Catherine Barnett, Το δημιουργικό πάθος

Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι τα ποιήματα ανεβάζουν
την τιμή πώλησης ενός ακινήτου σχεδόν κατά 9.000 δολάρια.
Η εποχή μας, παρόλα αυτά, δεν προσφέρεται για ποίηση.

Στα Βορειοανατολικά, καθώς ελαττώθηκαν τα στέγαστρα,
εκατομμύρια ποιήματα χάθηκαν. Μόλις πριν από λίγες μέρες
δυνατοί άνεμοι έριξαν ένα ποίημα στα καλώδια του ρεύματος

λίγα τετράγωνα μακριά από το σπίτι μου.
Ποτέ μου δεν περίμενα να χάσω τόσο πολλά μεμιάς.
«Δημιουργήσαμε ένα σύστημα που δεν είναι βιώσιμο

για την ποίηση», είπε κάποιος. Μες στα επόμενα τριάντα χρόνια
όπου υπάρχουν υπέργειες καλωδιώσεις δεν θα υπάρχουν ποιήματα.
Ίσως να παραμείνουν ελάχιστα, αλλά ως μια ενόχληση,

ως ένα πανέμορφο σημάδι του χρόνου.

*Το πήραμε από εδώ: https://poiitariato.blogspot.com/2020/03/blog-post.html

Γιάννης Βαρβέρης, Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί -ξεχασμένοι έστω-
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους λουλούδια τρομερά.

Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο όλο και πιο λίγο πράγματα μέτρια.

Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.

Jayne Cortez, Βιασμός

Τι υποτίθεται πως θα έπρεπε να κάνει δηλαδή η Ινές Γκαρσία
του άντρα που κήρυξε πόλεμο στο σώμα της
του άντρα που χάραξε μια πολεμική ζώνη ανάμεσα στα στήθη της;
Μήπως να του έγλυφε τα τσιμπούρια από τον τριχωτό του κώλο;
να φιλούσε κάθε σπιθούρι στον πισινό του;
να ρούφαγε την μπόχα απ’ το μεγάλο του δάχτυλο;
να άνοιγε τις πτυχές του κόλπου της και να
γκαρίξει σαν καλιφορνέζικο γαϊδούρι;
Αυτό ήταν πόλεμος για την Ινές
στάθηκε απέναντι στο μαχαίρι
τις βρισιές και
την ίδια της τη μυρωδιά που στέγνωνε πάνω στο πέος του
άντρα που τη βίασε
Στάθηκε μ’ ένα ντουφέκι στο χέρι της
κάνοντας ότι κάνει ένα υπουργείο αμύνης σε καιρό πολέμου
κι όταν ο άντρας άρχισε να γρυλίζει να βαριανασαίνει και
να ταρακουνιέται μπρος πίσω σαν γιγάντιο γουρούνι
το άδειασε στη σάρκινη μάζα των εκατό τριάντα τρεμουλιάρικων κιλών του
στέλνοντάς τον αεροπορικώς στην Παναγία της Γουαδελούπης
για την εορτή της μέρας του νεκρού σιχαμένου βιαστή
Και τι ακριβώς στα κομμάτια διαφορετικό από αυτό υποτίθεται πως έπρεπε να κάνει;

Και τι υποτίθεται η Τζόαν Λιτλ πως θα έπρεπε να κάνει
στον άντρα που κήρυξε πόλεμο στη ζωή της
μήπως να καθάριζε με τη γλώσσα της το πουρί
από τη λεκάνη της τουαλέτας του;
να έγλυφε τους αριθμούς στο τσίγκινό του σήμα
να πνιγόταν από τα μολυσμένα χλαμύδια παπάρια του
ζουλιγμένη ανάμεσα στα συφιλιασμένα του μπαλάκια και
να τραγουδούσε «Κύριε ευλόγησε την Αμερική ευχαριστώ
που γάμησες τη ζωή μου για πάντα;»
Αυτό ήταν ο πόλεμος για την Τζόαν
έκανε ότι θα έκανε ένα υπουργείο αμύνης σε καιρό πολέμου
κι όταν ο σκατοκατουρογλύφτης δεσμοφύλακας είπε: «Θα σε κάνω
να παρακαλιέσαι να ήσουν πεθαμένη νέγρα σκρόφα
έλα εδώ!»
η Τζόαν κατάφερε μ’ έναν παγοκόφτη
μια μαχαιριά στο σιχαμένο στήθος του καριόλη
ναι και στο χοντρό σβέρκο αυτού του ρατσιστή αστυνόμου
Η Τζόαν χόρεψε τον χορό του παγοκόφτη και για μια ακόμη φορά
από ακτή σε ακτή κι από σπίτι σε σπίτι
γιορτάσαμε τη μέρα του νεκρού σιχαμένου βιαστή

Και ακριβώς αυτό ήταν το τι στα κομμάτια άλλο, που υποτίθεται πως έπρεπε να κάνουμε.

*Μετάφραση: Αθανασία Δανελάτου

Liviu Gaftea, On the Roof of the World… / Στην οροφή του Κόσμου

Vincent Van Gogh, The Starry Night (part)

On the roof of the world,
the poet listens.
Some think he is an angel
watching the rain of souls,
friend of the gods
lending them words
to ease the power of time.
Others of less faith
call him a fool on the roof
trying to kiss the moon.

ΣΤΗΝ ΟΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Στην οροφή του κόσμου
ο ποιητής αφουκράζεται
μερικοί τον λένε άγγελο
που επιβλέπει σύννεφα ψυχές
φίλο των θεών
να τους δανείζει λέξεις
που αναιρούν του χρόνου το τέλος.
Άλλοι, λιγότερο πιστοί
τον λένε παλαβό στην οροφή.

*Ο Liviu Gaftea είναι από τη Ρουμανία και γεννήθηκε το 1945. Το ποίημα είναι από τη συλλογή “The Suburbs of Heaven”. Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//translated by Manolis Aligizakis.

**Σχετικός σύνδεσμος: https://authormanolis.wordpress.com/2024/03/04/ithaca-series-poem-666/#like-22057

Γιώργος Μπλάνας, Ποιήματα

ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΞΕ ΕΞΩ: ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ
Οι νεκροί κοιτάζουν τους ζωντανούς πίσω από τζάµι θολό·
θλιμμένοι, σφίγγοντας στα βουρκωμένα χέρια τους ό,τι
πρόλαβαν να πάρουν µαζί τους. Κάπου-κάπου, κάποιον
αναγνωρίζουν κι η καρδιά τους χτυπά. Ανοίγουν το χέρι και
ψάχνουν: µια χάντρα κόκκινη, ένα φτηνό σταυρουδάκι, µια
πολύχρωµη κλωστή. Κοιτάζουν λίγο τα δάχτυλά τους –πώς
έγιναν τρυφερά µε τον χρόνο– κι ύστερα γυρίζουν και χάνονται,
σφίγγοντας στα βουρκωμένα χέρια τους ό,τι ακριβότερο
πρόλαβαν να πάρουν µαζί τους.

Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΠΟΥΓΑ∆Α ΑΠΛΩΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑ∆ΕΙΣΟΥ
Οι ποιητές κοιμούνται σαν πουλιά μέσα στην αίσια γαλήνη των
δασών. Το χιόνι απλώνει τα µαλιά του στα ξύλινα µάτια τους,
η βροχή μουλιάζει την καρδιά τους κι ο ήλιος στεγνώνει τις
σκέψεις τους στα ξέφωτα. Αργούτσικα το απόγευμα, ένας
γαλάζιος παππούλης μαζεύει στίχους, διπλώνοντάς τους, σαν
κατάλευκα σεντόνια.

ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ: ΕΓΩ
Θα είναι εκεί. Κι όταν τα θρύψαλα της λιγοστής ζωής µου
ηχήσουν σαν κρύσταλλα κιτρινισμένα σε χαμένες αίθουσες
παράταιρων ονείρων —πέφτοντας στα καθαρά πλακάκια του
λουτρού εγώ, µε την απελπισία της δύσκαμπτης σάρκας— θα µε
κοιτάζει βουρκωμένος.

Θα είναι εκεί. Κι όταν ο άνεμος της δυστυχίας θα σαρώνει ό,τι
απέμεινε από µένα: οι γκρίνιες µου, τα όνειρά µου τ’ ανέκδοτα,
κουσούρικα ποιήματά µου —µπλεγμένος σ’ έναν δαίδαλο
χοντρών νοσοκόμων, σωλήνων, καθετήρων, εγώ, µε το θράσος
µιας παράλογης κατάφασης για την ζωή— θα µε κοιτάζει
δακρυσμένος.

Θα είναι εκεί. Κι όταν πια δεν θα μείνει απ’ την ασήμαντη
ζωή µου παρά δυο στάλες ιδρώτας στα μέτωπα των τελευταίων
συνοδών µου —βαρύς, σχεδόν ασήκωτος όπως πάντα εγώ,
γεμίζοντας το στεγνό µου στόμα µε το χώμα που γέμισε τα
στόματα χιλιάδων άλλων πριν από µένα, το ίδιο ξερό, ασήμαντο
χώμα— θα µε κοιτάζει µε φρίκη.

Θα είναι εκεί. Μα ούτ’ ένας να του πιάσει το χέρι ούτ’ ένας να
σκεφτεί πόσο αφόρητα µοιάζει σ’ εκείνη την παλιά
φωτογραφία, όπου ο νεκρός πατέρας µου κρατά απ’ το χέρι τον
µικρό του γιο.

Σε φοβάμαι! Πού να στηρίξω τη δύναμή σου; Αν
μπορούσα να κοιτάξω το πρόσωπό σου, όπως
κοιτάζω την αναπόφευκτη παρουσία ενός βουνού:
γαλήνιος, παραδομένος σ’ ό,τι σώζει το βλέμμα
µου απ’ την πείνα των αποστάσεων, θα μπορούσα
να φοβηθώ τον θάνατο, θα μπορούσα να πονέσω:
βέβαιος για το πάθος ζωής που µε κοιτάζει τώρα,
γλείφοντας τ’ αρπακτικά του χείλη.

EIS AIONA TUI SUM O MEA VITA
Ό,τι έχει το χρώμα της θάλασσας σου μοιάζει.
Ακολουθούν: τα νησιά,
με το πράσινο τρίχωμα των βράχων να σαλεύει στο βυθό,
οι ακρογιαλιές, πιο πέρα τα δέντρα βουβά
στις ποδιές των βουνών
κι ακόμα μακρύτερα οι πόλεις
ξαπλωμένες σαν γιγάντια γατιά στις απλωσιές:
δρόμοι, πλατείες, σπίτια, δωμάτια, κρεβάτια, εσύ
να κοιμάσαι μέσα σε θύελλες σεντονιών
κι ο ύπνος σου: διάφανο βότσαλο στο δέρμα των νερών.

Τζένη Μαστοράκη, Πέντε ποιήματα

Μαθαίνουμε να διαβάζουμε συλλαβιστά
τις μεγάλες κραυγές.
Αγγίζουμε
αποκαθιστώντας τις αισθήσεις
στο ακέραιο.
Τώρα πια ξέρουμε πως τα μήλα στα καφάσια
έχουνε τη δική τους λάμψη
και τα φτηνά παπούτσια
στα υπόγεια της Αιόλου
συνθέτουν βουβά το εμβατήριο
όλων των λαών της γης.

III
Δραπετεύω μεσ’ από τις λέξεις
που δεν είπα.
Εγκαταλείπομαι
στις ώρες που πιο πολύ αγάπησα
Αυτή η σιγή δεν έχει τέλος.
Τρομάζω να περιμένω
αυτό που δε θα’ ρθει.
Τρομάζω στη σκέψη
αυτών που δεν έγραψα.
Αυτή η σιγή
απόλυτα δική μου
με κατακερματίζει.

IV
Η μέρα που ‘φυγε
σ’ αφήνει ένα κέρμα τηλεφώνου
δίχως να ξέρεις ποιον να πάρεις
και να του πεις
πως έξω η δύση μοιράζει προκηρύξεις
στους ανεμοδείχτες.
Σ’ αφήνει ένα μικρό χαρτί
σε μια κλειστή παλάμη
μ’ ένα μολωπισμένο μήνυμα.
Μένεις λοιπόν με το κέρμα στη χούφτα
και το κοιτάς, που έχει από τη μια
ένα τραχύ προφίλ της Δικαιοσύνης
και το κηρύκειο του Ερμή στην άλλη
σύμβολα που δεν το μπορείς
όσο κι αν θες
να τα εξηγήσεις

V
Έγιναν κρίματα και βάρυναν πολύ, κι ό,τι πονά,
για πάντα εδώ, για πάντα μένει, κακό φιλί, για
πάντα το κακό σημάδι του, παραφροσύνη δίχως
γυρισμό, φοβέρα σκιάζει,
μια ιερή σαρκοφαγία πού εξαντλεί.

IX
Πρέπει να ‘ναι δύσκολη
η δουλειά του ποιητή.
Προσωπικά, δεν το ξέρω.
Εγώ σ’ όλη μου τη ζωή
έγραφα μόνο
κάτι μακριά, απελπισμένα γράμματα
για τις άνυδρες συνοικίες,
τα ’κλεινα σε μπουκάλια
και τα πετούσα στους υπονόμους.”

*Από τη συλλογή “Διόδια”, εκδ. Κέδρος, 1972.

John Mbiti (1931–2019), Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης

Οι αδύνατες σκορπισμένες αχτίδες του κίτρινου ήλιου
Ξεπρόβαλαν απ’ τα σκοτεινιασμένα υφάσματα
Που τις τύλιξαν με διαφανές κερί·
Κι όπως οι ρυτιδωμένες αχτίδες κλείσαν τη μέρα,
Καπνισμένες οι καμινάδες της Νέας Υόρκης βήξανε
Κοιτάζοντας σε λυγισμένους πύργους
Και ξέρασαν λυπημένα δάκρυα σκοτεινού καπνού.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανθολογία Νέγρων Ποιητών”, εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969. Επιλογή, μετάφραση, επιμέλεια: Αλέξης Τραϊανός.

Μαρία Λαϊνά, Τέσσερα ποιήματα

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Ω γλυκύ μου έαρ
γλυκύτατό μου τέκνο
πέρα απ΄ την άλλη τη ζωή
υπάρχει τούτη η ζωή
κι όχι ανάποδα
όταν η τάξη θ’ αποκατασταθεί
τότε η τάξη θ’ αποκατασταθεί

*

ΑΠΛΩΣ

Ένα μωβ πουλί
που έχει
κίτρινα δόντια
φτερούγες κόκκινες
πράσινα πόδια
και ροζ κοιλιά
δεν είναι
ένα μωβ πουλί

*

Πέρα απ΄την αγάπη
ή το φόβο
είναι κι η μυρωδιά του δέρματος
που μας προδίδει
ακόμα και τις Κυριακές

*

ΔΙΑΒΡΩΣΗ

Καιρός
και σιγανές σταγόνες
κι υπομονή
κι ακόμα μια ζωή
κι ακόμα μια

*Από τη συλλογή “Αλλαγή τοπίου”, εκδ. Κέδρος, 1972.

Μάρκος Μέσκος, Ιτιά

Του Χ(ρήστου) Ν(έπκα)*

Τα παιδιά κατέβαιναν με το ποτάμι. Κυλούσαν, κυλούσαν
δεν έκλαιγαν δεν τραγουδούσαν — ήταν παγωνιά
χιόνι λησμονιάς ετρύπαε τα κόκαλα, Μάης δεν ήταν
λουλούδια μήτε και μόνο η μάνα με τα πράσινα μαλλιά
έσκυβε να χαϊδέψει ό,τι έφτανε: Μέτωπα ακίνητα, πόδια
και χέρια κι αγκαλιές και τώρα βούρλα μέσα στις παλάμες τους
μια πάνω μια κάτω στο κόκκινο νερό, έσκυβεν η μάνα
με τα πράσινα μαλλιά (αν είχε πια μαλλιά)
ό,τι έφτανε ν’ αγγίσει απ’ τα νεκρά παιδιά
τους άνδρες πες
που κατεβαίναν σκοτεινά, χωρίς φως το ποτάμι.
Από τη συλλογή Μαυροβούνι (1963)

*Χρήστος Νέπκας (Έδεσσα 1916-1949), αυτοδίδακτος τραγουδοποιός.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Στον Κουρέα

Άσπρο τριαντάφυλλο
η πετσέτα του κουρέα
γύρω απ’ το πρόσωπό σου
που σαν μαμούνι λαμπερό
στα πέταλα καρφώθη.
Τούφες τούφες στο πάτωμα
οι μέρες μου που σ’ αγαπούσα τόσο,
ενώ ψαλίδιζε ο πολύλογος
αισθητικός της κεφαλής
ό,τι περιττό φυτρώνει μες στο χρόνο.
Αχ! και σ’ έκανε ο ασυνείδητος αυτός
ακόμη πιο ωραίο·
γράφτηκε καθαρά η κατηφόρα των φρυδιών
και κάτω απ’ τους νεφρίτες των ματιών
μισάνοιγαν τα άνθη σου, τα χείλια.
Το μαγαζί τυπώνονταν μέσα μου
με κάθε λεπτομέρεια,
σιγά σιγά το τίποτα
που θα ‘τανε σε λίγο η ζωή μου
δίχως εσένα,
έμπαινε σουρνάμενο
στον παρφουμαρισμένο χώρο.
Μες στον καθρέφτη γέλασες,
διπλώθηκα στα δύο
που σ’ είχα και θα σ’ έχανα
σαν τη ζωή που σταματάει
κλασική μ’ ένα ψαλίδι.