Νίκος Νομικός, Απόμακρος βηματισμός

Παράμερα κι ερημικά τ’ αποψινά μου βήματα
γεμάτα παλιές λαβωματιές με ζωγραφιές γεμάτες
μαυροντυμένες παπαρούνες και ηλιόδωρα μηνύματα
κρεμασμένα στις ώρες της νύχτας μακριά από πάσης
φύσεως οργής κινδύνου και ανάγκης με συντροφιά
το ανέκφραστο φεγγάρι να τραγουδά άσματα παλαιών
μαστόρων αλησμόνητων και συντροφιά κοντά μου
το ποτάμι να τραγουδά αμέριμνο εξόδια ανοιξιάτικα.

Μελβούρνη, 20/1/2020

Σωτηρία Τσαπαλίρα, Παράξενος κόσμος

Στη σπηλιά της λήθης
λίγα μέτρα κάτω από τη γη
κάθε πρωί ξυπνάει ένας παράξενος κόσμος.
Ξυλοπόδαροι ντυμένοι στα κόκκινα
περπατούν αμέριμνοι.
Λιοντάρια νηστικά και φοβισμένα
σε αχυρένια κλουβιά
μουγκρίζουν ακατάπαυστα.
Ένας λαγός ξεπηδάει
από ένα μακρύ πράσινο καπέλο.
Ακροβάτες προβάρουν το νούμερό τους.
Κάθε πρωί οι ουρές των ποντικών
και τα πόδια της αράχνης
αναμοχλεύουν το χώμα.
Η γη γεννά κόκκαλα.
Κι ένας απελπισμένος θηριοδαμαστής
δίνει την τελευταία του παράσταση.

Ιούλιος 2022

*Η Σωτηρία Τσαπαλίρα γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και το Παρίσι. Εργάστηκε ως δικηγόρος και ως παραγωγός εκπομπών λόγου στην ΕΡΤ. Εκπομπές της έχουν βραβευτεί σε διεθνείς διαγωνισμούς για ραδιοφωνικά προγράμματα. Το 2010 εκδόθηκε η ποιητική της συλλογή «Ο άλλος της απουσίας» (εκδόσεις La vivifiante, Βρυξέλλες) και το 2012 το θεατρικό της έργο «Περιπαθώς απαθής» (ΑΩ Εκδόσεις).

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Δύο ποιήματα

MΑΡΤΙΝ


η νοσταλγία
σβωλιάζει
στις βιτρίνες των παλιών ζαχαροπλαστείων
που ‘μειναν απαράλλαχτα στον χρόνο
αρνούμενα
κάθε πικρή αλλαγή
κάθε καινούργια συνταγή
κάθε υποσχόμενη μοριακή αστρονομία
κάθ’ άλλο δάχτυλο στη σαντιγί
η νοσταλγία
σβωλιάζει
στις βιτρίνες των παλιών σου μηνυμάτων
που μ’ ανέβαζαν το ζάχαρο.

*

ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑΣ

Λες τελικά
να αποδώσαμε
ονόματα αγίων
στους μεγάλους δρόμους
για
όλα
εκείνα
τα ατυχήματα
που σφυρίζουν
αδιάκοπα
μέσα μας

Κούλα Αδαλόγλου, Οι μεταφορές

Η διαδικασία τηρήθηκε ακριβώς
όπως είχε προβλεφθεί.
Σε κάθε κίνησή του η αντίδρασή της.
Την πρώτη φορά τρύπησε το δάχτυλό της
Τη δεύτερη χάραξε τον καρπό της
Την τρίτη βυθίστηκε στο σκοτάδι.
Λίγο πριν από τον πάτο
μία πνοή την τράβηξε στο φως
φτάνουν τόσες μελό μεταφορές, της ψιθύρισε.
Εκείνη συγκατάνευεσε και
πρέπει να γυρίσω σελίδα, ψέλλισε.
Αθεράπευτη.

Gary Snyder, Ένα ανάθεμα προς τους ανθρώπους του Πενταγώνου

Καθώς δολοφονείτε τις μικρές βιετναμέζες
και τους χωρικούς μες στα ίδια τα χωράφια τους
καίγοντας και ξεκοιλιάζοντας
δηλητηριάζοντας και αφανίζοντας
τόσο πιο συστηματικά κυνηγάω βαθιά στην καρδιά μου
τον «αμερικανό» εαυτό μου.
Δεν θα τον αφήσω να ζήσει, τον «αμερικανό».
Θα τον αφανίσω, Ο κύριος «Χ»
είναι ήδη προ πολλού νεκρός.
Δεν θα αφήσω να περάσει και στα παιδιά μου
μα θα τους δώσω αντίθετα τον Αρχηγό Γιοζέφ,
τις αγέλες των βουβάλων, τον Iσί,
το γεράκι και τα έλατα,
τον Βούδα, τα ίδια τα γυμνά κορμιά τους,
για να κολυμπήσουν, να χορέψουν
και να τραγουδήσουνε.
Καθώς σκοτώνω μέσα μου τον άσπρο εαυτό μου,
τον «αμερικανό»,
και χορεύω τον Χορό των Πνευμάτων,
να φέρω πίσω σε τούτη την ήπειρο
το χόρτο και τα ποτάμια της,
να συνθλίψω τα λαρύγγια σας ενώ κοιμάστε.
Τούτη την μαγεία απεργάζομαι,
τούτη την αγάπη προσφέρω,
που τα δικά μου παιδιά ίσως θα εξαπλώσουν
και τα δικά σας μάλλον μήτε καν θα καταλάβουν!
Hi niswa vita ki ni! (θα ζήσουμε ξανά!)

*Απόδοση στα ελληνικά: Βλάσης Ρασσιάς.

**Πηγή: https://kyklos.wordpress.com

Argyris Chionis, Two poems in English

Γ’ SHADOWS

h’

If you can’t sing then speak
If you don’t like talking then laugh or smile
or do something with your face move
your lips or eyelids however slightly
knit your brows frown
Manifest thought, show you are alive
Just show something, extend your finger and point
it doesn’t matter what at, just point

If you remain like this, then you’re in trouble
They’ll transfer you to the attic
along with other furniture, other embalmed animals

*

Ε’ INVERSIONS

b’

One foot follows the other
One is the hunter
the other the hunted

Then the other follows suit
and becomes the hunter
while the other is the hunted

They cover great distances this way
Until they get tired
They stand together side by side
imprisoned both in their fatigue

The first that moves again is the hunted
the other the hunter

*From the collection “In front of the mirror as a blind” (1986).

**Taken from https://hellenicpsycheandpoeticeros.blogspot.com/

***Artwork: Niki Karagatsi.

Γιάννης Λειβαδάς, Απόσπασμα από καταχώριση σε σημειωματάριο, “Bar Americano – Piazza della Libertà, Udine, 2001”

Η πληρότητα με βασανίζει σε τέτοιο βαθμό

που εμφορούμαι το ανεπανόρθωτο.

Αυτό έγκειται, δεν δοκιμάζεται.

Αφού δεν γίνεται μια κι έξω να ξεμπερδέψω.

Δεν χάνεται εκείνο που με ωθεί στην απουσία

εάν απουσιάσω:

ενισχυμένη δόση papperlapap από σύρσιμο

αιώνων, κεντρώματα παροχών:

η ποίηση έχει νόημα μόνο σε περιπτώσεις

ιδανικών προβλημάτων,

αλλιώς τα βγάζει πέρα κανείς

με μια προσεγμένη κατεργασία,

μ’ έν’ ανακάλεσμα απ’ το απρόσιτο

ως το απραγματοποίητο,

σ’ εξοικείωση μεθόδευσης erbarme dich και

when I am laid in earth μη σπάσει ο διάολος το πόδι του∙

για να σκαλώνει η σαφήνεια όσο λιτανεύεται

σε αγένεια προς το απόσωσμα:

τρία ακριβώς, όχι παραπάνω, μετευφορικά επεισόδια,

το πρώτο πριν το δεύτερο και το τρίο

μετά το δεύτερο [προέκυψε κι ένα ακόμη,

τέταρτο, με τα προηγούμενα ν’ αποτελούν

ανακωχική μεταφορά],

για χάρη του εγκλήματος

που είναι η ύπαρξη,

το κενό δεν τον αφήνει παραπονούμενο.

Κάργα.

Γ. Λ.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://livadaspoetry.blogspot.com/2011/04/bar-americano-piazza-della-liberta.html

Γιώργος Δρίτσας, Θάνατος σε πράξεις τρεις

Ι

Ανθρωπογένεσις

Το τραίνο αργά αλλά σταθερά
Αφήνει ξέμπαρκα τα χαμένα όνειρα
Στον Σταθμό Λαρίσης
-Γραμμή 8.
Τα βαγόνια λικνίζονταν
ρυθμικά, αλλά κλειδωμένα,
σαν σπόνδυλοι ενός μεταλλικού κουφαριού

Η κλεψύδρα γέμισε με αίμα,
η αμαξοστοιχία είχε φτάσει
στη Θεσαλονίκη.
Εκείνη τη στιγμή ξαναγεννήθηκε
μπροστά μου.
Ένα λυπημένο βρέφος
με μεγάλα σκοτεινά μάτια.

Στη Μελενίκου 7, το ¨Εβραϊκό Σπίτι”,
ένα μικρό θραύσμα από κάποιο παλιό τοίχο
και μια φλούδα από έναν παλιό κορμό
γίναν οι σύντροφοί μου στο λιοπύρι.
Η πορεία μου συνοδευόταν νοερά
από τη μπαλαλάικα της Ακροπόλεως 6,
καθώς τα βήματά μου με οδήγησαν
στη Μάρκου Μπότσαρη 19,
στην Αλεξάνδρειας 57
και στη Ναυαρίνου 49.

Ο Βαρδάρης λυσσομανούσε,
σαν να ήθελε να αρπάξει,
με τις κρύες χούφτες του,
τις άψυχες στάχτες
των τελευταίων αναμνήσεων
και να τις σκορπίσει.

Lawrence Ferlinghetti, In Goya’s Greatest Scenes We Seem to See…

In Goya’s greatest scenes we seem to see
the people of the world
exactly at the moment when
they first attained the title of
‘suffering humanity’
They writhe upon the page
in a veritable rage
of adversity
Heaped up
groaning with babies and bayonets
under cement skies
in an abstract landscape of blasted trees
bent statues bats wings and beaks
slippery gibbets
cadavers and carnivorous cocks
and all the final hollering monsters
of the
‘imagination of disaster’
they are so bloody real
it is as if they really still existed
And they do
Only the landscape is changed
They still are ranged along the roads
plagued by legionnaires
false windmills and demented roosters
They are the same people
only further from home
on freeways fifty lanes wide
on a concrete continent
spaced with bland billboards
illustrating imbecile illusions of happiness
The scene shows fewer tumbrils
but more strung-out citizens
in painted cars
and they have strange license plates
and engines
that devour America

*Lawrence Ferlinghetti, These Are My Rivers: New and Selected Poems, New Directions.

Αικατερίνη Τεμπέλη, Ρodgorica*

Με καινούριο φεγγάρι στην Podgorica
περνώντας τη γέφυρα της Χιλιετίας
ντύνομαι όλα τα βλέμματα αρχαίων φαντασμάτων
-δικών μου και ξένων-
και καθρεφτίζομαι στο Morava, αθώα.

Αράζω στο Block 4, χαζεύοντας παιδιά,
που γυρνούν στο στόμα τους σκληρά σύμφωνα
και σκέφτομαι πόσο θα ’θελα να σπάσω μαζί τους μερικά τζάμια.
Απ’ αυτά των κτηρίων της σοσιαλιστικής περιόδου,
τότε που η πόλη λεγόταν Τίτογκραντ κι ο κόσμος ήταν αλλιώς.
Γιατί είν’ άγριο σκυλί η νοσταλγία και κάπως πρέπει να την παλέψεις.
Αυτό μαρτυρούν τόσα συνθήματα, για την πρώην Γιουγκοσλαβία,
που μου μεταφράζουν όπως-όπως.

Στο Ρολόι, στη Stara Varoš, παρουσιάζομαι τα μεσάνυχτα, για να σας πω το παραμύθι…
Ήταν κάποτε, το Μπελγκιουρτλέν, το βατόμουρο των Οθωμανών,
κι ύστερα το Βασίλειο του Μαυροβουνίου, το Πριγκιπάτο, κι άλλα, κι άλλα…
κι ό,τι απέμεινε τέλος πάντων απ’ τα τόσα ονόματα με τις κορώνες,
το ισοπέδωσαν οι 70 πάνω-κάτω βομβαρδισμοί του Δευτέρου Παγκοσμίου, δε νομίζετε;
Μα οι κήποι ξανανθίζουν. Ευτυχώς.

Στον πύργο της Dajbabska Gora σ’ αφήνω, βλέποντας την πόλη τόσο όμορφη,
φωτισμένη από ψηλά, ν’ αστράφτει χίλια άστρα.
“Θα ξανάρθω”, σου λέω μετά το χορό μας
και δεν σ’ αποχαιρετώ.
Zdravo, γεια σου, “περίμενέ με”.-

Μας χωρίζουν οι γλώσσες, δεν σ’ αναζήτησα Vuk,
κι ας πιστεύω πως πέρασες πολλές φορές απ’ αυτό το δρόμο, απ’ τη Bulevar Ivana Crnojevića
φωνάζοντας συνθήματα για όλα εκείνα που σας καίνε εδώ.
Μα ίσως είν’ η μισή αλήθεια, που σου λέω.

Γιατί ακούω μαρσαρίσματα και θέλω να γυρίσω και να ’ναι εκείνος. Εκείνος μόνο, για να του θυμώσω:
“τι θες κι εσύ με τα μαύρα ρούχα σου και τα καπνισμένα μάτια;
τι με κυνηγάς, με τ’ αναποφάσιστα χέρια σου;”
Και πώς να καταλάβεις
ότι θα ’θελα να του δείξω την πόλη, Vuk, να ξεφλουδίσει την ιστορία της,
κι ίσως να γράψει ποιήματα;

Πώς να καταλάβεις, ότι στέκομαι έξω απ’ τον καθεδρικό, που στους τοίχους του απεικονίζεται ο Μαρξ, o Ένγκελς, ο Τίτο, να καίγονται στην Κόλαση, και δεν μπαίνω μέσα;
Πρέπει ν’ αφήσω κάτι, μια εκκρεμότητα, ένα λόγο, για να υπάρξει επόμενη φορά, για να ξανάρθω εδώ, να πιάσω το νήμα πάλι τότε, κι έτσι μένω ν’ αναρωτιέμαι:
“θα γελούσε ή θα θύμωνε μ’ όλα αυτά”;

Φεύγω, όσο πιο μακριά μπορώ, αλλά θα επιστρέψω, απ’ όσες χώρες κι αν διαλέξω να περάσω.
Θα ξανάρθω, μια νύχτα που το φεγγάρι θα ’ναι στη χάση του,
θα ’χω μπερδευτεί σε μια στροφή, κάπου στα βουνά της Βοσνίας
προσπαθώντας να βρω τα σύνορα, για την πράσινη χώρα σου, Crna Gora, Vuk,
όσο εσύ θα μου γράφεις μήνυμα, τότε ακριβώς, λες και θα νιώθεις πως πλησιάζω.

Θα ρωτήσω έναν άγνωστο με γελαστά καταγάλανα μάτια και άγρια μαύρα γένια, κάνοντας νοήματα:
“Podgorica through Nikšić ;”
για να βρω το δρόμο κι εκείνος θα επιβεβαιώσει τη διαδρομή
και θα με διορθώσει με την τραγουδιστή του διάλεκτο, τονίζοντας τα γράμματα μετά το ρο:
“Ποντγκορίτσε. Ποντγκορίτσε…” Όχι Ποντγκόριτσα εδώ. Ποντγκορίτσε.
Μ’ αρέσει, ξέρεις. Ποντγκορίτσε… Η πόλη όπου θα επιστρέφω. Πάντα. Μέχρι…
Καληνύχτα. Είν’ αργά.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος, του fanzin της Locomotiva Cooperativa το 2019 και συμπεριλαμβάνεται στην ανέκδοτη ποιητική συλλογή “Συναντήσεις με αγνώστους”.