Γιάννης Ρηγόπουλος (1952-2017), Δύο ποιήματα

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Είχε Πανσέληνο ή περίπου
και σαν άδειασαν βιαστικά η σκηνή και οι κερκίδες
με κάλεσες να απολογηθώ.

Σ’ ακολούθησα από τον Ορχομενό στην Επίδαυρο
κουρελής εγώ
μισός βουνήσιος και μισός θαλασσινός
ζητιανεύοντας
μια νύχτα μες στα μάτια σου να γίνω γλάρος
ικετεύοντας
να κάψεις μες στις φλέβες μου τα ξωτικά.

Το γέλιο σου έσμιξε με την πέτρα
Κι είδα πως ανεβαίνουνε στους ουρανούς τα δαιμόνια.

Κλωνάρι αγράμπελη
το κορμάκι σου
ριγούσε στα δάχτυλα του τραγοπόδαρου
καθώς οι νεράιδες τέλειωναν τον καλαματιανό

Τότε ήταν που θυμήθηκα
τον πρόγονό μου τον φονιά
και βάλθηκα να χαλάσω την παράσταση.

Στις αρχαίες τραγωδίες δεν βρέχει.

*

ΔΩΔΕΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Δώδεκα νύχτες χόρευε στην κάμαρά του
ανάλαφρη σαν φεγγαροαχτίδα.
Εκείνος έπινε πλάι στα εικονίσματα
και κρατούσε τον ρυθμό
χοπ, χοπ, χοπ.
Όταν του είπε, πάει, φεύγω το πρωί
έβαλε φωτιά στα θυμιατά
και στη στολή που ‘χε ράψει, του γαμπρού.

Θανάσης Πάνου, Δύο ποιήματα

ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΦΡΟΝ

Υπάρχουν τόσα που επιπλέουν και συμπίπτουν.
Ένα κύμα γεμάτο σκουπίδια η δημοκρατία και η
επανάσταση,
η Ελένη και η Μαρία Αντουανέτα, ο Ροβεσπιέρος
και οι Άθεοι,
οι Γιρονδίνοι και οι εκάστοτε μετριοπαθείς,
οι προφητείες του Νοστράδαμου και του Ησαΐα
και μέσα στο μπλε της θάλασσας,
στο άσπρο των αφρών της ασφόδελο,
οι Ιακωβίνοι πιο κόκκινοι από τους κόκκινους,
και η λαιμητόμος να ανεβοκατεβαίνει
με το μονότονο με χρηματοδότηση γδούπο,
που τόσο το αίμα τον όχλο συνεπαίρνει.

Και τώρα, στων γηρατειών την κλίνη
μιας Καλυψώς τα πύρινα φιλιά
μιας Κίρκης την πυρωμένη αγκάλη
και τα νάζια της μικρούλας Βαγγελιώς
σκέπτεται μονάχα,
κι ολούθε δάκρυα νοσταλγούν.

*

ΧΩΜΑΤΙΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Όταν γεννάς ζωή,
όταν θάβεις με θάνατο τον θάνατο
και όταν μέσα σου γεννάς
και θάβεις-θάβεις και γεννάς,
σε αυτό το άπειρο θαύμα της φύσης
μέσα στο σώμα της,
κι εσύ και εγώ αντισώματα πολεμιστές, κύτταρα
συμμετοχής,
δύτες και εγώ κι εσύ
στην ίδια φύση του έρωτα και του θανάτου,
θεοί θνησιγενείς,
γόνοι πράξεων ασυντέλεστων
που στεφανώνουν τον έρωτα και τον θάνατο,
και εσύ και εγώ,
χωμάτινα παιχνίδια είμαστε,
στο χέρι βρέφους ιερού
που αρνείται να ενηλικιωθεί.

*Από τη συλλογή “Ο φάλτσος κότσυφας”, εκδ. Εξιτήριον.

Keoparetse Kgositsile, Τσαρλς Μίνγκους

Δικός μου ο θάνατος μέσα στις νότες
δική μου η πορεία χρεώσου εσύ το μονοπάτι
Τσαρλς
τα βαθουλωμένα μάτια της αγρυπνίας μού υπόσχονται αγιοσύνη
όμως σιχαίνομαι να παραμένω άγιος ενώ εσύ αγαπούσες τα σκυλιά
και έρπουμε και έρπουμε και όλοι μαζί σου κλαίμε
γιατί επόνεσες πολύ για την πουτάνα μνήμη
και γέμισε το ποτήρι σου
είναι ωραία όταν βρέχει και δεν υπάρχει θάνατος
μετάλλικα σαξόφωνα σε σιγοντάρουν μακρινά
ωραία να πουλάς τις νότες σου για μνήμη
και είναι η λήθη μια στιγμή που πάγωσε και μένει
κι είμαστε εμείς μία στιγμή που ακίνητη σωπαίνει
Τσαρλς
γεμίζω και εγώ το ποτήρι μου
το θέμα είναι ποιος από τους δυο
θα μας λυγίσει πρώτος.

*Από τη συλλογή “Spirits Unchained”, Broadise Press 1969. Μετάφραση: Χρ. Αγγελακόπουλος.

Giorgio Caproni, Φύλλα

Φύλλα
Πόσοι έχουν φύγει…
Πόσοι.
Τι απομένει…
Ούτε καν
η πνοή.
Ούτε καν
της πίκρας η αμυχή ή
της παρουσίας η κεντιά.
Όλοι
έχουν φύγει δίχως
ν’ αφήσουν ίχνος.
Όπως
δεν αφήνει ίχνος ο άνεμος
στο μάρμαρο καθώς περνά.
Όπως
δεν αφήνει πατημασιά
στο πεζοδρόμιο η σκιά.
Όλοι
άφαντοι σ’ έναν κονιορτό
ανάκατο από μάτια.
Ένα θρόισμα
άναρθρων φωνών, σαν
φύλλα κόντρα στην ανασαιμιά
πίσω απ’ τα τζάμια.
Φύλλα
που μόνο η καρδιά μπορεί να δει
κι ο νους δεν δίνει πίστη.

*Aπό τη συλλογή «Ο ελεύθερος σκοπευτής». Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Νικόλαος Κάλας (1907-1988), Πάνω σε κόκκινα 

Πάνω σε κόκκινα τριαντάφυλλα πέφτει η βροχή
κι οι σταγόνες είναι μεγάλες – πέφτουν συχνά
Για να σώσω τα λουλούδια βγάζω τα πέταλα
τα τοποθετώ με πολλή φροντίδα στις τσέπες μου
και με το ‘να μου χέρι σφίγγω δυνατά τ’ αγκαθωτά
κοτσάνια
με το άλλο θωπεύω τ’ αγκάθια γιατί σχίζου το δέρμα.
Το χέρι καλά πληγωμένο σου τείνω.
Δεν το κοιτάς προφασίζεσαι πως βρίσκεσαι μακριά.
Αποσύρω το χέρι.
Το κρύβω στην τσέπη,
όξω παντού είναι λάσπη
κι ο κόσμος γελάει θωρώντας τα μαδημένα κοτσάνια.
Δεν ξέρει πως πάνω στα πέταλα τώρα στάζει αίμα.
Ω, ό,τι κι αν κάνω γίνεται λάσπη.

*Από τη συλλογή “Οδός Νικήτα Ράντου”, εκδ. Ίκαρος 1977.

Μαρία Αγγελοπούλου, Δ – η μάνα – παραγωγούς [κυνηγούς] – Βαλτιμόρια

ξεκοκάλιζε κρέας ίνα-ίνα το χώριζε τ΄ ανακάτευε ύστερα
με πλιγούρι να βράσει αντάμα
έπειτα οκλαδόν με το κουτάλι μια μπουκιά εσύ και μια εσύ λίγο
πιο δίπλα κι άλλη -και μετά τι έγινε;- α ναι ο δράκος δυο μέτρα
τα φτερά εξείχαν της ουράς κλειστά άμα τ’ άνοιγε δέκα
γκρι μέτρα η δεξιά κι ακόμη δέκα η άλλη
ο Ντάριον σήκωσε το χέρι
φως από το στόμα του
[-…-…-…-]
πιάνει κουζινομάχαιρο χρτατς χρουτς -δόλια- πήρε δέρμα φλέβες
αρτηρίες ένα τένοντα ξανά χρατς το κποκαλο το ξέσκισε
χειμάρριασε το αίμα
χτύπος κι αναβλυσιά

*Από τη συλλογή “ΖΑΡΥΑ”, εκδ. Ποιητικά/Γκοβόστης, 2019.

Γιώργος Δάγλας, Τρία ποιήματα

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ

Πρέπει να φύγουμε
Είναι αργά
ν’ αγαπήσουμε
πίσω από κλειστές πόρτες.
Σε λίγο φεύγει το τελευταίο πλοίο
η θάλασσα φουρτουνιάζει μέσα μας.
Παντού μια έξοδος κινδύνου
παντού ουρλιάζει ο άνεμος.
Πρέπει να προχωρήσουμε.
Είναι αργά να γυρίσουμε πίσω.

*

Ο ΘΙΑΣΟΣ

Με έναν άλλο θίασο θα φύγω
σε πόλεις πιο μεγάλες
σε καφενεία με πολλά φώτα
και καλοντυμένες κυρίες.
Με κλασσικό ρεπερτόριο
κι έναν ωραίο ατζέντη
που θα με φέρνει με το αμάξι
και θα μου ανοίγει την πόρτα.
Ένας άλλος άνεμος
πιο ζεστός
θα με μαστιγώνει
μια λάβα πιο καυτή
θα με σκεπάσει.

*

Ο ΒΥΘΟΣ

Ν’ ακούω
τις παλιές αγαπημένες φωνές
τα τραγούδια των πουλιών
στην παλιά αυλή.
Ν’ ακούω τη μνήμη
να έρχεται και να φεύγει
μ’ ένα ανυπόμονο βογγητό.
Ν’ ακούω τη θάλασσα
να τη βλέπω να έρχεται και να φεύγει.
Τη βουή του βυθού,
τα χέρια γαντζωμένα στα βράχια.
Ν΄ ακούω εκείνη την ίδια ιστορία
γι’ αυτούς που δεν γύρισαν ποτέ πίσω.

*Από τη συλλογή “Ταριχευτές πουλιών”, εκδ. κύμα, 2020.

Στέφανος Μπεκατώρος (1947-2006), Πέντε ποιήματα

ΚΟΣΜΟΓΡΑΦΙΑ

Είμαστε όλοι κόσμοι κλειστοί
μικρές περίκλειστες καμπύλες
αποκλεισμένες στην αδιαφάνεια
της σιωπής.

*

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τα δέντρα
χέρια υψωμένα
τρέμουν

τα νεύρα
τα κλαριά κρατούν
δε σκύβουν

Κάτω
σωριάστηκαν τα φύλλα
οι φλέβες—

κόκκινα φύλλα
ματωμένα
και πεθαίνουν.

*

Ο ΠΥΡΕΤΟΣ

Έχω ένα πυρετό
που δεν είναι δικός μου
βάζω το θερμόμετρο
προσέχω τον αριθμό
σπάζω το θερμόμετρο.
Ο πυρετός μου δεν είναι αυτός.
Ό,τι μιλώ με λέξεις
δεν είναι δικό μου—
δικός μου ο άλλος πυρετός
εκείνος
που οι λέξεις και μετρήσουν.

*

ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΟΜΠΡΕΛΑ

Ο κύριος αυτός που σκουντουφλά
πάνω στο φως και τώρα
τον βλέπουμε—
σέρνει απ’ το μπράτσο
τη μαυροντυμένη γυναίκα του

ή μιαν ομπρέλα.

*

Η ΛΕΞΗ

Ήταν μια λέξη μόνο
πάνω στο χαρτί.
Ένα λευκό χαρτί.
Κάποιος ήθελε να τυλίξει κάτι.
Το βρήκε πρόχειρο, το πήρε.
Σε λίγο η λέξη μύριζε άσχημα.

Τώρα εκείνος που έγραψε τη λέξη
κλαίει. Έτσι, όπως εμείς
κλαίμε κάποιον δικό μας
που πέθανε.

*Από το βιβλίο “Πατριδογνωσία – Επιλογή 1969-1981”, εκδ. Θεωρία/Λογοτεχνία, Αθήνα 1982.

Η ποίηση και οι ανόητοι

Aldo Pellegrini*

Η ποίηση έχει μια πόρτα ερμητικά κλειστή στους ανόητους, αλλά ορθάνοιχτη για τους αθώους. Δεν είναι μια πόρτα κλειδωμένη με κλειδαριά, αλλά η δομή της είναι τέτοια που, όσα και αν κάνουν οι ανόητοι, δεν μπορούν να την ανοίξουν, ενώ υποχωρούν στη μοναδική παρουσία των αθώων. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αντίθετο στην ηλιθιότητα από την αθωότητα. Το χαρακτηριστικό του ηλίθιου είναι η συστηματική του φιλοδοξία για ένα ορισμένο ποσοστό εξουσίας. Ο αθώος, από την άλλη, αρνείται να ασκήσει την εξουσία γιατί τα έχει όλα.

Φυσικά, ο λαός είναι ο εν δυνάμει κάτοχος της υπέρτατης ποιητικής στάσης: της αθωότητας. Και στο λαό ανήκουν αυτοί που νιώθουν ως πόνο τον εξαναγκασμό της εξουσίας. Ο αθώος, συνειδητά ή όχι, κινείται σε έναν κόσμο αξιών (αγάπη, πρώτα απ’ όλα), ο ανόητος κινείται σε έναν κόσμο στον οποίο η μόνη αξία δίνεται από την άσκηση εξουσίας.

Οι ηλίθιοι αναζητούν την εξουσία με οποιαδήποτε τρόπο: πρώτα με το χρήμα, και με ολόκληρη τη δομή του κράτους, από την εξουσία των κυβερνώντων έως τη μικροσκοπική, αλλά διαβρωτική και απαίσια εξουσία των γραφειοκρατών, από την εξουσία της εκκλησίας μέχρι την εξουσία των δημοσιογράφων, από τη δύναμη των τραπεζιτών στη δύναμη που δίνουν οι νόμοι. Όλο αυτό το άθροισμα δύναμης οργανώνεται ενάντια στην ποίηση.

Καθώς ποίηση σημαίνει ελευθερία, σημαίνει και διεκδίκηση του αυθεντικού ανθρώπου, του ανθρώπου που προσπαθεί να αποδώσει τον εαυτό του, όλο αυτό έχει αναμφίβολα κάποιο κύρος στους ανόητους. Είναι αυτός ο ψεύτικος, τεχνητός κόσμος που χτίζουν οι ανόητοι με είδη πολυτελείας: κουρτίνες, μπιμπελό, κοσμήματα και κάτι σαν ποίηση. Σε αυτή την ποίηση που χρησιμοποιούν, η λέξη και η εικόνα γίνονται διακοσμητικά στοιχεία, και έτσι καταστρέφεται η δύναμη πυράκτωσής τους. Έτσι δημιουργείται η λεγόμενη «επίσημη ποίηση», η εφήμερη ποίηση, η ποίηση του κούφιου ήχου.

Η ποίηση δεν είναι παρά αυτή η βίαιη ανάγκη να επιβεβαιώσεις, είναι το είναι σου που οδηγεί τον άνθρωπο. Αντιτίθεται στη θέληση του να μην είσαι σε αυτούς που εμπνέουν τα εγχώρια πλήθη και αντιτίθεται στην επιθυμία του να είσαι σε αυτούς που ασκούν εξουσία.

Οι ηλίθιοι ζουν σε έναν τεχνητό και ψεύτικο κόσμο: βασισμένοι στην εξουσία που μπορεί να ασκηθεί στους άλλους, αρνούνται την αποφασιστική πραγματικότητα του ανθρώπου, την οποία αντικαθιστούν με κούφια σχέδια. Ο κόσμος της εξουσίας είναι ένας κόσμος χωρίς νόημα, εκτός πραγματικότητας. Ο ποιητής αναζητά στη λέξη όχι έναν τρόπο να εκφραστεί αλλά έναν τρόπο να συμμετέχει στην ίδια την πραγματικότητα. Στρέφεται στη λέξη, αλλά αναζητά μέσα της την αρχική της αξία, τη μαγεία της στιγμής της δημιουργίας του ρήματος, μια εποχή που δεν υπήρχε κανένα σημάδι, αλλά μέρος της ίδιας της πραγματικότητας. Ο ποιητής -για να χρησιμοποιήσουμε το ρήμα- δεν εκφράζει την πραγματικότητα, συμμετέχει σε αυτήν.

Η πόρτα της ποίησης δεν έχει κλειδί ή κλειδαριά: την υπερασπίζεται η ποιότητα της πυράκτωσής της. Μόνο οι αθώοι, που έχουν τη συνήθεια να εξαγνίζουν τη φωτιά, που έχουν φλεγόμενα δάχτυλα, μπορούν να ανοίξουν αυτή την πόρτα και μέσα από αυτήν να διεισδύσουν στην πραγματικότητα.

Η ποίηση σκοπεύει να εκπληρώσει το καθήκον του να κάνει αυτόν τον κόσμο ακατοίκητο για ανόητους.

*Δημοσιεύτηκε στο “Poetry Magazine No. 9, August 1961”. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Ο Aldo Pellegrini (Rosary 1903 – Santa Fe 1973) ήταν Αργεντινός ποιητής, δοκιμιογράφος και κριτικός τέχνης. Δύο χρόνια μετά τη δημοσίευση του πρώτου σουρεαλιστικού μανιφέστου του André Breton το 1924, ο Pellegrini ίδρυσε στο Μπουένος Άιρες μαζί με τον Marino Cassano, τον Elias Peterbarg και τον David Sussman, την πρώτη σουρεαλιστική ομάδα από την Αργεντινή και τη Νότια Αμερική, η οποία ήταν η υπεύθυνη της έκδοσης δύο τευχών του περιοδικού “Que” το 1928.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Φρατέρκουλα [1] του Ατλαντικού

Γράφω ποιήματα που σημαίνουν λίγα Φαρενάιτ
Ελάχιστα κατανοητά στο χαρτί σαν φρατέρκουλα
Οι λεύγες πετάνε μίλια από γλάρους χαμηλά
Πάπιες ισορροπούν στο κύμα ακροβάτες
Ένα χέρι με τραβά από το πόδι στο κρύο Γιακούτσκ [2]
Βυθίζομαι κι επανέρχομαι ζωντανός στους -83.9° F
Γράφω ποιήματα και στο μελάνι χύνονται στιγμές
Φτερά από σφαγμένα γλαροπούλια απεύχομαι
Τι να σημαίνει άραγε η θάλασσα για τους βράχους;
Αν, όχι ένα μαρτύριο επανάληψης ή συνήθειας;
Γράφω ποιήματα κάτω απ’ την άμμο υπονοούμενα
Μ’ ένα κλάμα έρχεται και τα καλύπτει θάρρη η θάλασσα
Με ημισφαίρια που συμβολίζουν το βόρειο σέλας
Χαροκαμένα στήθη του αρκτικού κύκλου κοπιάστε
Γίνονται έτσι αντηχείο﮲ τα ποιήματα της σπηλιάς κοχλάζουν
Μια φαφούτα βοή στα χέρια, Πίσω απ’ τον ορίζοντα του
Ψύχους ξεπροβάλλει -επιτέλους- ο ήλιος θερμαστής…

[1] Αλλόκοτα θαλασσοπούλια.
[2] Η Yakutsk είναι η πιο κρύα πολιτεία του κόσμου με το θερμόμετρο να αγγίζει τη θερμοκρασία των -83.9° F (or -64.4°C).

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.culturebook.gr/grafeion-poihsews/epta-syn-ena-poihmata/7-1-2022-culture-book-1-june.html?fbclid=IwAR2y0r1uYVb8A8Ml4XZ7GoGynMYYpTfXtrEoVraJW_RMLqn8cDFXdOzQVuo