Myron Lysenko, haiku collection

the mother
at her son’s open grave
a falling scarf

lighthouse
they marry on the edge
of a cliff

a small girl runs
through drifting apple blossoms
red parrots

unstable cliffs
he pulls his daughter away
from the ice-cream van

angry words
a small maple leaf follows
us inside

not trying to be funny they laugh anyway agapanthus

slow moving river
the man’s cigarette ash
drops onto a steak

I listen to the cricket
swinging door

Continue reading →

Τάσος Δενέγρης, Φάουστ και ινδική κάνναβις

tasos-denegrhs

Ακούστε συνέντευξη του ποιητή στον Μάρκο Φρέρη: https://soundcloud.com/user709428653/il8sel2omopb

Πελτασταί, παγίδες, ασβέστης
Άσπρη σιβηρική γούνα με σαντιγί
Ζεστός λήθαργος
Δεν καταλαβαίνω τίποτα
Δεν υστερώ σε τίποτα
Αντιθέτως υπερτερώ
Σπάνια άνθρωπος έχει γράψει στ’ αρχίδια του
Μαζεμένες τις αξίες του ευρωπαϊκού πνεύματος
Κατανόηση, μνημεία, σκοπιμότης, ανωτερότης,
Κατωτερότης, Μιχαήλ Άγγελος, Μπαρντό,
Συνομιλία, κηδεμονία
Σπάνια
Χωρίς να δώσει αντάλλαγμα
Ένα τετραγωνικό στρέμμα απ’ την ψυχή του.
 
Σάββατο βράδυ
Ήμουν άγγελος, αρκούδα, ταπεινός, δυνατός
Αδιάφορος
Πανταχού παρών στο χάος
Συγκεντρωμένος σε μια τρύπα σκόρου
Ή σ’ έναν ήχο.


*Το ποίημα, η φωτογραφία και η συνέντευξη αναδημοσιεύονται από το http://periodikotrypa.wordpress.com/

Makis Tselentis, Faible débit

natalia Sergevna Goncharova, A Woman with a Cigarette Second half (δεκαετία 1910)

natalia Sergevna Goncharova, A Woman with a Cigarette Second half (δεκαετία 1910)

τα μάτια αγαπούν 
να κεντούν περασμένες βροχές 
κάποτε ήρθαν
και μέτρησαν την αυλή
οι ραβδώσεις ήταν συχνές στα φύλλα
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Μου ζήτησες να περιγράψω το σπίτι μου
το ταγγισμένο λίπος
απ’τις γειτονικές αυλές
και τη μικρή υστερία
 
Γυναίκες με νυχτικά μέσα στο μεσημέρι
καταναγκασμένες σιωπές
κι ακόμα πιο καταναγκασμένες ομιλίες

Κρατιέμαι συχνά εκεί
ενσώματος
διευθετημένος
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Οι τοίχοι στο σπίτι φούσκωσαν
Αποφασίσαμε να μιμηθούμε φωνές
Πολλές φορές η προσμονή υπάρχει
χωρίς ελπίδα
συνήθεια
Κλείσαμε τα μάτια και είδαμε ένα βουνό
απολίθωμα
στίξη
Οι μοναχικοί άνθρωποι γνωρίζονται στον περίπατο
Περπατούν με τα χέρια στις τσέπες
πάλλονται και θάλλουν στις ίδιες απομιμήσεις
και στα ηλεκτροφόρα σύρματα
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Όλα τα κέρινα χέρια πέρασαν
 
Το παιδί στην πλατεία
αγαπά μια φράση
Την κυκλώνει
 
Την ώρα που καίγονται
οι άλλες γραμμές
ίσκιοι φωτίζουν ένρινα
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ακούω τον ήχο
στις όχθες τα σχήματα
λεπταίνουν
πρόσωπα
 
Ένοικοι στα νερά
τα μάτια τους φόβος

* Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο “Παράθυρο”. Εμείς το πήραμε από το http://lerestnadine.wordpress.com/2013/05/

Πέθανε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες – Σε ηλικία 87 ετών

Screen+Shot+2014-04-17+at+11.26.55+PM

Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 87 ετών ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας κολομβιανός συγγραφέας, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.
Ο Μάρκες, που εδώ και δεκαετίες ζούσε μόνιμα στο Μεξικό, ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος.
Θεωρείται ως ο συγγραφέας που μέσα από τα μυθιστορήματα και τις νουβέλες του, όπως τα «100 Χρόνια Μοναξιά», την «Κακιά Ώρα» και το «Φθινόπωρο του Πατριάρχη» καθόρισε το είδος του μαγικού ρεαλισμού.
Εδώ και αρκετά χρόνια είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή καθώς έπασχε από καρκίνο στους λεμφαδένες.
Στις 6 Μαρτίου έκλεισε τα 87 του χρόνια και με την ευκαιρία αυτή βγήκε για λίγα λεπτά από το σπίτι του για να χαιρετίσει τους φωτορεπόρτερ και τους δημοσιογράφους.
Στις αρχές Απριλίου είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο με πνευμονία. Ο Μάρκες βγήκε από το νοσοκομείο μερικές ημέρες αργότερα, αλλά η κατάσταση της υγείας του ήταν «πολύ εύθραυστη».
Η εφημερίδα του Μεξικού «El Universal» είχε γράψει ότι ο καρκίνος των λεμφαδένων από τον οποίο είχε προσβληθεί ο Μάρκες πριν από 15 χρόνια, εμφανίστηκε εκ νέου και έχει κάνει μετάσταση.

Continue reading →

Κατερίνα Γώγου, Τα σύνορα της πατρίδας μου

1653947_1455280791358194_1170434530_n

Τα σύνορα της πατρίδας μου αρχίζουνε
απ τα ψητοπωλεία του Μινιόν
περνάνε από τα καμένα ξύλα του Περοκέ και πέρα …
Η ζωή από κει παίζει βρώμικο ξύλο με τη ζωή
στριμώγνει τα καλύτερα παιδιά της σε φαγωμένες σκάλες
τους στρώνει στο “Θανάση” σημαδεμένη τράπουλα από χέρι
τους περνάει μπρασελέ και ματωμένους σουγιάδες
και μπότες γυαλιστερές πορτοκαλιές με 10 πόντους τακούνι
Ζόρικο αντριλίκι τα γεννητικά τους όργανα
τα Άγια των Αγίων κι αλλιώτικο φιλότιμο
ώσπου μια μέρα – Παρασκευή μπορεί –
τους ρίχνει από κοντά επιδέξιους κώλους
καρφώνουνε τον αντρισμό τους
τους φέρνει καπάκι
κι ύστερα ευνουχισμένοι με τη γλώσσα κολλημένη στον ουρανίσκο
με το μαντήλι που σκουπίστηκαν
ένα με την καφέ του ρίγα περιθώριο γύρω γύρω
πνίγουν με ισόβια
φωταγωγημένα καράβια εφοπλιστικά κεφάλαια ξωτικές
θάλασσες Παναμαϊκές σημαίες χρεωμένες τραγουδίστριες
και τα δικά τους ταξίδια στη θάλασσα με καρπουζόφλουδες
το ξεχειλωμένο μαγιώ απ’ το περίπτερο
και την τσατσάρα – πουτάνα ζωή – μαγκιά τους στο πλάι
κανείς δεν ξέρει
κανείς δεν είδε
19 20 21 χρονώ και τέλος.

Nanja Noterdaeme, Awakening

EnvironmentalAwakening1

I fled the sea of nothingness
My eyes awake
I saw pebbles light a square
in sight of consciousness.

Unsound
Whirling whereabouts
The colored coats
of earthly nervous gypsies
screaming foreign notes
staccato pizzicato
from steel and scrape
and dangling tools
A wife a man a child
in whirling robes
and colored whereabouts
as dangling fools
staccato pizzicato
SupeRmaRket
SupeRmaRket.
These were the only
audible sounds.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Βοτσαλάκια ΙΙ

Φωτογραφία: Σοφία Αντωνακάκη

Φωτογραφία: Σοφία Αντωνακάκη

VI

Kάποτε περνούν
τα νιάτα. Στις μέρες μας
μεταναστεύουν

VΙΙ

Σε γλάστρες αυλής
το κορμί του άνεργου
Από ψηλά πετά.

VΙΙΙ

Bροχερός καιρός.
Η μελαγχολία του
γυρεύει στίχους.

IX

Βάζεις μελάνι
στο μελανοδοχείο,
μ’ άδεια η ψυχή.

X

Λιγόστεψαν πια
τ’ αγρίμια στην ύπαιθρο.
Ζούγκλα οι πόλεις.

Δημήτρης Τρωαδίτης, …μεθυσμένος

1653275_198087537066185_1642921250_n

το πλήθος κραυγάζει
εγώ
ο εαυτός μου
και το είδωλό του
στον καθρέπτη

οι ιαχές διαχέονται
στην απεραντοσύνη
του δωματίου
εποχούμενες με άνεση
στις παραλίες των τοίχων

η κάμαρα διογκώνεται
από τις ουρανομήκεις
προσταγές των θεατών
που διψούν για θέαμα

το ήξερα ανέκαθεν
ότι αυτό το παράβγεμα
με τον εαυτό μου
δεν θα ‘χε αίσιο τέλος

ωστόσο παραμένω μεθυσμένος
από την… επιτυχία

Νικόλας Άσιμος, Παπάς

Μουσική/Στίχοι: Άσιμος Νικόλας

Εγώ κι εσείς, εσείς κι εγώ τραβάμε για το Βόλο
Το άλογό μας χλώμιασε τ’αφήσαμε στο δρόμο.
Ήταν μαζί ο Σταύρακας και ο Στρατής ο Λιόγκας
Είχαμε το θεό βοηθό και στο φλασκί μας το νερό.

Θυμάμαι τότε τον παπά κατούραγε στη στράτα
Κι ήτανε όλα γύρω μας όμορφα και καπάτσα
Ωρέ παπά του είπαμε, δεν ντρέπεσαι με ράσα
Το άλογό σας ψόφησε δεν τό ‘σωσαν μωρέ τα ράσα.

Θέμε όλοι, θέλουμε όλοι του παπά μας το περβόλι
Κατουράμε τη βδομάδα δυο φορές την πρασινάδα
Να μαράνει το περβόλι και να μπούμε μέσα όλοι
Να κρεμάσουμε λαμπάδα στου παπά μας τη φοράδα.

Μαστορεύανε και γελούσανε, τραγουδάγανε, κοροϊδεύανε
Τότες που τους χορεύανε στο ταψί
Τώρα σώπασαν, δε γελάνε πια, δεν τους νοιάζει πια, τάχουν όλα αυτά
Τάξη, ησυχία και λεφτά.
Μόνο που τους στερήσαν τη φωνή, χάσανε κι αυτοί την ανθρωπιά τους
Μόνο που μας αγόρασαν την καρδιά, χάσαμε κι εμείς την ανθρωπιά μας.

Ωρέ παπά του είπαμε δεν ντρέπεσαι με ράσα
Το άλογό σας ψόφησε δεν το ‘σωσαν μωρέ τα ράσα.

Θέμε όλοι, θέλουμε όλοι του παπά μας το περβόλι
Κατουράμε τη βδομάδα δυο φορές την πρασινάδα
Να μαράνει το περβόλι και να μπούμε μέσα όλοι
Να κρεμάσουμε λαμπάδα στου παπά μας τη γενειάδα.
Φταίμε όλοι, φταίμε όλοι, που έχει ο παπάς περβόλι.

Τρεις ποιητές δημοσιεύουν στο Vakxikon.gr

Φωτογραφία: Θ. Ζαμπάκα  

Φωτογραφία: Θ. Ζαμπάκα
 

Ιωάννης Βεϊσάκης, 


Υπόδημα




Τα μάτια του δεν έβλεπα

αν είναι φλογισμένα ή σκοτεινά

σκυφτός ως ήταν

δέρματα έκανε χρησμούς…

Δεν έμελλε χρυσόμαλλο να είναι το δικό μου

μα ούτε και για πέδιλο

άραγε άλλο τι να υποδηλώνει;

«όχι πέραν του υποδήματος» απάντησε κοφτά.

τα μάτια του δεν είδα, μονάχα το καρφί.




Ο Ιωάννης Βεϊσάκης ζει κι εργάζεται στο Ηράκλειο Κρήτης.




Πηνελόπη Γιαλελή


, Το ευτυχισμένο τέλος




Και ζήσαν’ αυτοί καλά. 

Αγκαλιά με τσίγκινα τρόπαια,

χαμογελαστοί μέχρι το τέλος της φύσης.

Παγωμένοι σαν φωτογραφία

λαμπεροί σαν καλοσμιλεμένα αγάλματα 

που ένας τεχνίτης που αγαπούσε την πέτρα,

κάποτε, πάνω στην τρέλα έφτιαξε.

Λοξά κοιτούν ο ένας τον άλλον

με τις κόρες τους ακίνητες 
σαν δυο καρφιά που περιμένουνε το κάδρο.

Κι είναι ευτυχισμένοι.
Το στήθος τους χτυπά…

Είναι ρολόι και μετρά.

Λίγο νιώθει και πολύ τον εαυτό του αγαπά.

Και προοδεύουν.

Ανεβαίνουν διαρκώς αργά τα σκαλιά 

κοιτώντας λοξά μην τους περάσουν.

Μα εμείς μάθαμε να τρέχουμε.

Οι τοίχοι δεν κρατούν τ’ αγρίμια.

Μας χτυπά η βροχή

αλλά θα κοιτάμε μετά κατάματα τον ήλιο.

Ας τυφλωθούμε. 

Πάντα με την ψυχή μας βλέπαμε άλλωστε.

Όποτε κάποιος περπατάει σιμά

είναι η ζέστη του κορμιού

κι οι πεταλούδες μέσα μας που τον κοιτάνε.

Κατευθείαν στο «εγώ» του που λαχταρά

αυτό το «εμείς» που μας ανήκει.

Σπάνε οι γύψοι κι η ελευθερία τραγουδά 

εκεί που προηγουμένως η ζήλια τους ξεψύχησε.

Είμαστε πλάσματα της μέρας. 

Πάντα θα τους λυπόμαστε

και πάντα θα τους συγχωρούμε.

Γιατί γι’ αυτό ζούμε

κι εμείς καλύτερα.




Η Πηνελόπη Γιαλελή ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.




Ελένη Γιαννακάρη, 


Το χρονικό μιας βροχής 




Είπες απόψε θα βρέξει

Κι έφυγες
Χωρίς αδιάβροχο

Μόνο με το πουκάμισο ανοικτό

Σε ένα φως ανέσπερο

Δικό σου

Φυσάει κι από μακριά

Ακούγεται το σφύριγμα του τρένου

Έφυγες

Πρώτη σταγόνα στρέφει στο περβάζι



Σκεπάσου με το χνώτο

Της ώριμης σελήνης

Φεγγριστός να βγεις και ζεστός

Στα παράθυρα της πόλης

Που απόψε ο βοριάς συνέτριψε

Να ανατινάξεις το πυροτέχνημα και πάλι

Θα σε βρω

Αστράφτει κάπου στο βάθος της στιγμής



Μην αργήσεις

Μήνυμα στείλε

Πρόβαλε ο καβαλάρης στην αυλή

Κι έχει σβηστά

Τα πράσινα μάτια

Τη κόμη ματωμένη

Κι αδύναμα στα χέρια του κρατά

Τα γκέμια που στον γκρεμό

Παραδόθηκαν – διατομή θανάτου

Θα κρυώσεις

Έπιασε μπόρα ριγούν τα ρείθρα άστεγα



Πάρε το πρώτο τραμ

Αχάραγα να γυρίσεις

Θα έχω νερό ζεστό

Για να πλυθείς

Κυκλάμινα στο ανθογυάλι

Τα ρόδινα μου πέλματα

Να τα διπλοφιλήσεις

Αχάραγα να γυρίσεις

Μου δόθηκε μια ώρα ακόμα

Πριν κινήσω τον μοχλό

Κι αμπαρωθώ στο γκρίζο

Σε περιμένω

Πλημμύρα παντού κλείνω τα στόρια με δέρμα τα σφαλνώ



Ήρθες
Ακροάστηκα το σφυγμό σου

Πάνω στον τοίχο

Ήρθες στην ώρα σου

Φλογίστηκαν οι μεταξένιες παρειές

Της σπασμένης μου βεντάλιας

Η βαλίτσα σφαλιστή

Στο κατώφλι

Το πουκάμισο ανοιχτό

Τα κουμπιά στα χέρια

Κροταλίζουν ρυθμικά

Στέκω στα νύχια

Σαν χτυπάς το κουδούνι

Δεν θα ανοίξω
Διπλό ουράνιο τόξο κι η οθόνη σβηστή




Η Ελένη Γιαννακάρη ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.




*Αναδημοσίευση από το Βακχικόν http://www.vakxikon.gr