Πέρα απ’ τις μακρινές, πολιτισμένες τους
πατρίδες εξεκίνησαν μια μέρα·
τα ουτοπικά τους μάτια η μέθη εφλόγιζε
του τροπικού κινδύνου, του απροόπτου.

Τώρα, απροσανατόλιστοι, περίτρομοι,
μες στων δασών την κόλαση πλανιώνται·
μόνοι, σε βρυχηθμούς θηρίων ανάμεσα,
το θάνατο προσμένουν, ένας-ένας.

Αύριον, οι ιθαγενείς, σε μια άκρη, θα ‘βρουνε
μια-δυο λευκές τους κάσκες ματωμένες
-σύμβολα υγενικά κάποιων που επέρασαν
οικτρών δυστυχισμένων Ευρωπαίων…

Ίσως, κανείς – ποιος ξέρει πάλι! – ανέλπιστα
μέσα στους τόσους άλλους επιζήσει·
τα βήματά τους εκείνος, τότε, σέρνοντας
βαριά από μια σφοδρή κι άνιση πάλη,

στη μακρινή, φιλήσυχη πατρίδα τους
το δέρμα μιας ωραίας θα φέρει τίγρης,
ενθύμιο από μια χώρα αγρία, απολίτιστη,
γεμάτη δέος, απώλεια κι αγωνία…

*Και τα δύο ποιήματα προέρχονται από εδώ: https://www.timesnews.gr/kaisar-emmanoyil-nychterini-fantasiosi-to-galazio-kioski-chamenoi-sta-vathi-ton-tropikon/?fbclid=IwAR3OItAScXa9wtnoSucwFqfcrB3afGLh4fgcvUuLBTMoVUk45EpPnz3Pwww