Πασχάλης Κατσίκας, Νήσος Κίρκη

Ανοίγω το τρανζίστορ Grundig
που επέστρεψε μαζί σου
από τη Γερμανία ως μετανάστης
Στο γρέζι της φωνής του Καζαντζίδη
χορεύεις ζεϊμπέκικο αγέρωχο στου Κάλτσου
Σε στολίζουν φώτα από το ηλεκτρόφωνο
κι ένα αστέρι σκαρφαλώνει
απ’ το μωσαϊκό στους ώμους
Διακοπή για Έκτακτο Δελτίο
Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού:
Αλεξανδρούπολη: 8935
Κομοτηνή: 8615
Κίρκη Έβρου: ακατοίκητο

Στο εξώφυλλο: Σχέδιο με στυλό του Γιάννη Τσατσάγια.
Υποσημείωση του ζωγράφου: Με αφορμή το όνομα ΚΙΡΚΗ στο κτίριο του Σιδ. Σταθμού. Η Κίρκη μεταμορφωμένη σε δεντροκόριτσο για να προκαλέσει την συμπάθεια των ταξιδιωτών*, (αφού προηγουμένως αλλοίωσε τις διαστάσεις του χωροχρόνου και των αντικειμένων), αφήνει να φανεί (αριστερά) μέρος του αινιγματικού της προφίλ, για να την ανα-γνωρίσουν οι πιο οξυδερκείς ανα-γνώστες∙ αυτοί, στη συνέχεια, καλούνται ν’ αποδείξουν την αξιοσύνη τους, αφού υποβληθούν σε επώδυνες δοκιμασίες από την Κίρκη (Ποίηση), προκειμένου να ταξιδέψουν προς την πολυπόθητη Ιθάκη.

*Ταξιδεύω: τα άξια οδεύω (Λογοδυναμική)

Ardita Jatru, υποχρεωτική αυτο-παρουσίαση

Είμαι σαράντα οκτώ χρόνων.
Είμαι ευτυχισμένη, αφού έχω οικογένεια.
Σύναψα συμφωνία με το υποσυνείδητο.
Γράφω αυθόρμητα ποιήματα.
Τώρα ξέρω, στα νιάτα μου υπήρξα όμορφη
αλλά με μειωμένη αυτοπεποίθηση.
Ας μου το έλεγε τουλάχιστον η μάνα.
Είμαι πολύ ευαίσθητη
κι ο αυθορμητισμός μου συχνά παρεξηγείται.
Μικρή είχα ένα όνειρο
τώρα δεν το θυμάμαι πια.
Ζω τριάντα χρόνια στην Ελλάδα.
Δεν ψήφισα ποτέ.
Ανανεώνω την άδεια παραμονής μου
ανά πενταετία.
Η καλύτερη φίλη μου είναι η Ελπίδα.
Φροντίζω τις αδέσποτες γάτες.
Μοιράζομαι τα δρομάκια με την κυρά-Βιολέτα.
Κάποιος πρέπει να το κάνει.
Είμαι σαράντα οκτώ χρόνων.
Δεν έχω ακαδημαϊκή μόρφωση.
Πάσχω από κοινωνική φοβία.
Αναλαμβάνω τις ευθύνες άλλων.
Το βράδυ στο κρεβάτι πέφτω ξερή.
Είμαι τυχερή
που έχω έναν σύζυγο
ο οποίος δεν αποπειράθηκε ποτέ
να με δολοφονήσει.

Νίκος Σφαμένος, φυσικά

ρε σεις
όλοι εσείς οι αμέριμνοι
πείτε μου
τόσα πολύχρωμα
όνειρα και εκείνα τα
θλιμμένα ποιήματα
που περίμεναν ακίνητα
χρόνια τώρα να
ταξιδέψουν
τι απέγιναν;

και οι μέρες μας
γιατί γίνονται
όλο και πιο
παγωμένες;

τα πρόσωπά τους
γιατί είναι σκυθρωπά
εχθρικά ή
ανέκφραστα;

θα αντικρύσουμε ποτέ
τη γαληνεμένη θάλασσα
με τα φωτεινά μάτια
ενός παιδιού;

και γιατί
άλλο ένα ποίημα να
τελειώνει όπως
όλα τα προηγούμενα
-μ’ ένα δάκρυ
ε;

Lisa Suhair Majaj, Τι είπε εκείνη

Είπε εκείνη, πήγαινε παίξε έξω,
αλλά μην παίζεις μπάλα κοντά στους στρατιώτες.
Όταν περνάνε τζιπ,
να κατεβάζεις το βλέμμα.
Και μη μαζεύεις πέτρες,
ούτε καν για το κουτσό.
Είπε εκείνη, μην ενοχλείς τους γείτονες,
χτες βράδυ συνέλαβαν τον γιο τους.
Άπλωσε την μπουγάδα, στρώσε τα κρεβάτια,
σβήσε το γκραφίτι απ’ τον τοίχο
πριν το δουν οι στρατιώτες. Είπε εκείνη,
δεν υπάρχουν λεφτά˙ αν σε σφίγγουν
τα παπούτσια, κόψε τις μύτες.
Αυτά έχουμε να φάμε,
και δεν θα φάμε ξανά μέχρι αύριο.
Όχι, δεν έχουμε πορτοκάλια,
τις έκοψαν τις πορτοκαλιές.
Δεν ξέρω γιατί. Μπορεί τα δέντρα
να ’ταν απειλή για τα τανκς. Είπε εκείνη,
δεν έχουμε νερό, θα κάνουμε μπάνιο την επόμενη βδομάδα,
ινσαλλάχ. Στο μεταξύ, μην πατάς το καζανάκι.
Και μην πλησιάζεις τον ελαιώνα,
υπάρχουν άποικοι με όπλα εκεί.
Όχι, δεν ξέρω πώς θα μαζέψουμε
τις ελιές, και δεν ξέρω τι θα κάνουμε
αν ισοπεδώσουν τα δέντρα. Έχει ο Θεός
αν είναι θέλημά Του, ή η UNRWA, όμως σίγουρα όχι
οι Αμερικάνοι. Είπε εκείνη, δεν μπορείς να
βγεις έξω σήμερα, έχει απαγόρευση κυκλοφορίας.
Μείνε μακριά απ’ τα παράθυρα,
δεν ακούς τους πυροβολισμούς;
όχι, δεν ξέρω γιατί κατεδάφισαν
το σπίτι του γείτονα. Κι αν ξέρει ο Θεός,
δεν το λέει. Είπε εκείνη,
δεν έχει σχολείο σήμερα,
έχει στρατιωτική εισβολή.
Όχι, δεν ξέρω πότε θα τελειώσει,
ούτε αν θα τελειώσει. Είπε εκείνη,
μη σκέφτεσαι τα τανκς
ή τ’ αεροπλάνα ή τα όπλα
ή τι έπαθαν οι γείτονες.
Έλα στον διάδρομο,
κινδυνεύουμε λιγότερο εδώ. Και κλείσε τις ειδήσεις,
είσαι πολύ μικρή γι’ αυτές. Άκου,
θα σου πω μια ιστορία για να μη φοβάσαι.
καν για μα καν – υπήρχε και δεν υπήρχε-
μια χώρα που λεγόταν Φαλαστίν,
τα παιδιά παίζαν στους δρόμους
και στα χωράφια και στους μπαξέδες
και μάζευαν βερύκοκα και αμύγδαλα
κι έπλεκαν γιρλάντες από γιασεμί για τις μανάδες τους.
Κι όταν πετούσαν από πάνω τους αεροπλάνα
Φώναζαν χαρούμενα και χαιρετούσαν.
Καν για μα καν. Κράτα το κεφάλι σκυφτό.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στην έκδοση «Αραβίδες ντίβες: Ανθολογία σύγχρονης αραβο-αμερικανικής ποίησης», έκδοση Τεφλόν και Αρχείο 71, Αθήνα 2021.

**Η Lisa Suhair Majaj γεννήθηκε το 1960 στην Αϊόβα των ΗΠΑ από Παλαιστίνιο πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα. Μεγάλωσε στο Αμμάν, σπούδασε στη Βηρυτό και στο Μίτσιγκαν. Από το 2001 κατοικεί στη Λευκωσία.

***Μετάφραση: Πίτερ, Ράνια, Ελένη.

Γιώργης Παυλόπουλος, Το διάφανο μετάξι 

Gustav Klimt, The Kiss (1907-1908) – Österreichische Galerie Belvedere, Vienna

Από το ένα μέρος οι δυό μας
να έχουνε δοθεί σαν άλλοτε στον έρωτα.
Κι από το άλλο μέρος οι δυό τους πάλι
ασάλευτοι τώρα να κοιτάζουν.
Κοίταζαν τα διψασμένα σώματα
πού ήσαντε κάποτε
κοίταζαν την ηδονή τους και ποθούσανε
και λιώνανε να σμίξουνε μαζί τους.
Όμως ανάμεσά τους ένα μετάξι διάφανο
σχεδόν αόρατο τους χώριζε για πάντα.

Γύρισε τότε και τού έδωσε με δάκρυα στα μάτια
ένα φιλί που έκοβε τα χείλια σαν μαχαίρι.
Το πήρε και αρχίζοντας να σκίζει το μετάξι
τους φάνηκε τάχα πως περάσανε
στου έρωτα το μέρος
και πέσανε στην αγκαλιά τους
και σμίξανε τους άλλους εαυτούς τους.

Κι Εκείνη πήγε μέ τον Άλλο
κι εκείνος πήγε με την Άλλη.

*Από τη συλλογή “Πού είναι τα πουλιά;”, εκδόσεις Kέδρος 2004. Περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο “Γιώργης Παυλόπουλος Ποιήματα 1943-2008”, εκδόσεις Κίχλη, α’ έκδοση Ιούνιος 2017.

Paul Goodman, Poem / Ποίημα

Fever is beautiful the twinkling
campfires of the resistance
the scorched earth and the strait pass,
is terrible to watch unfold
the history of the disease
and the wrong banner flying.

But the loveliest thing the violent stars
roll as they rush is animal health!
the three gaits of locomotion
and the fourfold gamut of song
and practical syllogism
and careless love.

Ο πυρετός είναι όμορφος στο τρεμόπαιγμα
φωτιές της αντίστασης
η καμένη γη και το στενό πέρασμα,
είναι τρομερό να το βλέπεις να ξεδιπλώνεται.
η ιστορία της ασθένειας
και το λάθος λάβαρο που κυματίζει.

Αλλά το πιο όμορφο πράγμα τα βίαια αστέρια
που κυλούν καθώς ορμούν είναι η υγεία των ζώων!
τα τρία βήματα της μετακίνησης
και η τετραπλή γκάμα του τραγουδιού
και η πρακτική συλλογιστική
και η ανέμελη αγάπη.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι, Στον αγαπημένο του εαυτό αφιερώνει ο συγγραφέας αυτές τις γραμμές

Τέσσερις.
Βαριές σα χτυπήματα.
«Τα του Καίσαρος – τα του Θεού».
Κι ένας
σαν κι εμένα.
Που θα πάει;
Πού φωλιάσει βολικά;
Αν ήμουν
μικρούλης
σαν ωκεανός, –
θα στεκόμουν στις μύτες των ποδιών των κυμάτων,
και με την παλίρροια θα χάιδευα το φεγγάρι.
Πού θα βρω την αγαπημένη μου,
που να ‘ναι σαν κι εμένα;
Αυτή δεν θα χωρούσε στον μικροσκοπικό ουρανό!
Ω, αν ήμουν φτωχός!
Σαν εκατομμυριούχος!
Τι να τα κάνει η ψυχή τα λεφτά;
Είναι ένας αχόρταγος κλέφτης γι’ αυτήν.
Της αποχαλινωμένης ορδής των επιθυμιών μου
Δε φτάνει όλο το χρυσάφι της Καλιφόρνιας.
Αχ και να ΄μουν τραυλός
σα το Δάντη
και τον Πετράρχη!
Να φλέγεται για μία η ψυχή μου!
Με στίχους να τη διατάξω να καεί!
Κι οι λέξεις
κι η αγάπη μου –
αψίδα θριάμβου:
από την οποία θα περάσουν
δίχως ν’ αφήσουν ίχνη
με πυκνές γραμμές
οι ερωμένες όλων των αιώνων.
Ω, και να ΄μουν
ήρεμος
σα κεραυνός, –
θα βουτούσα,
τρέμοντας να αγκαλιάσω της γης την γερασμένη σκήτη.
Αν μ’ όλη μου τη δύναμη
ουρλιάξω με φωνή βροντερή, –
οι κομήτες θα δέσουν τα φλεγόμενα χέρια τους,
πέφτοντας κάτω από τη νοσταλγία.
Αν τα μάτια με της νυχτιάς των τύψεων τις αχτίνες –
ω, αν ήμουν εγώ
θαμπός, σαν ήλιος!
Θέλω τόσο πολύ
με τη λάμψη μου να ξεδιψάσω
της γης τον ξερακιανό κόλπο!
Θα πάω
ανέμελος τον έρωτα να ψάξω.
Ποια νύχτα
παράλογη,
άχρηστη
ποιοι Γολιάθ με γέννησαν –
τόσο μεγάλο
και τόσο άχρηστο;

1916

Μαρία Πανούτσου, Timeless


Έργο του ζωγράφου Θωμά Τουρναβίτη

Αφιερωμένο

Τιτιβίζει το κεφάλι μου
το κρατώ να μην σπάσει
ήχοι από ένα βαλς από μακριά

η θάλασσα που αρνήθηκα να με σκεπάσει
τώρα με καλεί για ένα τελευταίο ασπασμό
ξυπόλητη στην ζεστή άμμο περπατώ και σκέπτομαι

τι είναι ο έρωτας παρά η ανεκπλήρωτη επιθυμία
ή πιότερο η άρνηση με ό,τι η φύση περιπαίζει

και εγώ ως υπεράνθρωπος να ξεγλιστρά μακριά
μοναχικός, καθαρός, αγνός, σαν μια σκιά.

Αθήνα
Τα αφιερωμένα.
13/4/24

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Όλοι μαζί να θυμηθούμε

Όπου κι αν ρίξουμε τη ματιά μας, θα αντικρίσουμε
εγκλήματίες, τρωκτικά, αχαλίνωτη αλαζονεία,
απύθμενη, αλλεργική υποκριτικότητα και ένα
οργανωμένο συνδικάτο που το ενώνει ο κοινός
του στόχος, η χλιδή και το χρήμα…
Παντού βλέπεις την επαίσχυντη υποκριτικοκρατία,
Τη θεοκαπηλεία και γενικά το απύθμενο θράσος των εξουσιαστών.
Εμείς τι κάνουμε;
Ως πότε θα συντηρούμε τους πιράνχας των λαών;
Τους υποκριτές, διεφθαρμένους δυνάστες της σκέψης,της ελευθερίας και του πνεύματος;
Ως πότε θα ανεχόμαστε τους μπαγάσηδες λαοπλάνους τρομοκράτες;
Πότε θα απαλλαγούμε από τις μυστηριοπαγανιστικές θρησκείες;
Πότε θα πάψουμε να πιστεύουμε τους τσαρλατάνους θαυματοποιούς;
Τους φακίρηδες, τους αρχιτσοπάνηδες,
να μας βατεύουν χυδαία καθημερινά;
Δεν πρέπει να μας ξεγελάνε άλλο πια…!
Φτάνει!
Όλοι τους, δεξιοί, αριστεροί, σοσιαλιστές
και όλα τ´άλλα τα κοπρόσκυλα, συνεργάζονται,
συνδιαλέγονται, συν-τρώνε, συν-πίνουν αρμέγοντας άγρια τον απλό αδύναμο άνθρωπο,
τον καλοπροαίρετο και αφελή πελάτη, της
πολιτικοθρησκευτικής λυστοσυμμορίας…
Όλοι μαζί να θυμηθούμε:
Πέτρινα λουλούδια στους τάφους!
Πέτρινα χρώματα στο χώμα!
Για να θυμόμαστε.
Πέτρα το λιβάδι του πόνου!
Πέτρα ο ουρανός της αγανάκτησης!
Πέτρα στην πέτρα της απελπισίας!
Πέτρα τα πρόσωπά μας!
Πέτρα η φωνή μας!
Για να θυμόμαστε.
Τα γερά μπράτσα που σήκωσαν λίγο τον ήλιο!
Τα γερά μπράτσα που κράτησαν λίγο τον ουρανό!
Τα γερά μπράτσα που ερωτεύτηκαν το δίκιο!
Για να θυμόμαστε.
Τα καστανά και γαλανά μάτια των κοριτσιών που οραματίστηκαν!
Τα ξέπλεκα μαλλιά τους που σφούγγισαν τις πληγές!
Τα κερασένια χείλη που φιλί έδωσαν αλλά δεν πήραν ποτέ!
Για να θυμόμαστε.
Όλες και όλους, που έδωσαν αγάπη και αγάπη δεν πήραν ποτέ!
Που ονειροπόλησαν, που μέθυσαν με πικρό κρασί!
Που γεύτηκαν μέλι πικρό, που γνώρισαν της χολής τη γεύση!
Που αγκάλιασαν το κρύο χιόνι μα δεν κρύωσαν!
Για να θυμόμαστε.
Ποιος έκλεψε το φως!
Πώς βυθιστήκαμε στο σκοτάδι του μεσημεριού!
Για την πικρή γεύση της απάτης!
Για το πώς και γιατί!
Για να θυμόμαστε.
Ποιοι είμαστε!
Τα πολλά που ξεχάσαμε!
Όλα αυτά που δεν πολεμήσαμε…
Ναι!
Δυστυχώς ναι!
Έχουμε καταντήσει – αν όχι όλοι,
να αισθανόμαστε κουτσοί και να πουλάμε μπαστούνια!
Τυφλοί και να πουλάμε καθρέφτες!
Εμάθαμε – μας έμαθαν, ο καθένας μας να παίρνει το δρόμο του και να μην κοιτάζει για τη συγκομιδή
του συνόλου, αλλά για την πάρτη μας…
Αν όλοι μαζί, δεν παλαίψουμε και δεν γίνουμε
συνοδοιπόροι σε όλα αυτά που μας έχουν στερήσει,
κλέψει και επιβάλει, τι θα έχουμε να πούμε στις γενιές που έρχονται ;

Κυπαρισσία, 12 Απρίλη ´24

Δημήτρης Πέτρου, Τριετές

του Κυριάκου
του Χρήστου

Από τότε
ήσυχη βροχή ποτιζει τα περιστέρια
στην πλατεία.
Η πόλη αναπαύεται πάνω σε φιλμ
μακαριότητας
κι εγώ αποφεύγω πια
να επισκέπτομαι τα τρένα.
Αντίστοιχες μικρές τροποποιήσεις.
Παράδειγμα η οδός που έμενες,
πρόσφατα πεζοδρομήθηκε
-απόφαση αρμόδιας υπηρεσίας-
φωτο παρελάσεων πουλήθηκαν πολλές
και μόλις χτες ένα φορτηγάκι ανατράπηκε,
ευτυχώς χωρίς θύματα.
Κατά τα άλλα, όλα καλώς.
Υπογράψαμε και μια διαμαρτυρία.
Σήμερον Τετάρτη
δυο-τρεις γνωστοί μαζευτήκαμε.
Κάποιος, αν κατάλαβα καλά
έθεσε θέμα κυβερνητικης ανυπαρξίας.
Και ο παπάς κάτι ανέφερε,
περί των αγίων ο χορός, πάσης σαρκός
μετά πενυμάτων, δεδικαίωται-

ότι συ εί
και νύν
αιτησώμεθα.

*Από τη συλλογή “Χωματουργικά”, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2016.