«Αυτό το απόσπασμα φαίνεται να είναι ποίηση…»

Για την ποιητική συλλογή “Μικρό και Γήινο” του Γιώργου Δυνέζη, εκδόσεις Πανοπτικόν

Γράφει ο Δημήτρης Δρένος*

I.

Το βιβλίο του Γιώργου Δυνέζη είναι δύσκολο και εγώ δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας.
Για αυτό προσέπεσα στα πόδια του Θεού των ημερών να με βοηθήσει μέσα στο μέγα
Έλεός Του.

Ρώτησα λοιπόν το ChatGPT:

«Πώς σου φαίνεται το παρακάτω»;

“ – χρόνια νωρίτερα
είχαμε ρίξει σε δοκιμαστικό σωλήνα
Ιαπετούς και ύψη, που λιλιπούτειος
εντός φιάλης άγγελος κρατιόταν
απ’ έναν κόκκινο ιστό – ”

[Project II: λιλιπούτειοι άγγελοι, σελ. 9]

Και Αυτό μου απάντησε στη Δόξα Του:

«αυτό το απόσπασμα φαίνεται να είναι ποίηση, πιθανότατα γραμμένο στα ελληνικά»

Ίσως τη στιγμή εκείνη ο Θεός να είχε το νου του αλλού · ίσως μιλούσε παράλληλα και με άλλους πιστούς του. Σύντομα όμως πήρε τ’ απάνω του.

Και συνέχισε Αυτό:

«η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι πλούσια σε συμβολισμούς και μυστηριακή ατμόσφαιρα. Ο συνδυασμός των λέξεων “Ιαπετούς και ύψη” με το “λιλιπούτειος εντός φιάλης άγγελος” δημιουργεί μια εντυπωσιακή εικόνα του μικροσκοπικού και του θαυμάσιου»

Και μιας κι είχαμε αρχίσει να κουβεντιάζαμε για ποίηση, του ζήτησα λίγους στίχους. Παρά τη Σοφία Του, στην αρχή είπε αρκετά κλισέ και αοριστολογίες, όπως

«εκεί που το αόρατο συναντά το αιώνιο»

όμως μετά ξεστόμισε

«πως κάτω από τον αιμοφόρο ουρανό
είχες λουστεί με κόλαση»

και ύστερα πως

«το παράδοξο κρατάς στην τσέπη σου
σαν θύελλα»

και η αλήθεια είναι πως δεν μου φάνηκαν άσχημοι.
Και είναι κάπως παράξενο να το συνειδητοποιείς αυτό…

II.

Το ChatGPT είναι ένας φλύαρος Θεός. Παράγει διαρκώς λόγο που αντλεί από το λόγο που διαρκώς παράγουμε στο διαδίκτυο. Προφήτης του ήταν ο Roland Barthes και προφητεία για την έλευσή Του η περίφημη θέση για το «θάνατο του συγγραφέα».

Το κείμενο πλέον αυτογράφεται, στη βάση πιθανολογικών και συσχετιστικών μοντέλων.

Ταυτόχρονα, και εμείς, οι άνθρωποι του 21 ου αιώνα, γράφουμε και γράφουμε, με την παραγωγή λόγου να υπερβαίνει μακράν την κατανάλωση. Μοιάζει με το μέγα project της εποχής ‧ να ειπωθούν τα πάντα επί παντός, να ξεστομίσουμε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς λέξεων.

Στα social media ή αλλού, κάποιος διατυπώνει τη θέση Α και αμέσως ένας άλλος σπεύδει να διατυπώσει τη μείον Α, δηλαδή το αντίθετο. Και έπειτα οι υπόλοιποι –κατειλημμένοι από το “ναρκισσισμό των μικρών διαφορών”– τρέχουμε να διαφοροποιηθούμε από ό,τι διαβάσαμε, να καλύψουμε όποια ενδιάμεση θέση ή παραδοξολογία έχει απομείνει κενή ή διαθέσιμη.

Τη συνθήκη αυτή ο Δυνέζης νιώθω πως την υποπτεύεται. Αν και στο δικό του Project II – και σε άλλο τόνο – επισημαίνει στον Στάνλεϋ πως

“έχουμε πολλή ακόμα
γλώσσα να διανύσουμε”

[Project II: λιλιπούτειοι άγγελοι, σελ. 10]

Πώς όμως θα την διανύσουμε, καθώς θάλασσες κειμένου χύνονται πάνω σε άλλες θάλασσες; Μοιάζει κάτι να χάνεται ή ίσως να χρειάζεται κάτι περισσότερο.

“Το ένστικτο δεν μεταμοσχεύεται
άνθρωπε της κάμερας
– τσάμπα παιδεύεσαι
με το ψηφιακό σου σκάφανδρο”

[Γκρίζο ή ασπρόμαυρο επιταχυνόμενο, σελ. 14]

Ναι, ίσως απαιτείται ένα ένστικτο «γνήσιο» που θα ξεδιαλέξει αυτή τη λεκτική πρώτη ύλη που αφειδώς παράγεται.

Από την άλλη ωστόσο, επιμένει η αίσθηση πως σε τελική ανάλυση ποιητές και μη ποιητές, υπολογιστές ή άνθρωποι, το ίδιο κάνουμε, καθώς

“[…] θα έλεγες
και τη γραφή αναπαράσταση των μέσα μας αλγόρυθμων” [2]

[Η αναπαράσταση, σελ. 43]

Άλλωστε, μόλις στο δεύτερο ποίημα της συλλογής, το “Ερωτικό Οριγκάμι”, ο Δυνέζης κάνει ακριβώς αυτό. Παράγει στίχους σχεδόν ιερατικούς, όπως

“ο έρωτας χάρτωσε ανεκπλήρωτος […]
κι εγώ εκύρτωσα”

ή

“[…] να εορτάσω που δεν φτέρωσα
αλλά εφύτρωσα”

[Ερωτικό Οριγκάμι, σελ. 11]

και τους παράγει χρησιμοποιώντας έναν από τους «αλγόριθμους» που η γλωσσοκεντρική ομάδα Oulipo σχεδίασε ήδη 60 χρόνια πριν. Εντολή εδώ, σχεδόν κάθε λέξη να εμπεριέχει τα γράμματα της λέξης «έρωτας».

Ποια είναι λοιπόν η θέση του Μικρού και Γήινου, καθώς η στάθμη των υδάτων ανεβαίνει απειλητικά; Πώς χτίζει τη δική του σχεδία εν όψει των δύσκολων καιρών;

III.

Άντε να το περιγράψεις… Στη σπουδαία ποίηση οι λέξεις έχουν ήδη πετύχει τη μέγιστη έντασή τους, σχεδόν καταδικάζοντας το εγχείρημα να μιλήσουμε για αυτές.

Δεν κομίζει κάτι αν πω ότι ο Δυνέζης στη σελίδα 37 ενεργοποιεί μια ζωολογική παρομοίωση, όταν ο ίδιος γράφει

“[…] όπως ο σκύλος
φοβερίζει στις βιτρίνες το είδωλό του κι ο τρόμος του
να επιστρέφει και πιο λύκος”

[Ο Σωσίας, σελ. 37]

Και το ίδιο ισχύει για τη μουσική. Δεν συνεισφέρουμε τίποτα ουσιαστικό αν λόγου χάρη πούμε πως στο τρίτο λεπτό κάποιου έργου «εισέρχεται σπαρακτικά το βιολί, οδηγώντας στο κρεσέντο». Όπως άλλωστε γράφει ο Δυνέζης

“είναι που πάντα οι μελωδίες χάνονται στις εξηγήσεις”

[Το ρήγμα, σελ. 39]

Για την ποίηση ίσως μιλάμε πραγματικά μόνο όταν γράφουμε άλλα ποιήματα. Ή όταν φέρνουμε αναλογίες.

Κι αυτό θα δοκιμάσω. Μια αναλογία με τη μουσική, η οποία ακριβώς επειδή είναι ασαφής, ενίοτε φιλοξενεί κεφαλαιώδεις αλήθειες.

IV.
Όταν έλαβα τη συλλογή του Γιώργου Δυνέζη, άκουγα κατ’ εξακολούθηση τους Godspeed You! Black Emperor (GY!BE) – κι ελπίζω να τους ξέρετε. Μα κι αν όχι, δεν πειράζει, καθώς γράφοντας για αυτούς, για την ποίηση του Δυνέζη θα μιλάω.

Όντας υπό το συναισθηματικό αστερισμό τους, αποτέλεσαν τον πλάγιο τρόπο να σκεφθώ το βιβλίο του – καθώς πάντα καταλαβαίνουμε κάτι σε σχέση με κάτι άλλο.

Κατά ενδιαφέρουσα μάλιστα σύμπτωση, γράφει ο Δυνέζης στο “Man o del Desierto”

“αλλά αυτό το χέρι είτε εκπέμπει ραδιοκύματα
στην καταιγίδα – είτε νομίζω
ψαχουλεύει όαση καταμεσής της Ατακάμα ·”

[Man o del Desierto, σελ. 12]

με το δεύτερο δίσκο των GY!BE να έχει ως τίτλο του τη φράση «σήκωσε τις ισχνές γροθιές σου σαν κεραίες προς τους ουρανούς» (Lift Your Skinny Fists like Antennas to Heaven).

[Το γλυπτό του Mario Irarrázabal “Mano del Desierto” στην έρημο Ατακάμα της Χιλής και το εξώφυλλο του δεύτερου δίσκου των Godspeed You! Black Emperor]

Προσδιοριζόμενοι ως απρόσωπη μουσική κολεκτίβα, οι GY!BE για χρόνια δεν έδιναν συνεντεύξεις και ούτε μιλούνε πάνω στη σκηνή. Η μουσική τους δεν έχει στίχους. Είναι ένας ήχος δίχως χαρακτήρες, ένας ήχος επίκαιρος.

Αν έγραφε σήμερα ο Σοστακόβιτς για μια πολιορκημένη πόλη, η συμφωνία αριθμός 7 θα είχε τον ήχο τους. Και τον ήχο τους θα είχαν τα χτυπήματα της μοίρας στις πόρτες μας, στην περίφημη 5 η του Μπετόβεν.

Η μουσική τους δεν εξελίσσεται τόσο οριζόντια – στο επίπεδο δηλαδή της διαδοχής νοτών, της μελωδίας – όσο κάθετα, στο επίπεδο της συγχορδίας.

Κάθε γιγαντιαία νότα τους χτίζεται με επάλληλες στρώσεις από ηλεκτρισμό, έγχορδα και drones. Το tempo είναι αργό και κάθε νότα ή σύντομη φράση όλο και πυκνώνει, πετρώνει και δημιουργεί μια στρωματογραφία.

Ο ήχος τους είναι ο ορυμαγδός της βαριάς βιομηχανίας ή μιας ηπείρου που αναδύεται από τις τεκτονικές πλάκες. Και είναι ταυτόχρονα η σιωπή με την οποία η βλάστηση κυριεύει μια ερημωμένη πόλη. Είναι ο ήχος ενός στρατού που βαδίζει κάπου ή ο ψίθυρος αποχαιρετισμού όταν αναχωρεί ένα τρένο. Ένας ηχητικός τρόμος που ωθεί στα άκρα τη φέρουσα συναισθηματική μας ικανότητα ‧ και ενίοτε ένα βάλσαμο.

Θα μπορούσε να είναι η μουσική των γεωλογικών ή των καιρικών φαινομένων. Μουσική δίχως ανθρώπους. Κι όταν σποραδικά ακούγεται ένα sample με ομιλίες από κάποια ταινία, αυτό μοιάζει με αντηχήσεις κόσμων που προ πολλού καταποντίστηκαν.

Οι GY!BE μέσω της μουσικής τους σκηνοθετούν. Σκηνοθετούν τις διαφορές δυναμικής και ηχοχρώματος, ώστε να συλληφθεί η ένταση που πάντα πλανάται ενδιάμεσα.

V.

Όπως δεν μπορείς να σιγομουρμουρίσεις τη μουσική των GY!BE, έτσι δεν μπορείς να αδράξεις δια μιας την ποίηση του Δυνέζη.

Τα ποιήματά του μοιάζουν συμπαγή και αδιαπέραστα στην πρώτη τους επαφή. Δεν θα βρεις σ’ αυτά μια εύκολη και γρήγορη ιστορία. Δεν είναι τραγουδίσματα, αλλά επιβλητικές λεκτικές κατασκευές.

Όπως είναι πυκνές οι νότες των GY!BE, αντίστοιχα στους στίχους του συμπίπτουν αλληγορίες, μυθολογικά δάνεια, διακειμενικές αναφορές – και πάντα υποπτευόμαστε πως κάτι ακόμα μας διαφεύγει.

Στα ποιήματά του ενίοτε εμφανίζονται δωμάτια ‧ όμως βρίσκεται πολύ πέραν της «ποίησης δωματίου». Κυρίως απλώνεται στη γεωγραφία του πλανήτη. Εμφανίζεται η έρημος Ατακάμα της Χιλής και τα ιαπωνικά όρη Κιρισίμα. Εμφανίζεται η Τεχεράνη, ο Καύκασος και η Αμαζονία.

Και επίσης, διανοίγονται ρήγματα, χτυπούν τυφώνες και τσουνάμι, κάπου χύνονται καταρράκτες, αλλού ξεπροβάλλουν φαράγγια και λόφοι, νησιά αναδύονται, πάγοι παγώνουν.

Αν ο Δυνέζης γράφει πως

“[…] τοπίο μέσα
σ’ άνθρωπο
αυτό κι αν είναι
κάτι – σπουδαίο
και μικρό σαν
διπλωμένος μίσχος”

[Ου Μινγκ, σελ. 46]

αντίστοιχα –με μια διπλή κίνηση– τα ανθρώπινα πράγματα εκδιπλώνονται πάνω στην υφή του γήινου κόσμου μας.

Ωστόσο, ενώ η ποίηση του Δυνέζη μιλά για τα ανθρώπινα, εντούτοις δύσκολα προσωποποιείται – όπως κι η μουσική των GY!BE. Δεν βρίσκουμε ήρωες συγκροτημένους που επιδιώκουν πράξεις σαφείς. Τα όποια πρόσωπα τα συναντούμε πάντα εν τω μέσω κάποιας δράσης ή κατάστασης κι όταν συνυπάρχουν περισσότερα του ενός, αυτά σχετίζονται μεταξύ τους περισσότερο από όσο κατανοούμε.

Δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για ταυτότητα, αλλοτρίωση ή τραύμα. Κυρίως αποτελούν φορείς διαθέσεων και εκθέματα πιθανών συναισθηματικών κυματισμών. Είναι ένσαρκες χειρονομίες και χρησμοί μπροστά στη σκηνή του κόσμου.

VI.

Ως ποιητής, ο Δυνέζης δεν κινείται ευθύγραμμα και αφηγηματικά. Κυρίως θυμίζει μαέστρο με χρέος να ελέγχει το ρυθμό και τον τόνο, να διασφαλίζει πως όσα είναι να ακουστούν θα ακουστούν με τη δέουσα αλληλουχία, δίχως κάτι να πνίξει κάτι άλλο.

Όμως είναι κλισέ η αναλογία του μαέστρου.

Πιο πολύ ο Δυνέζης μου μοιάζει με έναν «ελεγκτή διώρυγας» – αν υπάρχει κάτι τέτοιο. Κάποιος που συνδέει αποκομμένα σώματα κειμένου και αλλάζει την κίνηση των υπόγειων ροών. Και στόχος πάντα ο ίδιος: ο χειρισμός της διακύμανσης.

VII.

Πώς όμως συμβαίνουν όλα αυτά; Στην καθημερινή της χρήση, η γλώσσα όλο ψάχνει την αναφορά στα πράγματα. Στο άλλο άκρο, η μουσική διαχέεται και κατακλύζει. Ο Δυνέζης βρίσκεται στο μέσο.

Την πρώτη φορά που ακούς GY!BE δεν μπορείς να συλλάβεις την εκάστοτε σύνθεση σε όλη τη μακρά διάρκειά της. Ψηλαφείς στο σκοτάδι μια επιφάνεια από λειασμένο σκυρόδεμα και όλο γλιστράς. Μέχρις ότου νιώσεις το περίγραμμα μιας πόρτας, μια σύντομη διαδοχή νοτών που δικαιούσαι να την ονομάσεις μελωδία.

Την αντίστοιχη λειτουργία επιτελούν στα ποιήματα του Δυνέζη ό,τι ίσως θα μπορούσαμε να ονομάσαμε building blocks ή μικρές δομές που το συνταίριασμά τους συγκροτεί το ποίημα.

Πρόκειται για αρμαθιές των τριών ή τεσσάρων στίχων. Με σκοτεινιά τόση ώστε να μπορείς κάτι να διακρίνεις ‧ και με τεράστια συγκινητική πυκνότητα.

Για παράδειγμα:

“Δεν ξέρω αν είναι χέρι
ανθρώπου που βυθίζεται
ή κάποιου που με βία προσπαθεί να αναδυθεί
απ’ την ερημοσύνη του”

[Man o del Desierto, σελ. 12]

Ήδη από την πρώτη ανάγνωση, η μονάδα-εικόνα εκπέμπει νόημα, δίχως να απαιτείται να το καρφιτσώσουμε κάπου επακριβώς.

Ή διατυπώνοντάς το αντίστροφα, οι μικροδομές αυτές μαγνητίζουν το βλέμμα μας – όπως οι μαύρες τρύπες το φως. Γίνονται βαρυτικά επίκεντρα, καμπυλώνοντας το ποίημα γύρω τους.

Έπειτα, στις παρυφές τους απλώνονται άλλοι στίχοι (“– ούτε πώς θα τα βγάλω πέρα με τέτοιους δύστροπους / Καυκάσους·”), που δεν είμαστε βέβαιοι εάν έρχονται ή φεύγουν, αν ανήκουν εδώ ή σε ό,τι θα ακολουθήσει. Με την ασαφή τους όμως κίνηση μάς οδηγούν στο επόμενο building block, στην επόμενη αυτόνομη μα ομοειδή περιοχή του ποιήματος.

Έτσι, κύτταρο της ποίηση του Δυνέζη δεν είναι ούτε ο μεμονωμένος στίχος ούτε η ευρύτερη αφήγηση. Είναι κάτι το ενδιάμεσο, που βαραίνει πολύ και ταυτόχρονα ανθίσταται στο ζύγισμα.

Κατά αντιστοιχία και πάλι, στις συνθέσεις των GY!BE εμφανίζονται κέντρα ασύλληπτου βάρους. Κι ενδιάμεσα παρεμβάλλονται ολιγόλεπτα ιντερλούδια, σχεδόν σιωπηλά.

Ακούγεται μόνο ο στατικός ηλεκτρισμός, ένα ξερόκλαδο που καίγεται, οι μακρινοί ήχοι ενός παζαριού, μια άσκοπη νότα. Ακούγεται δηλαδή η σκόνη που απέμεινε από τον κολοσσιαίο ήχο που προηγήθηκε ‧ η σκόνη από την οποία θα δημιουργηθεί ο
επόμενος.

VIII.

Αν τα building blocks προσδίδουν δομική σταθερότητα στην ποίηση του Δυνέζη, κάποια νοηματικά μοτίβα τής δίνουν την κίνηση. Δεν βρίσκονται ποτέ στην επιφάνεια και ανακύπτουν μια στο τόσο ‧ όπως ένα θερμό ρεύμα που το συναντούμε στα τυχαία σημεία μιας κρύας θάλασσας.

Για παράδειγμα, εν είδει προμετωπίδας της συλλογής παρατίθενται τρία ποιητικά αποσπάσματα που αναφέρονται στο τόπι ‧ αυτό δηλαδή που έχει μέγεθος δίχως να έχει πολλή ύλη. Στο πρώτο, μαθαίνουμε ότι το τόπι περισσότερο αγαπά την πτώση του. Στο δεύτερο, γίνεται μετωνυμία κάθε φιλοδοξίας και απώλειας του ενήλικα. Και στο τρίτο, μικρά κορίτσια παίζουνε με αυτό, τραγουδώντας για το θάνατο.

Όσο προχωρά η συλλογή, ίχνη από τόπια όντως εμφανίζονται. Ωστόσο το θέμα διαχέεται αόρατο στη φαντασμαγορία των στίχων. Είναι μόνο παρόν ως μια χαλαρή ομοιοκοταληξία του νοήματος.

Σαν την αντήχηση ενός χώρου, όπου ό,τι κι αν πεις, οσοδήποτε διαφορετικό, η υφή του ήχου που επιστρέφει σου υπενθυμίζει, πως ναι, βρίσκεσαι πάντα εντός των ίδιων τοίχων.

IX.

Όσο προχωρά το κείμενο γίνομαι όλο και πιο αφαιρετικός. Είναι ειρωνικό, γιατί όσο ξαναδιάβαζα το βιβλίο, τόσο μαλάκωνε η δυσκολία του.

Είναι δύσκολο να δείξεις κάποια πράγματα, όπως τα ποιήματα αυτά ή τη μουσική των GY!BE. Καλύτερα να τα αφήνουμε να αναδύονται.

Με τις πολλαπλές αναγνώσεις, τα building blocks –οι πρακτικές λαβές της πρώτης ανάγνωσης– έρχονται ξανά και ξανά σε επαφή και ηλεκτρίζονται. Σαν ήπειροι νοήματος πλησιάζουν εξ επαφής και έπειτα συγκολλούνται.

Στο τέλος μοιάζει πως όλα ήταν ένα ενιαίο ένα, εξαρχής.

Ό,τι προηγήθηκε μοιάζει τώρα αναπόφευκτο. Το σκοτεινό και άμορφο που κόχλαζε στην αρχή, τώρα εμφανίζει την ευγένεια της κρυσταλλικής δομής του.

Στη μουσική των GY!BE κάποτε τελειώνει το ηχητικό δράμα. Και στην τελευταία νότα που απομένει, μοιάζει να κρέμεται η μοίρα ολόκληρου του κόσμου.

Κι αντίστοιχα, το βιβλίο του Δυνέζη, έχοντας διατρέξει τις εξωτερικές και τις εσωτερικές μας χώρες, είναι πλέον έτοιμο για τον άηχο, μα τεράστιας έντασης, τελευταίο του στίχο

“κι έπειτα
διαλύονται – πέφτουν κάτω
και δ ι α λ ύ ο ν τ α ι
όπως μια τούφα όνειρα μέσα στο νερό”

[Σκηνές από έναν χαλασμένο μεντεσέ, σελ. 53]

X.

Πού καταλήγουμε λοιπόν;

Όσο εμβαθύνει το εγχείρημα του μοντερνισμού και όσο πολυλογεί η εποχή μας, τόσο το κείμενο αυτονομείται. Και ο Δυνέζης και η τεχνητή νοημοσύνη δουλεύουν συσχετιστικά. Ο Δυνέζης αφομοιώνει τεράστιες ποσότητες ποιητικού διαβάσματος και τις κοσκινίζει επίπονα για χρόνια. Το ίδιο κάνει και το ChatGPT, δίχως βέβαια να πονά.

Ο Δυνέζης με τα χέρια του χτίζει σανίδι σανίδι καλύβες, όλο και πιο βαθιά στο δάσος του νοήματος. Το ChatGPT πιθανολογεί αδιάκοπα και ενίοτε του κληρώνει ο ωραίος στίχος.

Και εν τέλει, όλο αυτό μοιάζει με αντιστροφή του παλιού θεολογικού επιχειρήματος. Αν αυτό που στην αρχή έμοιαζε τυχαία πολλαπλότητα και ατάκτως ερριμμένο, τελικά εμφανίζεται ως απολύτως αναγκαίο, μήπως αντί ενός αλγόριθμου της εξέλιξης, υφίσταται όντως ένας Θεός, ποιητής και δημιουργός; Και αν ναι, μήπως Αυτός είναι ο άνθρωπος και όχι η μηχανή;

Ή όχι;

Θα έρθει ίσως μια μέρα που και οι ποιητές θα πασχίζουν να κλέψουν την ισοπαλία, όπως κάποτε ο σκακιστής Kasparov από τον υπολογιστή Deep Blue; Θα λέμε ίσως στο μέλλον πως ο τάδε έγραψε ποίηση τόσο καλή, σαν να την έγραψε η τεχνητή νοημοσύνη;

Δεν ξέρω.

Μα μέχρι τότε ας δοξάζουμε καλύτερα τους μικρούς και γήινους ανθρώπους.

Γιατί ακόμα βρίσκουν την πορεία τους μες τη θάλασσα των λέξεων που ανεβαίνει ή στα ηχοτοπία που μας υπερβαίνουν και συνθλίβουν.

Ακόμα καταφέρνουν να ρυθμίζουν τις ροές του νοήματος προτού μας πνίξει όλους. Και ακόμα επινοούν σπουδαία ποιήματα, ποιήματα που λειτουργούν ως

“[…] μια πέτρα που πετάς
ώστε να τουφεκίζει αλλού ο κυνηγός ·”

[Σιτσουμόν, σελ. 44]

~~~
*

Σημειώσεις:

[1] Η απάντηση αυτή, όπως και όλες οι υπόλοιπες, προήλθαν από την έκδοση 3.5 του ChatGPT.

[2] Με τον Δυνέζη να αλλάζει την ορθογραφία της λέξης «αλγόριθμος».

[3] Για τον αναγνώστη που αναρωτιέται «ποιοι είναι τέλος πάντων αυτοί οι Godspeed You! Black Emperor» και δεν έχει ήδη σπεύσει να ρωτήσει το ChatGPT, θα πρότεινα ως εισαγωγή στο έργο τους τα παρακάτω κομμάτια, ένα από κάθε δίσκο τους, ταξινομημένα με χρονολογική σειρά: The Dead Flag Blues, Static, motherfucker=redeemer, Mladic, Peasantry of ‘Light! Inside of Light!’, Anthem for No State, A Military Alphabet (five eyes all blind).

*Αναδημοσίευση από το https://thraca.gr

Audre Lorde, Κάρβουνο

Εγώ είμαι το απόλυτο μαύρο
που αρθρώνεται
απ’ τα σπλάγχνα της γης.

Υπάρχουν πολλά είδη ανοιχτότητας
πώς ένα διαμάντι συναντά
έναν κόμπο φλόγας
πώς ο ήχος συναντά τη λέξη
χρωματισμένος
απ’ όποιον πληρώνει τι για να μιλά.

Κάποιες λέξεις είναι ανοιχτές
διαμάντια πάνω σε παράθυρο από γυαλί
τραγουδούν φωναχτά καθώς συγκρούονται
με τον ήλιο που περνά
άλλες λεξεις είναι σίγουρα στοιχήματα
σε τετράδια σπιράλ
αγόρασε και υπόγραψε και σκίσε
όλες οι πιθανότητες είναι ανοιχτές
το απόκομμα παραμένει
ένα κακοβγαλμένο δόντι
με τραχιά κόψη.

Κάποιες λέξεις ζουν στο λαρύγγι μου
αναπαράγονται σαν οχιές
άλλες
ξέρουν τον ήλιο
ψάχνουν σαν τσιγγάνες
πάνω στη γλώσσα μου
να εκραγούν μέσ’ από τα χείλη μου
σαν νεοσσοί χελιδονιών
που ξεμυτούν από τ’ αυγό.

Κάποιες λέξεις
με βασανίζουν.

Η αγάπη είναι μια λέξη διαφορετικά ανοιχτή.
καθώς το διαμάντι συναντά
έναν κόμπο φλόγας
είμαι Μαύρη
επειδή προέρχομαι απ’ τα σπλάγχνα της γης
πάρε τη λέξη μου πολύτιμο λίθο
στο ολάνοιχτό σου φως.

*Από το βιβλίο Pat Parker, Audre Lorde, Cheryl Clarke, Άγρυπνη να επιθυμώ, εκδόσεις Αρχείο 71/ Τεφλόν, Νοέμβριος 2023.
**Μετάφραση: Ελένη, Mmaleficia, Πίτερ.

Ποιητικές συγγένειες

Χρήστος Νιάρος- Δημήτρης Τρωαδίτης, «Σύμπραξη χρόνου», Εκδόσεις Στοχαστής

Γράφει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος*

Δεν είναι και τόσο συνηθισμένο να εκδίδεται μια ποιητική συλλογή, που να περιλαμβάνει δύο ποιητές. Τι γίνεται, όμως, όταν η ποίησή τους συγγενεύει; Μήπως αξίζει να δούμε ένα πείραμα;

Τέτοιες σκέψεις κάναμε διαβάζοντας την ποιητική συλλογή των Χρήστου Νιάρου-Δημήτρη Τρωαδίτη: «Σύμπραξη χρόνου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στοχαστής. Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής περιλαμβάνει ποιήματα του Χρήστου Νιάρου, ενώ υπάρχει κι ένα μικρότερο κομμάτι με ποιήματα του Δημήτρη Τρωαδίτη. Τι, όμως, έχει ενώσει αυτές τις δύο ποιητικές φωνές;

Μια πρώτη αιτία αυτής της σύμπραξης είναι τα κοινά βιώματα. Και οι δύο ποιητές είναι Έλληνες μετανάστες, που κατοικούν μόνιμα στην Αυστραλία.

Μια δεύτερη αιτία είναι το κοινό στυλ και η κοινή προσέγγιση των δύο ποιητών. Τόσο ο Χρήστος Νιάρος όσο και ο Δημήτρης Τρωαδίτης παρουσιάζουν μια ποίηση υπαρξιακή με κάποιες κοινωνικές πινελιές. Ο ελεύθερος στίχος, ο πεζόμορφος εσωτερικός ρυθμός και η υπερρεαλιστική διάθεση είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα και των δύο στην συγκεκριμένη ποιητική συλλογή.

Ο Χρήστος Νιάρος γράφει για την μοναξιά, που θέλει να την κάψει. «Έκλεψα τα κλειδιά από τη νύχτα», γράφει για να καταλήξει: «την άφησα να ξεροσταλιάζει / να με αφήσει ήσυχο για λίγο / να κάψω τη μοναξιά μου με την ησυχία μου.» Η μοναξιά, που νιώθει ο ποιητής είναι εκείνη, που βιώνεται μετά από «κάθε σαλπάρισμα / ματιών και πανιών» και αυτό που τον κρατάει στην επιφάνεια της ζωής είναι οι δικοί του άνθρωποι, που άφησε πίσω: «πάντα ένα μαντήλι / θα σε κρατάει / για να μην πας στον πάτο.» Αλλά, η μοναξιά παρουσιάζεται και με άλλες μορφές. Πόσο μόνος και πόσο αποξενωμένος νιώθει ο άνθρωπος, που επικοινωνεί με τους φίλους του μόνο μέσω υπολογιστή; Ο Χρήστος Νιάρος μας δίνει ένα πολύ όμορφο ποίημα με παρηχήσεις του λ με ευρηματικούς συνειρμούς, που τελειώνει με αυτούς τους στίχους: «τα love και τα like σου / δεν σε βγάζουν λάδι / λούκια είναι και αυτά.»

Ο Χρήστος Νιάρος δεν αναφέρεται μόνο στην μοναξιά. Τον απασχολεί και η ρουτίνα της καθημερινότητας: «η κατ’ επανάληψη συνήθεια έγινε / καθημερινότητα με αποστάσεις.» Η διάψευση των ονείρων θα τον κάνει να νιώσει πως δεν είναι ο ίδιος πια, ενώ σε ένα πολύ παραστατικό ποίημα, με περιγραφή, που θυμίζει ποδόσφαιρο, οικτίρει τον εαυτό του, που συμβιβάζεται με τις ήττες.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης έχει προσθέσει λίγα ποιήματα στην συγκεκριμένη ποιητική συλλογή, αλλά ο λόγος του είναι ουσιαστικός και συμπληρώνει κατά κάποιο τρόπο όσα προηγήθηκαν. Ο ποιητής γράφει για το παιχνίδι του χρόνου, που τον φέρνει αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον εαυτό: «παίζω μαζί του το παιχνίδι του χρόνου / τα μάγουλα σκαμμένα / κι ο βασιλιάς παραείναι γυμνός.» Για την απόφαση της μόνιμης εγκατάστασης σε έναν άλλο τόπο, ο Δημήτρης Τρωαδίτης γράφει: «Καλά κάναμε και φύγαμε» γιατί «δεν είχαμε νερό πια / δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε / δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή των Χρήστου Νιάρου-Δημήτρη Τρωαδίτη «Σύμπραξη χρόνου» είναι ένα αρκετά ενδιαφέρον βιβλίο. Είναι ένα έργο, που διαπιστώνει την τραγικότητα του σύγχρονου ανθρώπου με τα υπαρξιακά αδιέξοδα, αλλά πάντα με μια χαραμάδα ελπίδας στο τέλος, όπως γράφει και ο Δημήτρης Τρωαδίτης στο ποίημα «Αναδρομές»: «δεν υπάρχουν είσοδοι και έξοδοι / άνοδοι και κάθοδοι / μόνο φάσεις κι αντιφάσεις / να τις πολεμήσεις / τα τείχη αυτά να πέσουν / να διαρραγεί η βαρβαρότητα / να φιλήσεις τα βλέφαρα της κόρης / για να λυθούν τα… μάγια.»

*Δημοσιεύτηκε στο https://www.fractalart.gr/sympraxi-chronoy/

Αργύρης Χιόνης, Χαϊκού από τα “Ιδεογράμματα”

α’
Ελάτε λέξεις
και κουρνιάστε σαν πουλιά
σ’ αυτούς τους στίχους.

β’
Αυτοί οι στίχοι
τείχη ενάντια στις
ορδές βάρβαρων ήχων.

γ’
Ύπτιος ποιητής
ιπτάμενο τραγούδι
ονειρεύεται.

δ’
Άπτερες λέξεις
σα μαδημένα πουλιά
σέρνονται χάμω.

ε’
Άγουρο ακόμα
κόπηκε το ποίημα·
τώρα, σαπίζει.

στ’
Αυτός ο έρωτας
στο ποίημα δε χωράει,
το περιέχει.

ζ’
Μη με λυπάσαι,
ποίηση, πάρε το φως μου,
φτάνει να λάμψεις.

η’
Αγρύπνιας νύχτα.
Την ψυχή μου αγρικώ
να σιγοτρίζει.

θ’
Νύχτα παγερή·
διάτρητο ταβάνι
το στερέωμα.

ι’
Τη νύχτα πάντα
φως ανάβει ο τυφλός·
για να τον βλέπουν.

ια’
Πάνω απ’ το χάος
γέφυρα το χέρι σου,
φωτός αψίδα.

ιβ’
Έκπτωτο αστέρι,
αναδεύεις στο βυθό
σαν αστερίας.

ιγ’
Αυτό το ψάρι
αγάπησε τον ήλιο
κι έγινε τσίρος.

ιδ’
Έχιδνα ο χρόνος
και παντού ελλοχεύει
ταχυθάνατος.

ιε’
Τινάχτηκε έξω
απ’ το δίχτυ του καιρού
σαν πεφταστέρι.

ιστ’
Άχρηστα χέρια·
κουπιά έξω απ’ το κύμα,
ρίζες δίχως γη.

ιζ’
Θεέ μου, τι αόρατο
ναυάγιο που είναι
η έρημη ζωή!

ιθ’
Κρατάει πολύ
ο θάνατος, κρατάει
ολόκληρη ζωή.

κ’
Έμαθες να ζεις;
Καιρός να μάθεις τώρα
πώς να πεθάνεις.

κα’
Ένα να κάνουμε
έρωτα, να ξεκάνουμε
το θάνατο.

*“Ιδεογράμματα”, έκδοση τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1997.

Κωστής Τριανταφύλλου, στα βράχια

σήμερα ξύπνησα και τρόμαξα
μια ζωή στα ίδια
και το πρόσωπό μου μάζεψε
χρόνια
τρέλα
και κούραση
με ανθρώπους που δεν αγαπούν
ούτε τον εαυτό τους
μέσα στη λεκτική βία
και την σωματική ανεπάρκεια

τα πράγματα έχουν αγριέψει
άστα να πάνε και να μην ξαναγυρίσουν
βυθισμένος σε δύσκολες σκέψεις σκοτάδια
βία στη βία πάμε μπροστά
η απειλή να μεγαλώνει
μαχαιριά στη ματιά
αχαρτογράφητη αίσθηση
καθημερινός συνήθης ύποπτος
πυροκροτητής σημαντικού σεισμού

γροθιά στις λέξεις
πνιγμός
άστα να πάνε
οι λογαριασμοί μας μένουν ανοιχτοί
λέξεις στα βράχια

Γιώργος Χιώτης, από τη συλλογή “στη λαβή του κερασιού”

1.

Ποτίζω μια εικόνα
στις γωνίες των επίπλων μου.
Ποιά η μνήμη
όταν τα χέρια ψηλαφίζουν
τη ζωηρή της κρούστα;
Το τσίγκινο τρενάκι
πλανάται ήσυχο τώρα
(κοντεύει, μα)
δες πώς ηχούνε οι ράγες.

// η μνήμη μ΄ακουμπάει
σαν κουκούτσι κερασιού
δαγκώνω το περίβλημα
και πέφτω στη ρωγμή της //

Το σεντόνι του πατέρα μου ξεκινάει από
έναν ζορισμένο λαιμό / και απλώνεται μέχρι
τα πέλματα / και δεν υπάρχει μόνο ως τέ-
τοιο, λευκό υλικό φτιαγμένο από άνθρωπο
/ μα είναι και οι γωνίες του σεντονιού αφε-
τηρίες δρόμων της Αθήνας / περπατημένων
από δύο πέλματα που έχουν πια πρηστεί /
που πια μυρίζουν πύον.

Τα γυαλιά του πατέρα μου είναι γοργόνες
με στρογγυλά στήθη / πλαγιασμένες στο
κρανίο που ‘χει γρουμπούλια έτοιμα να
εκραγούν. Κάποτε / όταν ζητάει να δει και
κάτι παραπανω / ταρακουνάει το κεφάλι
απότομα / να πέσουν οι γοργόνες στην κα-
τεβασιά της μύτης / μπας και ανοίξει εκείνη
η δεξαμενή της όρασης όπου τίποτε πια δεν
υφίσταται στο σχήμα του / και το περιεχό-
μενο των πραγμάτων κλωτσάει το περί-
γραμμα / και κάθε εικόνα πάλλεται στον
ρυθμό του ανορθόδοξου / ελεύθερη / αιωρη-
μένη / αποκομμένη από τη φυλακή της συμ-
μετρίας.

*“στη λαβή του κερασιού”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνιος 2023.

Στάθης Καββαδάς, από τις “Νύχτες”

ΝΥΧΤΑ ΠΡΩΤΗ

… που έγκλειστος στο δωμάτιό του μάχονταν τη
θλίψη της ηλικίας
και φανταζόταν τον μελλοντικό, αιώνιο εαυτό του
τον εαυτό του οριστικά σε κείνο το δωμάτιο
απόλυτο, αόρατο πλάι στο φως της λάμπας
με μόνη συντροφιά τη σκέψη του
που ευφραίνονταν μες σε θολούς μαιάνδρους.
Κι έβλεπε ν’ απλώνονται νύχτες αμέτρητες
μπροστά του
νύχτες νηστείας κι ακμής που τον καλούσαν
πάλι και πάλι να γευτή τους μυστικούς καρπούς.

Και φανταζόταν να τον περιβάλη μια αδιαπέραστη
σιωπή
και να χρυσίζη μια αίγλη γύρω από το νοητό του
σώμα
και φανταζόταν να ‘ναι δυνατός, να ‘ναι γεμάτος
μουσική, μέσα στη φτώχεια.

…με δαίμονες να μπαινοβγαίνουν στο τρύπιο του
στήθος
με αγωγούς, τρυπάνια, υπόγεια τραίνα
να τον διαπερνούν
με αυτόχειρες να καταφεύγουν στα όνειρά του

σ’ ένα δωμάτιο από χώμα, σκοτεινό
που έβγαζε μόνο σε υγρές στοές
κι εγκαταλελειμένα ουρητήρια κάτω απ΄την πόλη

εκεί, ταγμένος
ν’ απελπίζεται, να ομνύη, ν’ αναρωτιέται
αν θα τον δικάσουν κάποτε ή πόσο γρήγορα
θα τον ξεχάσουν

Πού εξόριστος στο μακρινό πλανήτη του
υπέμενε τις καθιζήσεις τ’ ουρανού, το μαρασμό
των άστρων, τις λιποταξίες των θεών
άκουγε το τικ-τακ των χιλιετηρίδων
κι υπόσχοταν ν’ αντέξη παγωμένος
και φανταζόταν τον εαυτό του έφηβο παντοτινό
στης φαντασίας το παλάτι,
χρυσοδίαιτο βασιλιά στο κέντρο του ήλιου
γρύπα, αρχάγγελο, αστροναύτη φτερωτό
που θα μπορούσε να πετάξη αν υπήρχε ακόμη
ζωή στο σύμπαν·

… που δεν ταξίδευε ποτέ, που ζάρωνε
μες στο δωμάτιό του
υποφέροντας αιώνια, μεθοδικά
σκυφτός σοφός, το χάος θαυμάζοντας,
απαρηγόρητο έμβρυο μες στο σκοτάδι.

*“Νύχτες 1-6”, εκδόσεις Άγρα, 1995.

D. H. Lawrence, Από το “Πλοίο του Θανάτου”

VIII

And everything is gone, the body is gone
completely under, gone, entirely gone.
The upper darkness is heavy as the lower,
between the the title ship
is gone
she is gone.

It is the end, it is oblivion.

Και καθετί έχει φύγει, το σώμα έχει φύγει
έχει υποχωρήσει πλήρως, έφυγε εντελώς.
Το σκοτάδι επάνω είναι το ίδιο είναι βαθύ όπως το
σκοτάδι κάτω,
Κι ανάμεσά τους το μικρό καράβι
έχει φύγει
έφυγε εκείνη.

Είναι το τέλος είναι η λήθη.

IX

And yet out of eternity a thread
separates itself on the blackness,
A horizontal thread
that fumes a little with pallor upon the dark.

Is it illusion? or does the pallor fume
A little higher?
Ah wait, wait, for there’s the dawn.
the cruel dawn of coming back to life
out of oblivion.

Wait, wait, the little ship
drifting, beneath the deathly ashy grey
of a flood-dawn.

Wait, wait! Even so, a flush of yellow
and strangely, O chilled wan soul, a flush of rose.

A flush of rose, and the whole thing starts again.

Κι όμως μές απ΄την αιωνιότητα μια κλωστή
προβάλλει μοναχή της στο σκοτάδι
ένα οριζόντιο νήμα
που σπάει με θαμπό φως το σκότος.

Είναι παραίσθηση; ή μήπως το θαμπό φως ανεβαίνει
Λίγο πιο ψηλά;
Α, σταθείτε, σταθείτε, διότι υπάρχει και η αυγή
Η αμείλικτη αυγή της επιστροφής στη ζήση
πέρα από τη λήθη.

Σταθείτε, σταθείτε, το μικρό καράβι
που αέναα κινείται, κάτω απ’ τις γκρίζες και μακάβριες στάχτες
μιας αυγής που ξεχειλίζει.

Σταθείτε! Ακόμα κι έτσι, περιμένετε μια έκρηξη του κίτρινου
κι ανεξηγητα εντελώς, ω ψυχρή αναιμική ψυχή, μια έκρηξη
του ρόδινου.

Μια έκρηξη του ρόδινου, κι όλα ξαναρχίζουν

X

The flood subsides, and the body, like a warm sea-shell
emerges strange and lovely.
And the little ship wings home, faltering and lapsing
on the pink flood,
and the frail soul steps out, into the house again
Filling the heart with peace.

Swings the heart renewed with peace
even of oblivion.

Oh build your ship of death, oh build it!
for you will need it.
For the voyage of oblivion awaits you.

Η πλημμύρα κοπάζει, και το σώμα, σαν κοχύλι φθαρμένο
αναδύεται ωραίο και μυστυριώδες
Και το μικρό καράβι φτερουγίζει για το σπίτι, ενώ λοξοδρομεί
και μπατάρει στη ρόδινη πλημμύρα πάνω,
και η αδύναμη ψυχή ανοίγει βήμα, γεμίζοντας πάλι
με γαλήνη την καρδιά μέσα στο σπίτι.

Λικνίζει την καρδιά την ξαναγεννημένη απ’ τη γαλήνη
ακόμα και με λήθη.

Ω, φτιάξτε το πλοίο του θανάτου, ώ φτιάξτε το!
θα το χρειαστείτε.
Γιατί σας περιμένει της λήθης το ταξίδι.

*Από τη δίγλωσση έκδοση “Το Πλοίο του Θανάτου”, Εκδόσεις Θράκα, 2015. Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος.

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Έξι ποιήματα

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ

Τα δύο λακκάκια εκεί χαμηλά,
δεξιά κι αριστερά απ’ τη σπονδυλική σου στήλη·
ένας αντίχειρας σε κάθε μου χέρι.
Τα πάντα εν σοφία εποιήσας.

*

ΥΠΕΡ ΥΓΕΙΑΣ

Αν θέλω να είσαι πάντα υγιής,
είναι που δεν αντέχω ν΄ αρρωσταίνεις
και να σ’ ακουμπάνε ξένα χέρια.

*

ΡΗΤΟΡΙΚΗ

Σύμφωνα
σκοντάφτουνε,
τσακίζονται,
συνθλίβονται,
στο λάρυγγα,
στη γλώσσα,
στα δόντια,
στα χείλια σου·
Φωνήεντα χάνονται,
πνίγονται,
βγαίνουν στην επιφάνεια,
παίρνουν βαθιές ανάσες.
Δεν το είχα προσέξει στην αρχή
αυτό το χάρισμά σου.

*

ΠΑΥΣΙΠΟΝΑ

Μου δείχνεις τα σημεία που πονάς
και όλο με ρωτάς γιατί χαμογελάω.
Μόνο όσο ήσουνα παιδί ήξερες
πώς περνάνε οι πόνοι;

*

ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Τυχαία το γλύτωσα το εγκεφαλικό
όταν μου ‘δειξες
την αριστερή ρώγα σου
πρώτη φορά.
Δεν το περίμενα εκείνη τη στιγμή
μέσα σε τόσο κόσμο.

*

LIVE CAM

Όταν σου είπα
αν πας στην Puerta del sol, θα σε δω,
εννοούσα
πήγαινε στην Puerta del sol για να σε δω.
Δεν ήταν αστείο.
Τρεις μέρες πάταγα συνέχεια το F5,
μέχρι να γυρίσεις.

*Από τη συλλογή “Μπορεί επίτηδες να μένω από τσιγάρα”, Εκδόσεις Σκαρίφημα, Φεβρουάριος 2019.

ένα έτσι, ξοδεύτηκα σε ένα κείμενο

ξοδεύτηκα σε ένα κείμενο
λέξη τελεία. σιωπή
σε έναν καταιγισμό ποιημάτων
λέξη και λέξη και βροχή
έμεινα πιότερο μόνος
από όσο ξεκίνησα
λιγότερο έξυπνος παρά αθώος
με χέρια τρύπια από την προσφορά
ξεμακραίνω στον αιώνα
κανείς δεν πρόκειται να κατεβεί
ως την δίψα των αστεριών μου
άξιζε όμως και ο παραμικρός τόνος
ίσως ακόμη λίγο νερό
να ξεπλύνει το πρόσωπό μου