Πάνος Κυπαρίσσης, Οκτώ μικρά ποιήματα

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΟΛΗΣ

Μια σταγόνα φως
ανοίγει μες στη νύχτα

Κι αυτό δεν είναι απειλή

*

ΤΕΤΟΙΑ ΚΟΙΤΗ ΚΟΙΤΩ

Οι φωλιές
δένονται με χορτάρια μεταξωτά

Τι να ξέρουν άραγε τα πουλιά
Και μαλακώνουν το μαξιλάρι;

*

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Κάποτε η γλώσσα
είναι επινόηση φυγής κάποτε εξουσίας

Τη γλώσσα του θανάτου δεν έμαθες
ποτέ να στρατηγείς

*

ΓΕΝΙΑ ΜΟΥ ΒΙΑΣΤΙΚΗ

Βλάστησε πλάι στ’ άροτρο και στο ζυγό
και φεύγει μ’ ό,τι πήρε κι έφερε
σε φέρετρο ψηφιακό

*

Η ΕΥΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ

Όσο κι αν στην τεθλασμένης επιμένεις
όση ζωή στα γόνατα να ζητιανεύεις
στο ίδιο σημείο θα βρεθείς

*

ΑΥΤΟΥΡΓΟΙ

Οι νεκροί έχουν στέρεες απαντήσεις

Τη σκανδάλη
την πτώση
το μέσα σκοτάδι
την αδιαφορία επούλωσης
των αποσιωπητικών

*

ΘΑΝΑΤΟΣ

Λάμπει αυτός όσο το φως
κι αθέατος σε συντροφεύει

Αθέατος και σε θηρεύει

*

ΜΙΚΡΗ ΕΚΡΗΚΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ

Θα μου χυθεί η ψυχή μέσα στη νύχτα
φωσφορίζοντας σιωπές και φωνούλες
που μάζευα

*Από τη συλλογή “Μαύρο βαμβάκι”, Εκδόσεις Μελάνι, Δεκέμβριος 2009.

Στράτος Κοσσιώρης, Τέσσερα ποιήματα

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΥΡΩ ΜΟΥ

Οι άνθρωποι γύρω μου
κλειστά παραθυρόφυλλα
ερειπωμένων σπιτιών
Κάποτε τρίζουν
στο άξαφνο πέρασμα του ανέμου
κι έπειτα, για πάντα, σιωπούν.

*Από τη συλλογή “Ύστατος Καπνός”

*

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’60

Θαρρείς πως ανήκε σε μιαν άλλη εποχή
κυκλοφορούσε ατημέλητος
-εκτοπισμένος από την ίδια τη ζωή-
μ’ ένα τσιγάρο μόνιμα στο χέρι.
Είχε μακριά μαύρα λιγδωμένα μαλλιά
φόραγε γυαλιά μυωπίας και μόλις που έσερνε
σκυφτός
τα λιωμένα του σανδάλια.
Τον λυπόμουν μα τον απέφευγα
όποτε τύχαινε να τον συναντήσω στον δρόμο.
Μικρός τότε
τον παρακολουθούσα πίσω από το τζάμι
να περιφέρεται στη γειτονιά
ώσπου μια μέρα χάθηκε εντελώς.
Τα χρόνια πέρασαν
όμως συχνά διαισθάνομαι
πως και για μένα ένα κρυφό ναυάγιο
-που στοίχειωσε τα παιδικά μου μάτια-
αρχίζει ν’ αχνοφέγγει στον ορίζοντα
και κατακλύζει τη σκέψη μου ξανά
ο χαμένος της δεκαετίας του ’60.
Θα του χάριζα τώρα
απλόχερα τη φιλία μου
αν τον έβλεπα να ξεπροβάλλει από μια γωνιά.

*Από τη συλλογή “τα κάρβουνα”

*

ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ

Μεταξουργείο,
με τα παρηκμασμένα πορνεία
τους Ασιάτες μετανάστες
και τις άξεστες κωλόγριες.
Αμετανόητος
ακολουθώ τα μονοπάτια σου
που όλα οδηγούν
στο αδιέξοδο.
Καθώς με ξεπλένει
με τις λιγοστές σταγόνες
πού τις απόμειναν
η τελευταία νεροποντή.

*Από τη συλλογή “Ακόμα λίγα κάρβουνα”

*

ΕΡΜΙΟΝΗ ΜΟΥΣΕΛΙΜΗ

Ένα μεγάλο όστρακο που κλείνει ανεπαίσθητα…
Παλεύω με την κατάθλιψη για χρόνια.
Μην απορείς πώς βρέθηκες εδώ
Κάτω απ’ τον ήλιο του καλοκαιριού
Απεγνωσμένα ψάχνοντας κοχύλια και κροκάλες.
Πάνω στην καυτή κίτρινη άμμο
Σπειροειδείς έλικες, σχήματα γεωμετρικά περίτεχνα
Σαν μικρά κενοτάφια διάσπαρτα ριγμένα.
Κι η γεύση της αρμύρας.
Μην απορείς πώς βρέθηκες εδώ.
Το μαύρο λιθάρι θυμήσου
Στην ακροθαλασσιά
Που έσυρες με όλη σου τη δύναμη
Κι ένιωσες τα νοήματα να μυρμηγκιάζουν το κορμί σου.
Όπως όταν ανακαλύπτεις ξαφνικά ζωή
που κρύβεται κάτω απ’ τον βράχο.
Εμείς οι ξεγραμμένοι
το άλας είμαστε
της γης.

*Από τη συλλογή “Η μόνη αθανασία”

**Τα ποιήματα αυτά συμπεριλαμβάνονται στη συγκεντρωτική έκδοση “Η μόνη αθανασία, Ποιήματα 2006-2021”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2021.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Δύο ποιήματα

ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

… Φυσάει κάποτε η νιότη τους κατά δω
σαλεύοντας τις φυλλωσιές της ερημιάς μας
κόβει στα δυο το σύγχρονο λιοπύρι
η μακρινή τους νιότη μουσική που δεν τελειώνει
παλικαριά που κυματίζει τώρα στα καινούργια στήθη

*Από τη συλλογή “Στοιχεία βιογραφίας” (1962).

ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ ’89

Οικολογική αποτέφρωση
φρονημάτων

-έστω λοιπόν
ας ολοκληρωθεί το μάταιο

να επιστρέψει το λευκό στο χαρτί
να επιστρέψει το χαρτί στο δέντρο
να ανεβεί ψηλά
καπνός
η ψυχή

*Από την ενότητα “Εγγενής μεροληψία”.

**Από το συγκεντρωτικό τόμο “Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ποιήματα (1962-2018)”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2020.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Η Οδύσσεια του Αμίρ 

Με λένε Αμίρ.
Ανέμελος ζούσα
σε μια μικρή γειτονιά.
Είχα μια όμορφη οικογένεια
και φίλους καλούς.
Μέχρι που ήχησαν
πολέμου τύμπανα.
Με λένε Αμίρ.
Είδα το σπίτι μου σε ερείπια
κι έφυγα μακριά.
Το πλοίο της νέας μου ζωής
δεν είχε όνομα.
Με λένε Αμίρ
και ψάχνω λίγα ψίχουλα ζωής,
μα θέλουν πίσω να με στείλουν
με μια σπρωξιά να μπω ξανά
στην φρίκη του πολέμου.
Με λένε Αμίρ.
Η μητέρα μου χάθηκε στον πόλεμο
κι η αδερφή μου πνίγηκε στο Αιγαίο.

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΟΝ ΠΑΓΕΤΩΝΑ

Κι όλο πέφτει χιόνι, λουλούδια
της βυσσινιάς, σάβανα λευκά
για βασίλισσες, για παιδιά.

Άλλος παγώνει στην Κολιμά
κι άλλος φλέγεται κάτω
από τον Ήλιο του Σατανά.

Μες στις καρδούλες
δώδεκα μήνες βαρυχειμωνιά,
τα ρέστα, μικρό καλοκαιράκι.

Κι όλο πέφτει χιόνι
Στους κήπους στις αυλές,
νέα κορμιά
για τους εμπόρους,
μαύρα κορμιά για τον αφέντη.

Κυρίες, κύριοι
γδυθείτε, από το μέσα ψύχος
κανένα ρούχο δεν σας ζεσταίνει.

Κυλήστε ωραία έλκυθρα
Στην χιονοθύελλα της αγάπης μου.

*

ΚΑΡΦΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΕΙΣ

Έρχεται στιγμή που είναι υψωμένο το λεπίδι
Λάμποντας από τα σωθικά ώς το κρανίο
Ευτυχισμένος ο θνητός
γυρίζει στον δημιουργό του

Κύριε, του λέει, κόψε κι άλλο από το σαράκι
Αφαίρεσε το σάπιο ξύλο
Μη λυπηθείς μάτια ωραία, χείλη αιρετικά
Κνήμες αγαλμάτων
Ναό του χυμένου αίματος μην υπολογίσεις
από την τάξη των επιπλωμένων.

Μάστορα θάνατε,
τί δύναται το σώμα μη ρωτήσεις.
Με μια πνοή καρφί να μην αφήσεις.

Ελαφρύ το κρεβατάκι της σάρκας, ξυλουργέ μου!

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν…”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2017.

Αιμόφιλος Τ. Ινφλουέντζας – Σεράτια Μαρκένσες, Τρία ποιήματα

LACANDONA

φύγε
να δούμε τι θα καταλάβεις

φύγε
χωρίς άγχος

έτσι κι αλλιώς
αποκλείεται να σε βγάλουν υπέρβαρη στο check-in
με τόσα κενά στις αποσκευές σου

“μέσα υπάρχει το όχι
έξω κοχλάζει το ναι”

Ν. Καρούζος

εσύ πάντως
χαμπάρι δεν πήρες

μέσα-έξω

Ο ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ έΜΠΩΡ

οφείλει να το γνωρίζει
κάθε μελλοντικός αγοραστής
που τη βλέπει στη βιτρίνα
και δακρύζει

ο αισθητήρας της
δεν αντιλαμβάνεται
όλα τα χρώματα
εντελώς σωστά
(ιδίως τις αποχρώσεις του κόκκινου)

και το κλείστρο τηε
αργεί ν’ ανταποκριθεί
στις απότομες αλλαγές του φωτός

αν μιλάμε βέβαια για την canon fx2

*Από τη συλλογή “Είκοσι τέσσερα σονέτα – για την πολιτική διαχείριση της ερωτικής απελπισίας” (και είκοσι τέσσερις μηχανές για το ίδιο περίπου πράγμα), Θεσσαλονίκη 2006.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ενοράσεις του καιρού μου

Κοινοποιώ τον οίκτο μου απόψε
γι’ αυτούς που αρνήθηκαν τον πλούτο των προγόνων τους
κι άρχισαν να διαλογίζονται πάνω από άψυχα κορμιά
στοιβάζοντας ενοχές
και τα κρυφά τους χάχανα
Κοινοποιώ τον εμετό που έκανα πάνω στο
πορφυρό ιμάτιο του ψηφιδωτού βασιλιά
πάνω στις κρυφές πανουργίες, τις αποπλανήσεις,
το μολυσμένο αίμα
Κοινοποιώ τη λύπη μπροστά στα άδεια βλέμματα
στα σώματα που δεν γρηγορούν
στα χέρια τα ξερά που δεν σφίγγουν
στην πρώτη χειραψία
Κοινοποιώ τη θλίψη του πολέμου
κι εκείνη την άχαρη ειρήνη
που δεν μου δίνει τίποτε να κοινοποιήσω
το διαλυμένο χέρι που εξέχει κάτω από το σεντόνι
τις απαγγελίες των χιμπατζήδων
μαζί με
τη δημοσίευση του φίλου μου που πήγε στην Αλάσκα
το κρασί που ήπια στα γενέθλια
το φόρεμα που φόρεσα στα γενέθλια
τον κρυφό μου πόθο
την άρνηση
τον βιασμό μου
Κοινοποιώ την ήττα μου απόψε
τη ρητή λέξη
τη μία
την ποίηση
που γράφω στα πλήκτρα χτυπώντας σαν
σεβαστιανό σόλο
Κοινοποιώ εμένα κι εσένα
το ψεύτικο φως που ρίχνει τις σκιές τους
στη σπηλιά μας
τις φωνές τους στ’ αυτιά μας
τα λόγια τους και τα δικά μας
τη ματαίωση κοινοποιώ
και την απελευθέρωση
από τα αόρατα δεσμά μου

Γιάννης Λειβαδάς, Άκρα

[Εκδοχή τρίτη]

Το αύριο είναι κάτι με το οποίο

σκουπίζω τα χέρια μου.

Περιπλανώμενη αδελφική καρδιοσύνη,

αυτή η διάσειση η κουβέντα

πέφτει κάποιες στιγμές προξενώντας

μια βαθιά θλίψη που είναι άλαλη,

αυτή που από καιρό έχει λείψει –

σαν οι νεκροί ξέρουν

κι οι ζωντανοί δεν μπορούν

σ’ έναν κόσμο χωρίς επιφάνεια που μοιάζει

τόσο, όσο δεν είναι παρά μια εικόνα,

σε μια αγιογραφία παραξενιάς.

Οι νεκροί μιλούν ασταμάτητα

σαν παρενέργεια μιας αγάπης μέσα μας.

Των νεκρών τα λόγια μας

στα μαύρα περπατώντας

που τα νομίζεις ακόμη

παντελόνι και σακάκι

με της απλής λογικής το σκοινί

και το σαπούνι.

Είσαι η αλήθεια που γράφεται καθώς

παύει να ισχύει κι αντηχεί,

με το λευκό της γάντι αφήνει

μελανιές στου ουρανού το κρέας

νυχιές που οργώνουν

μια εφήμερη καλλιέργεια:

οργή σφυγμοί και σιγανές ρυτίδες,

απομεινάρια είναι οι αιώνες κι αυτή

είναι η αλήθεια γιατί

το σύμπαν διοικείται

μέσα απ’ ένα μουντό καφενείο –

η εποχή με πεθαίνει γιατί έχω ψυχή

για σώμα και για σώμα

δεν υπάρχουν άλλες θέσεις·

και τι ευτυχία να ακούω

καπνίζοντας το καρμικό τσιγάρο μου

βρισιές       κατάρες        ματαιότητες

συριγμούς υπογραφών, αφιερώσεων,

ταχυτήτων που επιτρέπουν

σε κάποιον να παρατηρεί τα διατηρητέα

της λογικής αποξένωσης.

Γδύνομαι και βλέπω να με καλύπτει

μια ψυχή ειμαρμένη

πρέπει να δείχνω φυσιολογικός:

χτυπούν την πόρτα μου χαράματα ανοίγω κι εμφανίζεται

μία στοά από κίονες που οδηγεί

σ’ ένα φως ελεγειακό –

είναι μονάχα μια ζωή καρτεσιανή·

βάζω τα χέρια μου στη φωτιά

που ανάβει η τριβή της ανεξαρτησίας μου

αυτός ο άνθρωπος υποτίθεται

αυτή η ποίηση πωλείται.

Μαχαπαλίκα Μαργκ, Βομβάη 1990

Καλλιόπη Εξάρχου, Τρία ποιήματα

ΧΩΡΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Πες μου
πού θα ‘σαι
μόλις πέσει το σκοτάδι
Θα ΄ρθω
να σε βρω
κι ας μην έχει αστέρια
κι ας κλειδώνει το φεγγάρι

Έτσι τη θέλω τη νύχτα –
κρυφή κι αφώτιστη
σαν εξορία
χωρίς μάρτυρες

*

ΣΩΜΑ ΜΕ ΣΩΜΑ

Για σένα γράφω
σε σένα γράφω
σώμα με σώμα

Προφητεύω
τον πόθο
και γίνομαι κομμάτια

Θυσιαστική πράξη
Εξ αμελείας
αποφαίνεται ο ιατροδικαστής
και τραβάει το δέρμα
μέχρι το κεφάλι

*

ΑΠΑΣ

Σε αγγίζω
Ορατός
Σε θωπεύω
Άπας
Γεροδεμένος κορμός
όρθιος
σαν τα περήφανα δέντρα
Έτσι σε βρίσκω
όταν σε χάνω
Με χάδια στα χέρια

*Από τη συλλογή “μάχιμα χείλη”, Εκδόσεις Σοκόλη, 2014.

Hlín Leifsdóttir, It’s a fine day for airstrikes / Ωραία μέρα για αεροπορικές επιδρομές  

They didn’t prepare you for the sky
in the simulator
where they taught you how to kill

They didn’t prepare you for the sun

No one can prepare you for beauty

Before you press the button
close your eyes
and feel the warmth on your eyelids

Before it’s too late
open them again
and look into the ticking light

They didn’t prepare you for the fact
that the others cannot die

They didn’t prepare you for the weeping
that wakes you up, night after night,
when you fall like a drop into the ocean of tears
as you merge with them
become them

Nothing can prepare you for the enemy

But you don’t know that yet
so, look now
look into the ticking light

You yourself will die today

Ωραία μέρα για αεροπορικές επιδρομές

Δεν σε προετοιμάσαν για τον ουρανό
στον προσομοιωτή
όπου σου μάθαν να σκοτώνεις

Δεν σε προετοιμάσαν για τον ήλιο

Μα για την ομορφιά ποιος θα μπορούσε να σε προετοιμάσει;

Προτού πατήσεις το κουμπί
τα μάτια κλείσε
και νιώσ’ τη ζεστασιά στα βλέφαρά σου

Προτού να είν’ αργά
ξανάνοιξέ τα
και κοίταξε το φως που ρυθμικά χτυπάει

Δεν σε προετοιμάσαν για το ότι
οι άλλοι δεν μπορούνε να πεθάνουν

Δεν σε προετοιμάσαν για το κλάμα
που σε ξυπνάει κάθε νύχτα,
σαν πέφτεις σ’ ωκεανό δακρύων σαν σταγόνα
καθώς μ’ εκείνους γίνεσαι ένα
γίνεσαι εκείνοι

Μα τι μπορεί για τον εχθρό να σε προετοιμάσει;

Αλλά δεν το ’μαθες ακόμα
οπότε κοίτα τώρα
κοίταξε το φως που ρυθμικά χτυπάει

γιατί εσύ ο ίδιος σήμερα θα πεθάνεις


*Μπορείτε να δείτε τη ζωντανή απαγγελία του ποιήματος στα ελληνικά εδώ: https://www.facebook.com/messenger_media/?thread_id=100004670019905&attachment_id=336733898507279&message_id=mid.%24cAABa9Gm7s_eFyai2l1_mGN3ByTbC


**Μετάφραση Χαρίτα Μήνη, http://www.hmeenee.com