Βασίλης Νικολόπουλος, Αυτοβιογραφία 

*Το ποίημα είναι μια παραλλαγή του Βασίλη Νικολόπουλου στο ποίημα του Lawrence Ferlinghetti, όπως το βρήκε στο To Koskino (https://tokoskino.me/2013/12/05/lawrence-ferlinghetti-%ce%b1%e1%bd%90%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1/), σε μετάφραση των Κώστα Γιαννόπουλου και Φώτη Αθέρα.

Ζω μια ήσυχη ζωή
κάτω απ’ τον χειμωνιάτικο πρωινό ήλιο
στην παλιά συνοικία,
με τα φουγάρα να καπνίζουν
και του εργάτη το χέρι να σκάβει τον γέρικο τοίχο
Ζω μια ήσυχη ζωή τώρα,
πίνοντας το κρασί του πατέρα μου τα βράδια,
απ’ του νεκρού του φίλου το αμπέλι,
που είχαν το ίδιο όνομα και τις ίδιες παλιές ιδέες
Το ρολόι του κόσμου χτυπούσε πάντα μεσάνυχτα
Τα πρώτα μου διαβάσματα
ήταν στίχοι Αμερικάνικων τραγουδιών
Δεν νιώθω και τόσο Έλληνας,
όσο οι μεγάλοι ποιητές της χώρας μου
κι ας παρέλασα, φέροντας κάποτε τη σημαία της,
από τύχη και με τον τρόπο μου,
στον κεντρικό δρόμο,
ακούγοντας αποθαρρυντικά να μου στέλνουν μηνύματα
οι περήφανοι ηλικιωμένοι πολίτες της
Με φέρανε απ’ τη μεγάλη πόλη στη μικρή
κι έτσι με γλύτωσαν απ’ τα χειρότερα
Αργότερα το είδα, κατεβαίνοντας ξανά στην Αθήνα
Τον πρώτο καιρό, συνήθως, τσαλαβουτάς στη μιζέρια
Την βγάζεις σε κάποιο παγκάκι στον πεζόδρομο,
δυο βήματα απ’ την εξώπορτα όπου νοικιάζεις,
πλάι στις ράγες του ηλεκτρικού,
με τους μπάτσους, περαστικοί, να ρωτάνε διάφορα
ή χάνεις τον προσανατολισμό σου
εκεί, γύρω στο Σύνταγμα
Ύστερα αρχίζεις να βυθίζεσαι
Σαν παιδί, θυμάμαι ν’ ανοίγω την πόρτα
και να το σκάω απ’ το σπίτι
Οι συνθήκες και η ώρα δεν είχαν ποτέ σημασία
Έβγαινα για να τραγουδήσω τα κάλαντα
και με τα λεφτά των γειτόνων αγόραζα δίσκους
Το μόνο ρολόι που είχα ποτέ
το κλέψανε οι καινούριοι μου φίλοι
όταν τους κάλεσα στο σπίτι για παιχνίδι
Συνήθιζα να κλέβω κονκάρδες συγκροτημάτων
και άλλα μικρά αντικείμενα για να διατηρήσω τη μνήμη,
για τα οποία δεν πιάστηκα ποτέ
Στην πρώτη μου χοροεσπερίδα
ζήτησα συγγνώμη απ’ το γκαρσόνι,
γιατί ξετύλιξα όλο το χαρτί τουαλέτας στο πάτωμα
και βάλθηκα σαν τρελός να χορεύω,
σέρνοντάς το με τα πόδια μου στην αίθουσα
Δεν πολέμησα σε κανέναν πόλεμο,
ωστόσο είδα φίλους μου να σκοτώνονται
και μικρά παιδιά να φεύγουν για πάντα
στους ξενώνες κάποιου ιδρύματος
και τους δικούς τους ν’ αγκαλιάζουν μαύρα σύννεφα
Μεγάλωσα πιστεύοντας στη μουσική
και εξομολογήθηκα στον πατέρα της μάνας μου,
σκυφτός εμπρός του,
ιερέας στις μαύρες λίστες της εξουσίας
Τραυμάτισα το μυαλό και το σώμα μου
πηδώντας από μάντρες και ορόφους οικοδομών,
στα μπετά ακόμη,
γλυτώνοντας νεότερους απ’ το δηλητήριο, όχι για πολύ,
πώς αλλιώς, παίρνοντάς το ο ίδιος
Ξεφύλλισα άσεμνα περιοδικά,
με τις σελίδες τους κολλημένες απ’ το σπέρμα συνομηλίκων
και διάβασα τη Γαμησομηχανή
και άλλες ιστορίες καθημερινής τρέλας
κρυμμένος στις βιβλιοθήκες ανήσυχων συγγενών
Αποκοιμήθηκα περιμένοντας
στο ιστορικό ταχυφαγείο της Παπαστράτου
κι αφού ευγενικά με επανέφεραν
βυθίστηκα σε σύντομο ύπνο
στα σκαλοπάτια μιας φιλόξενης στοάς
Τα μεθυσμένα βήματα των ανθρώπων ηχούσαν σαν όνειρο
Τώρα ζω μια ήσυχη ζωή
με μια γυναίκα που κάποτε την ερωτεύτηκα παράφορα
και τα παιδιά μας
Αποφεύγω, όσο γίνεται, τα λάθη
και διαβάζω τις αγγελίες αναζητώντας δουλειά,
ανακαλύπτοντας τι λείπει και τι περισσεύει στον άνθρωπο
Οι σκέψεις μου συνομιλούν ενίοτε με άλλες εποχές,
όπως συμβαίνει και με τούτο το ποίημα
Ο Φιλ Σπέκτορ οπλοφορούσε διαρκώς,
βουτηγμένος στην παράνοια,
απειλούσε τους μουσικούς και ό,τι θεωρούσε δικό του,
τον κόσμο όλο, τη γυναίκα του
μπουκάροντας στη ζωή τους,
μέχρι που έφτασε στον φόνο
Ο ντα Βίντσι αναζητούσε την ανύψωση του πνεύματος,
το ίδιο και ο Μπωντλέρ
Έχω πει ψέματα
για να πουλήσω ακριβά γερμανικά αυτοκίνητα
σε ανθρώπους που δεν τα είχαν ανάγκη
Σέρβιρα καθαρά ποτά
σ’ όλους τους μεθύστακες που σταθήκανε μπρος μου
Βούτηξα τα χέρια μου στο πετρέλαιο
και στα παράγωγά του
και έχασα το πρώτο μου φιλοδώρημα
επιστρέφοντας σπίτι με το ποδήλατο
Παρ’ όλα αυτά
δεν έχω υπάρξει πολύ φτωχός στη ζωή μου
Αμέλησα να κατεβώ στην πορεία,
όμως ποτέ δεν έπραξα αυτό που αντιμαχόμουν
Άκουσα μουσικούς και άλλους καλλιτέχνες
να μας προτρέπουν να καπνίσουμε κάνναβη,
σε φεστιβάλ της νεολαίας του Κομουνιστικού Κόμματος
κατά των ναρκωτικών και των εξαρτήσεων
Τρύπωσα φορώντας κουρέλια
σε μπαρ όπου σύχναζαν πλούσιοι και πούστηδες,
στο Κολωνάκι,
αλλά κανείς τους δεν μ’ έδιωξε
Γύρισα τη χώρα μ’ ένα αμάξι φορτωμένο ψευδαισθήσεις
Βρέθηκα σε νησιά και σε λίμνες παγωμένες
στα βόρεια
Είδα το άγαλμα του Κολόμβου, στη Ράμπλα, στη Βαρκελώνη
να δείχνει τι τελικά,
και ασυναίσθητα έφτυσα στα πόδια μου
Ασιάτισσες να μαλάζουν λευκά κορμιά
σε παραπήγματα στις παραλίες της Μαγιόρκα,
μια ανάσα απ’ τις εξοχικές κατοικίες των βασιλέων
Ήπια αλκοόλ
σε υπόγεια που μυρίζανε κάτουρο απ’ την είσοδο
Στάθηκα στα σύνορα της Αλβανίας
και δεν αφουγκράστηκα τίποτα ως αδιάφορος νεαρός
Ανέβαλα κι ακύρωσα ένα σωρό ταξίδια∙
στην Κρήτη, το Λονδίνο,
δεν πήρα την αυτοκινητάμαξα για τις Κάτω Χώρες
και στο Βερολίνο ταχυδρόμησα μόνο κάτι βιβλία φίλων
Κάποτε σιχάθηκα την Αθήνα
κι έτρεμα όσου να πάρω το δρόμο της επιστροφής
Τώρα δεν μπορώ να τη φτάσω
Στην Πάτρα κρύφτηκα σε μουντά διαμερίσματα
κι έφτασα στο λιμάνι για να βρω την οδό μου
Μετανάστες σερνόντουσαν στο οδόστρωμα
ανάμεσα στις ρόδες των φορτηγών
κι από πίσω μπουλούκια
και σειρήνες να ουρλιάζουν
και το καρναβάλι να συνεχίζεται σε κάθε πόλη
Έχω μπλέξει όχι μόνο με τη σιωπή,
αλλά και την ακινησία
Έχασα όλα μου τα λεφτά
γιατί αγάπησα τρελούς συντρόφους
κι ήθελα κάποτε να στήσω μια σκηνή και το ‘κανα∙
Παρέλειψα να φωτογραφηθώ με τον Ανεστόπουλο,
και τώρα αυτός έχει φύγει
Είδα τον Πουλικάκο,
τον Νίκο, που ακολούθησε κι αυτός το φευγιό
και τον Βασίλη Σπυρόπουλο,
να μη λεν να κατέβουν απ’ το καταραμένο σανίδι
τέσσερις ώρες μετά
Τον Τόλιο να βαριανασαίνει πίσω απ’ το ντραμ σετ
Πιτσιρικάδες,
να με παρασέρνουν σ’ ένα κατεστραμμένο τοπίο εαυτού
Άκουσα το πειραγμένο σαξόφωνο
και τη φωτιά να κυλά απ’ το ξύλινο πατάρι
Τώρα, ζω μια ήσυχη ζωή
Ο ήχος του ακορντεόν ακόμη με συγκινεί,
απ’ τα μεσοπέλαγα στους δρόμους της πόλης
Ο ακορντεονίστας χαμογελά, κοιτάζει ψηλά
κι εγώ ραίνω με στριμμένο καπνό το λευκό πρωινό
Το μικρό αγόρι
συγκεντρώνει τα κέρματα στο καπέλο του
Είπα, σε μια στιγμή έξαψης, πως
δεν έχω αρχή και τέλος, 
δεν έχω ηλικία
Πως είμαι το δέρμα που έξυσε την άσφαλτο
και μούσκεψε στη βροχή
Ο ξένος και το γεφύρι στο ποτάμι των ψυχών
Η τελευταία βόλτα στην κοιλάδα του θανάτου
και η αθέατη πλευρά
Ο κακόφημος δρόμος που εμπιστεύτηκες 
και τα μπουκάλια που κατέβηκαν τις κάβες να λυτρωθούν  
Είμαι ο πατέρας που έλειψε χωρίς να κάνει βήμα 
Η μάνα των λαθών που εξεγείρεται 
Τα κόκκινα μάτια που αποφεύγουν 
Θυμάμαι τον ταρίφα, να με ξερνά στην 28ηςΟκτωβρίου,
γιατί αισθάνθηκε να απειλείται,
στη στάση Πολυτεχνείο, γυρεύοντας Κυψέλη,
Δροσοπούλου, κάτω Πατήσια∙
με φέρανε απ’ τη μεγάλη πόλη στη μικρή,
για να γλιτώσω τα χειρότερα
Οδήγησα, έκτοτε, χιλιόμετρα σε ξεχαρβαλωμένους δρόμους
με ξεχαρβαλωμένα αυτοκίνητα
για να μην καταφέρω να πουλήσω και να πουληθώ
Δανείστηκα για να φάω και να ταΐσω
Κράτησα την καρδιά μου στη θέση της,
και τράβηξα για το δάσος και τη θάλασσα
και για μέρες ξεχάστηκα εκεί
Τώρα, ζω μια ήσυχη ζωή
Στο μπαρ δεν πολυπηγαίνω πια
Επισκέπτομαι τον φίλο μου,
που την Αφροδίτη του μου χάρισε
και στου δωματίου μου το φως τη βλέπω τώρα να ξεπροβάλει
μοιράζοντας γύρω έναν κόσμο
Φυσικά και μ’ έχουν εξαπατήσει,
αλλά τι θα ‘ταν η ζωή
αν δεν είχες βρεθεί έστω και μια φορά από κάτω;

12/3/2022

Carol Berge, Τρία ποιήματα

ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΟΛΟΙ
αλλά τότε:
θα μπορούσε να με σκοτώσει
μες την τρέλα του, απ’ τις πεζούλες
φόβων που τον περιστοιχίζουν,
εγώ μπορούσα να σχεδιάσω ευκρινείς χάρτες
του άγριου λαβύρινθου ‘ να χαράξω εκεί
τη διαδρομή μου εναντίον του και νατρυπήσω
τα φτιασιδωμένα του επίχρυσα κύπελλα (1) με
τα ίδια του τα μυστικά.
και τότε τι: μιας και κείνος
γνωρίζει καλά πού
βρίσκονται τα κολωνάτα μου ποτήρια,
θα μπορούσε εύκολα ν’ ανταποδώσει,
χρησιμοποιώντας διαφορετικό χάρτη
και μέταλλα.
είναι καλύτερα να περιμένω,
να εκτιμήσω το πεδίο
και να κινηθώ σαν
το φεγγάρι σταθεί απέναντι στα μάτια του,
για μια στιγμή τυφλώνοντάς τον.

*

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
με τον τρόπο που οι ινδιάνοι αλέθουν τα βελανίδια
με τον τρόπο που οι ινδιάνοι αλέθουν καλαμπόκι
χρησιμοποιώντας τους κυκλικούς λίθους
δουλεύοντας τη στρογγυλή πέτρα μες τη γούβα
του γρανιτένιου βράχου με το ορυκτό να λαμπυρίζει
για να φτιαχτεί το φαγητό
και το ορυκτό ν’ αστράψει μέσα στο βράχο
δίπλα στα γόνατα δίπλα στις κουβέρτες
και ο καπνός απ’ τη φωτιά να σηκωθεί ψηλά
καθώς οι κοντινές βελανιδιές ρίχνουν μες το φθινόπωρο
κάτω τα φύλλα τους

με τον τρόπο που γυναίκες με πλεξούδες αλέθουν
χρησιμοποιώντας τη στρογγυλή πέτρα
εποχή με την εποχή
χρόνο με τον χρόνο
διαλέγοντας τις ίδιες πάντα φθαρμένες
στρογγυλές σκουρόχρωμες πέτρες
ψηλά απ’ το ποτάμι
δίπλα στις φωτιές δίπλα στο νερό

με τον τρόπο που οι γυναίκες το ανάμειξαν
με τον τρόπο που το ψωμί φτιάχτηκε
με τον τρόπο που το ψωμί φουρνίστηκε
με τον τρόπο που το ψωμί φαγώθηκε
με τον τρόπο που το ψωμί έγινε σάρκα
με τον τρόπο που η σάρκα έγειρε πάνω στις πέτρες
και έγινε γη και βελανίδια

*

ΒΡΥΑ. ΣΑΝ ΕΜΒΡΥΙΚΟΙ ΣΑΚΟΙ
δεν πήρες το σημείωμά μου; το άφησα
εκεί που ήμουν σίγουρη πως θα περνούσες:
το μέρος κοντά στα τρομακτικά ισπανικά βρύα που
κρέμονται σαν γκρίζος θάνατος στα δέντρα,
σαν εμβρυϊκοί σάκοι, στο σημείο όπου
είδαμε δύο ελάφια να περνούν, έλεγε πως
θα ’φεύγα στα σίγουρα
εκτός αν χαμήλωνες τη φωνή σου
και κατάφερνες να μην κάνεις κάποια
συγκεκριμένα αλλόκοτο πράγματα,
αυτός είναι ο δικός σου τόπος, όχι
ο δικός μου, σου είπα. και κανείς
δεν μαγειρεύει κοτόπουλο εδώ, κανείς
δεν φαίνεται έστω κάπως γνώριμος,
αν περάσεις απ’ αυτό το σημείο, ψάξε για
τα κόκκαλα της πρώτης μας γέννας
που έλειπε προτού εγώ σου φανερωθώ
και που θα φύγει μαζί μου.
τα κουκουνάρια κάνουν τον δρόμο μαλακό,
εκατοντάδες απ’ αυτά.

*Από το βιβλίο “Ποιήτριες της γενιάς των beat”, εκδ. Opportuna, Πάυρα 2021. Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

1.Cellini cup (ή rospigliosi cup) διακοσμητικό κύπελλο από χρυσό και σμάλτο του 18ου αιώνα, που αρχικά η δημιουργία του είχε αποδοθεί στον Benvenuto Cellini (1500-1571).

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

“Αδερφή με τη γούνα”


Αδερφή με τη γούνα “-Με την κωλοπαρέα τον κράζει-Χρόνια του πετάει-Τσιγκάκια μπίρας και πέτρες-Τον ξεφτιλίζει σαν θέαμα-Τον κάνει στα σάλια-Αλλά κάποιο βράδυ-Η “Αδερφή με τη γούνα ”-Είν’ ο μόνος που θα σταματήσει-Σε δυστύχημά του με αμάξι-Καλώντας ασθενοφόρο-Σύντομα στον τόπο-Σμπαραλιασμένα τα ζυγωματικά του-Χτυπώντας στου νεκρού συνοδηγού το κεφάλι-Βγαίνει απ’το πίσω κάθισμά του-Φάσμα στα αίμα-Κι η “Αδερφή με τη γούνα”-Που κράζει-Με την κωλοπαρέα-Χρόνια-Τρέχει και του βάζει τη γούνα-Να τον προστατέψει απ’ το αγιάζι-Μ’ αυτήν τον αποχαιρετά στο φορείο-Του τη χαρίζει-Απλά σαν ενθύμιο-Του κρατάει το χέρι σαν φίλος-Η “Αδερφή με τη γούνα ” που κράζει-Με την κωλοπαρέα-Χρόνια-

*

Καφάσια για σκαμνάκια


Ο γέρος του εγκρεμίστη στη βοσκή-Με στηριγμένα στο γείσο του κεράκια-Μια φλογίτσα στα πέρατα ζωή-Σαν το μεγάλο ζωγράφο στα χωράφια-Το πατρικό ξενώνας για Στουτγκάρδια-Και το μαντρί της τράπεζας χαρτάκια-Κι αυτός με Εβγα γωνιακός με τα καφάσια για σκαμνάκια για όσους τα πίνανε τα βράδια-Στο τι Αθήνα τι Σικάγο-Όσιος μπάστακας μέχρι το τέλος να θυμίζει-Πως στα κατσάβραχα μια μέρα θα γυρίσει-Απάνω σε ένα βράχο -Να κάθεται σαν το κατσίκι-Στη σύνταξη-Κρατώντας μια βαλίτσα-Χαιρετησε με δάκρυα-Οι επόμενοι πετάξαν’ τα καφάσια-Βάλαν’ σκαμπό και καρεκλάκια-Μα όλοι σταμάτησαν εκεί να πίνουνε τα βράδια-0 γέρος του εγκρεμίστη στη βοσκή-Με στηριγμένα στο γείσο του κεράκια-Μία φλογίτσα στα πέρατα ζωηή-Σαν το μεγάλο ζωγράφο στα χωράφια-

*Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.

Jacques Prevert, Στο ανθοπωλείο

Φωτογραφία: Irving Penn

άποιος άνθρωπος μπαίνει σ’ ένα ανθοπωλείο
και διαλέγει λουλούδια
η λουλουδού τυλίγει τα λουλούδια
ο άνθρωπος βάζει το χέρι στην τσέπη του
να ψάξει για χρήματα
χρήματα για να πληρώσει τα λουλούδια
μα βάζει την ίδια στιγμή
ξαφνικά
το χέρι στην καρδιά του και πέφτει
Την ίδια στιγμή που πέφτει
τα χρήματα κυλάν καταγής
κι έπειτα πέφτουν τα λουλούδια
την ίδια στιγμή με τον άνθρωπο
την ίδια στιγμή με τα χρήματα
κι η λουλουδού στέκει εκεί
με τα χρήματα που κυλάν
με τα λουλούδια που μαδάν
με τον άνθρωπο που πεθαίνει
πραγματικά όλα αυτά είναι πολύ θλιβερά
και πρέπει κάτι να κάνει
η λουλουδού
μα δεν ξέρει πώς
δεν ξέρει
από πού ν’ αρχίσει
Είναι τόσα πράγματα που πρέπει να γίνουν
μ’ αυτόν τον άνθρωπο που πεθαίνει
αυτά τα λουλούδια που μαδάν
κι αυτά τα χρήματα
αυτά τα χρήματα που κυλάν
που δεν σταματούν να κυλάν.

*Μετάφραση: Μιχάλης Μεϊμάρης.

Μαρία Πανούτσου, Το χάραμα

Τότε που εφιάλτες στα στρατόπεδα
Γίνονταν πραγματικότης
Τότε που οι άρρωστοι ματώνουν τα κρεββάτια τους
Τότε που ορφανεύουν οι άνθρωποι
Τότε φεύγω, το χάραμα, την ώρα της ξεκούρασης
την ώρα της ανακωχής
Την ώρα που τα ανομολόγητα
Γίνονται ανάμνηση βουβή.

*Από τη συλλογή “Η Ερημη Πόλη” (2016)

**https://eyelands.gr/2016/10/08/η-ποίηση-της-μαρίας-πανούτσου/

Ζωή Καραπατάκη, Πέντε χαϊκού

Φώτο: Robin

1

Φύλλα σαλεύουν
έν ‘ αεράκι φυσά
νυχτώνει πάλι

2

Ήσυχη βροχή
να κυλάει στο δρόμο
ακούω μόνο

3

Μια πεταλούδα
φέρνει τα μπλε φτερά της
γύρω απ ‘ το φως

4
Ζεστές πατάτες
φυλάω στο τραπέζι
και για τους δυό μας

5

Όσο μ ‘ αγαπάς
τον κόσμο θα κοιτάζω
σαν το πουλάκι

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Τα Ερωτικά

Στον Τ.

Ι.

Εφτά φορές στην Κόλαση
εφτά φορές και στο σταυρό
γεμάτος από την πύρινη
επιθυμία σου
δαγκώνω τον μίσχο

και πεθαίνω

ΙΙ.

Λέγαν οι σοφοί κι οι μύστες
πως θανάτου φλέβα είναι
ο έρωτας
του θανάτου και το γέννημα μετά

μα στο υποσχέθηκα
πως έκπτωτος θα λατρεύω
τα χείλη σου
και πως ακατάσχετα
θα ιερουργώ με φύκια
στους λαγόνες

ΙΙΙ.

Αμαρτωλός
στις εσοχές σου κείτομαι
ραδιούργος των τεσσάρων
ανέμων

παραφυλώ για το φίδι
και τη προδοσία Του
πάλλοντας ρομφαίες
και σκήπτρα
στο κενό

ΙV.

Μια νυχτωδία
γέρνει στα φύλλα
κι οι οργασμοί σου
χείμαρροι στους κήπους
τους κρυφούς
της Βαβυλώνας

V.

Των αθανάτων
απαιτείς τα δείπνα
και μεταμορφώνεσαι
ξανά για να σε πάρω

VI.

Δώρο υγρό και χάνεται
αντίδωρο σαν ρόδο
της ερήμου

χίλιες και μία
οι ανάσες μας
χίλιες και μία
οι αγκαλιές

πίνω βροχή
το σώμα σου
πίνω βροχή
τον κάθε σου
σπασμό

VII.

Άνοιξέ με
με την υγρή σου
γλώσσα
και μάθε μου
όλες τις διαλέκτους
του οργασμού

Θωμάς Γκόρπας, Νταλκάδες

Artwork: Silvia Grav

Στον Ανδρέα Εμπειρίκο

Η τέντα του καλοκαιρινού κινηματογράφου είναι σαν μεγάλο ατλαζωτό φυσερό κάνει ήχο όταν ανοίγει ή κλείνει. Σαν το ήχο που κάνουν τα καράβια μπαίνοντας ή βγαίνοντας απ’ το λιμάνι.

Το ίδιο ήχο κάνουν και πάμπολλα ποιήματα του Εμπειρίκου οι βεντάλιες κάποτε των γυναικών.

Πηγαίνουμε στα δάση πηγαίνουμε στα έρημα λιμάνια πηγαίνουμε πηγαίνουμε σε καλοκάγαθα νοικοκυρεμένα μαγαζιά σε άκρα της πολέως για να κάνουμε επαφή με το μακρινό το μέλλον το μέλλον μας τ’ ανώνυμα σουραύλια του παρελθόντος τα επώνυμα προσκλητήρια.

Η μισή τραγουδάει η άλλη μισή μελαγχολεί περιμένοντας ολόκληρη. Από τα παιδικά μου χρόνια στη σημερινή καρδιά μου εισελαύνουν φράχτες νυχτερινή και της μέρας χαρμόσυνα κουδουνίσματα.

Η Ποίηση είναι ένας δρόμος σπαρμένος με καρφιά είναι μια στρατιά καρφιά όπου φιλοξενούν στο ρετιρέ τους ρόδα.

Εσύ δεν είσαι καμωμένη από ρόδα δεν είσαι καρφί αλλά μια απελπισμένη άγνωστη παραλία που έχασε για πάντα κολυμβητάς και βάρκες και ψαρέματα και τα ελάχιστα εκείνα μοναδικά ζευγάρια τα τόσο ευχαριστημένα και θλιμμένα.

Όταν με κυνήγαγε η πολιτική με κυνήγαγες κ’ εσύ. Τώρα που σε κυνηγάω εγώ έγινα σαν την πολιτική και ίσως πλέον αφόρητος και πλέον ανελέητος απ’ αυτήν.

Σ’ αγαπάω σημαίνει τρυπάω με καρφίτσα παλιά σύννεφα και πέφτει βροχή. Μαζεύω τη βροχή όπως μια κόρη μαζεύει παπαρούνες στον αγρό. Μεταξύ των σπλάχνων μου και των χειλιών μου συναντάω πάλι τη λέξη πλάγια αλλά αυτή από καιρό δεν είναι λέξη πια αλλά τα μαλλιά σου ή φωτιά συνθλιβομένη από φορμαρισμένα ερωτικά φύλλα χείλη δροσιάς.

Πλάγια διαλεγμένη από καουμπόυς μια κατακίτρινη από το κακό της αγκαλιά πλάγιά διαλεγμένη για το φετινό καλοκαίρι – που σε γέμισε άνθη δακρύων και πληγών κ’ επικίνδυνη νοσταλγία λυσσασμένη.

Έχουμε μιαν ακρογιαλιά μα δεν έχουμε καρδιά για πέταμα έχουμε γένια μα δεν έχουμε χτένια μας τα φέρνουν άλλοι.

Σ’ ορισμένες περιοχές της νύχτας μας ενοχλούσε ΙΧ φτωχοπουτάνες φυματικά μπαρ κομψοί και χαμογελαστοί ρουφιάνοι.

Έρημες ομορφιές έρημες γυναίκες έρημες ιδεολογίες στον τόπο τους πια δεν φυτρώνει τίποτε και μόνο ταινίες αστυνομικές μας ξεκουράζουν.

Χρειάζονται πια έργα μνημειακά για το καλό του μέλλοντος για το κακό και για το τίποτε.

Σκοροφαγωμένες ιστορίες βγαίνουν απ’ τις ντουλάπες τους και δίνουν στους σύγχρονους φουκαράδες λίγη χαρά:

Το παιδάκι μου… Οι καλοί συνάδελφοι… Ο κουμπάρος… Η κουμπάρα… Το αμάξι μου… Το διαβατήριο μου…

Τα κέρατά σας τα τράγια τα κρέατα σας το σάντουίτς σας στις 11 το πρωί το σήριάλ σας στις 11 το βράδι – τα περασμένα χρόνια τι γρήγορα που περνούν… Δε νομίζω… Δε νομίζω…

Τα’ αγιόκλημα ο δυόσμος και ο βασιλικός της εποχής είναι τα σκουπίδια σας σε σακούλες νάυλον αλλά δεν τα ζωγραφίζει κανείς…

Η πολιτική είναι βρόμικη καθορίζει με αναπόληση παιδικών ιστοριών ή μελλοντικών απορρυπαντικών και μετά χέσ’ την.

Η πραιτωριανοί συλλαμβάνουν για λογαριασμό κάποιου Χ που πρόκειται να συλληφθεί τον άλλο μήνα υποψήφιους ήρωες φαρμακωμένους φοιτητές και καμουφλαρισμένους πράκτορες.

Ύστερα από λίγες μέρες οι μεν ξεχνάν τα ποιήματα και τα ουίσκια της καρδιάς υποτίθεται οι Δε μένουν με ενάμισι πόδι ή τρώγονται στο σκοτάδι και οι άλλοι παρατάν τα προσχήματα.

Κάποτε τελειώνουν τα λόγια και το ξινισμένο σεξ και τα μασκοφόρα όνειρα γατί εμφανίζονται επιτέλους οι αναμενόμενοι πιστολάδες – ούτε άργησαν ούτε μας ξέχασαν ήρθαν στην ώρα τους που αποδείχθη η ώρα μας.
Προσοχή να μη σε κάνουν γεφύρι.

Όταν χάνονται όλα τα κλειδιά ασφαλείας γεμίζουμε Ασφάλειες.

Χόρτασα λεμονιές κατσίκια τα Χριστούγεννα στα χωριά. Οι χωριάτες έχουν τηλεοράσεις μοντέλα αλλά παλιά τσαπιά. Οι παλιοί χωματένιοι δάσκαλοι χάθηκαν. Οι καινούργιοι αδυνατίζουν με τη ρόδα.

Αυτοεξόριστοι Κενυάτες υποψήφιοι Πρόεδροι Δημοκρατίας στα τζουκ μποξ της Αθήνας βάζουν «Το 13 το κελλί» του Λαύκα. Στις ταβέρνες μπεκρήδες της αναμονής οι μαιτρ της παγκόσμιας απελπισίας κλείνουν το ξενύχτι με χαλβά του μπακάλη – με κανέλα και λεμόνι.

Αράπικο φιστίκι
Αράπικο λουλούδι
Αράπικο άλογο
Αράπικο πετρέλαιο…

Γιάννης Δάλλας (1924-2020), Δύο ποιήματα

ΜΗ ΦΩΝΑΣΚΕΙΣ

Μετά την εποχή των αγενών μετάλλων
τη βασιλεία του τροχού κι ώς τη διάσπαση
του ατόμου
ιδού που αναβοσβήνει και για σένα
η ηλεκτρονική επανάσταση της ύλης
και αντιύλης

Μη φωνασκείς λοιπόν χέρι που γράφεις
μη θορυβείς και πάψε να χειρονομείς
πίσω απ΄ τις λέξεις
Το ιμπέριουμ της φωνής σου τέρμα!

*Πηγή: Θράκα

*

ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΖΥΓΙ

Όλο το Ιόνιο κάτω απ’ το κελλί
κι έναν φεγγίτη φινιστρίνι τ’ ουρανού
τι αρμένισμα η ζωή ενός απόμαχου
Μετά από τόσες εξορίες και σφαγές
ο κρεμασμένος
σάλταρε απ’ το σκοινί του γι’ άλλη παγανιά
(τουλάχιστον το φάντασμά του να χαρεί)
Θάμπωμα των μοιχών και των αγίων
Έπαψε κάτω να κοσίζει ο θάνατος
και το φεγγάρι να γυρίζει γειτονιά τη γειτονιά
μ’ ένα δισκάρι
και να ‘ναι η πλάστιγγα του γείτονα
με την ψυχή στο ζύγι
και το κλινάρι κλίτος

*Από τη συλλογή “Γεννήτριες”, εκδ. τυπωθήτω, 2004.