Luddlow Massacre – Λούης Τίκας – Δεν ξεχνάμε

LUDLOW MASSACRE

“It was early springtime when the strike was on,
They drove us miners out of doors,
Out from the houses that the Company owned,
We moved into tents up at old Ludlow.
I was worried bad about my children,
Soldiers guarding the railroad bridge,
Every once in a while a bullet would fly,
Kick up gravel under my feet.

We were so afraid you would kill our children,
We dug us a cave that was seven foot deep,
Carried our young ones and pregnant women
Down inside the cave to sleep.

That very night your soldiers waited,
Until all us miners were asleep,
You snuck around our little tent town,
Soaked our tents with your kerosene.

You struck a match and in the blaze that started,
You pulled the triggers of your gatling guns,
I made a run for the children but the fire wall stopped me.
Thirteen children died from your guns.

I carried my blanket to a wire fence corner,
Watched the fire till the blaze died down,
I helped some people drag their belongings,
While your bullets killed us all around.

I never will forget the look on the faces
Of the men and women that awful day,
When we stood around to preach their funerals,
And lay the corpses of the dead away.
We told the Colorado Governor to call the President,
Tell him to call off his National Guard,
But the National Guard belonged to the Governor,
So he didn’t try so very hard.

Our women from Trinidad they hauled some potatoes,
Up to Walsenburg in a little cart,
They sold their potatoes and brought some guns back,
And they put a gun in every hand.

The state soldiers jumped us in a wire fence corners,
They did not know we had these guns,
And the Red-neck Miners mowed down these troopers,
You should have seen those poor boys run.

We took some cement and walled that cave up,
Where you killed these thirteen children inside,
I said, “God bless the Mine Workers’ Union,”
And then I hung my head and cried.”

LUDLOW MASSACRE (Woody Guthrie από τον δίσκο του “Struggle”,1940)

Για τη σφαγή του LUDLOW του 1914, όπου ο στρατός μεταξύ άλλων απεργών “έφαγε” και τον “δικό μας” Louis Ticas (“Αμοιρολόητος” του Zeese Papanikolas), βλέπε και Γεώργιος Σταυρουλάκης “Λούης Τίκας, ο ήρωας της ξενιτιάς” καθώς και το πολύ καλό “Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ” των Ρίτσαρντ Ο.Μπόγιερ-Χέρμπερτ Μ. Μόρε, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι, Στίχοι για το Σοβιετικό διαβατήριο

Θα καταβροχθίσω
τη γραφειοκρατία
σα λύκος
Δε σέβομαι
τα πιστοποιητικά
και στέλνω
σ’ όλους τους διαόλους
όλα τα «χαρτιά».
Όμως αυτό …
Πηγαίνοντας ξυστά
στα βαγόνια,
ένας δημόσιος υπάλληλος
αξιοσέβαστος
προχωρεί
Καθένας δείχνει το διαβατήριό του
κι εγώ
δίνω
το
μικρό μου κόκκινο καρνέ.
Είναι διαβατήρια
που σου φέρνουνε το γέλιο,
άλλα πάλι –
σου ‘ρχεται να τα φτύσεις.
Είναι, λόγου χάρη,
άξια σεβασμού
τα διαβατήρια
με το εγγλέζικο λιοντάρι
απ’ τις δυο μεριές.
Τρώγοντας
με τα μάτια αυτόν τον κύριο,
με χαιρετούρες κι υποκλίσεις
παίρνει
σα να παίρνει πουρμπουάρ,
το διαβατήριο
ενός Αμερικάνου.
Για το πολωνικό
παίρνει το ύφος
μιας κατσίκας που κοιτάζει μιαν αφίσα.
Για το πολωνικό –
το μέτωπο είναι ζαρωμένο.
Όμως, δίχως
το κεφάλι του να στρέψει,
χωρίς να δοκιμάσει
συγκινήσεις ζωηρές,
δέχεται
δίχως τα μάτια του ν’ ανοιγοκλείσει
τα δανέζικα χαρτιά
και το σουηδικά
όλων
των ειδών.
Ξαφνικά,
σα γλειμμένο απ’ τη φωτιά,
το στόμα
του κυρίου
στραβώνει.
Ο κύριος
υπάλληλος
άγγιξε
το κόκκινό μου διαβατήριο.
Τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
μια βόμβα,
τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
σκατζόχερας,
σα να ‘ταν
ξυράφι δίκοπο,
τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
κροταλίας
με δυο δεκάδες γλώσσες,
που ‘χει δυο μέτρα μάκρος και περισσότερο.
Το διαβατήριο
θάμπωσε
το βλέμμα του αχθοφόρου,
που ετοιμάζεται να κουβαλήσει τις αποσκευές δίχως αμοιβή.
Ο αστυφύλακας
κοιτάζει το μυστικό,
ο μυστικός
τον αστυφύλακα.
Με πόση απόλαυση
θα μ’ είχε
μαστιγώσει, σταυρώσει
η φάρα των αστυφυλάκων,
επειδή
κρατώ στα δυο μου χέρια,
ο στηριχτής του δρεπανιού,
του σφυριού ο φορέας,
το σοβιετικό μου
διαβατήριο.
Θα καταβροχθίσω
τη γραφειοκρατία
σα λύκος
Δε σέβομαι
τα πιστοποιητικά
και στέλνω
σ’ όλους τους διαόλους
όλα τα «χαρτιά».
Όμως, αυτό …
Θα τραβήξω
απ’ τις βαθιές μου τσέπες
την απόδειξη
μεγάλου συναλλάγματος.
Διαβάστε καλά,
ζηλέψτε –
είμαι
ένας πολίτης
της Σοβιετικής Ένωσης.

(1929)

*Το έγραψε ύστερα από το τελευταίο του ταξίδι στο εξωτερικό, πριν αυτοκτονήσει (στις 14 Απρίλη του 1930 ) εξ αιτίας της γραφειοκρατίας.

Ο Μίλτος Σαχτούρης για τον Dylan Thomas

Να ένας ποιητής καθαρός, που δεν πρέπει να ανοίγεις λεξικό, σαν τον Έλιοτ, για να αποκρυπτογραφήσεις τα ονόματα. Με συνέρπασε που αυτός, ένα χωριατόπαιδο από την Ουαλία, κατέβηκε στο Λονδίνο και διέλυσε όλους αυτούς τους πανεπιστημιακούς με τα συνέδριά τους: τον Όντεν, τον Μακ Νις. Αυτοί ταξινομήθηκαν σε επιτομές και πανεπιστήμια, ενώ ο Ντίλαν Τόμας είναι από τους τελευταίους μεγάλους λυρικούς του αιώνα μας. Μεταφράζοντάς τον κατάλαβα την αξία του, την ποιότητα και τον λυρισμό του, την οικονομία του λόγου του.

Η Μαρία Πολυδούρη των συνθετών

Μετά από τον Καρυωτάκη, σειρά έχει σήμερα – δικαιωματικά και αυτονόητα – η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη και η αναφορά μας σε μερικές μόνο από τις μελοποιήσεις της στην ελληνική δισκογραφία των τελευταίων χρόνων. Σε πολλές από τις δισκογραφικές εκδόσεις που περιείχαν ποιήματα του Καρυωτάκη, θα βρείτε και ποιήματα της γυναίκας που σημάδεψε τη ζωή του. Έτσι, στην “Ανθολογία Β” (1968) του Γιάννη Σπανού η Πόπη Αστεριάδη τραγούδησε το “Ω χαμηλώστε αυτό το φως”, στα “Τραγούδια για τους μήνες” ο Δημήτρης Παπαδημητρίου μελοποίησε και η Ελευθερία Αρβανιτάκη ηχογράφησε το “Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες” και στη “Δεύτερη ακρόαση” της “Μικρής Άρκτου” το ποίημα της Πολυδούρη “Ποιος ξέρει”, μελοποιημένο από το Μίλτο Σελητσανιώτη, τραγούδησαν μαζί η Νατάσσα Μποφίλιου και η Ελεονώρα Ζουγανέλη.

Τη Μαρία Πολυδούρη τη βρίσκουμε και στις “Κυριακές μες στο χειμώνα”. Έτσι τιτλοφορείται ο κύκλος τραγουδιών του συνθέτη Δημήτρη Μαραμή σε ποίηση Κ. Γ. Καρυωτάκη, Μ. Πολυδούρη, Ν. Λαπαθιώτη, Τ. Άγρα και Μ. Παπανικολάου, που κυκλοφορεί σε cd – βιβλίο. Τα μελοποιημένα τραγούδια ερμηνεύει ο Κωνσταντίνος Κληρονόμος, με τη συνοδεία του Δημήτρη Μαραμή στο πιάνο. Δύο φορές μέσα στη δεκαετία του ’90 η Νένα Βενετσάνου “συναντήθηκε” δισκογραφικά με τη Μαρία Πολυδούρη. Την πρώτη, εν έτει 1990, στο δίσκο της “Το κουτί της Πανδώρας” και τη δεύτερη στο άλμπουμ του ’98 “Το πρόσωπο της αγάπης”, με τραγούδια της Καλλιόπης Τσουπάκη. Το ‘παμε και την προηγούμενη εβδομάδα: Όπως τον Καρυωτάκη, έτσι και την Πολυδούρη την αγάπησε μια ευρεία γκάμα ελλήνων συνθετών και τραγουδοποιών από το ’60 μέχρι τις μέρες μας – με πρώτο το Μενέλαο Παλλάντιο στα τέλη του ’30 – και σε πολλά της ποιήματα έδωσαν νότες και φωνή.

Continue reading →

Γιάννης Στίγκας, Από το “Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο”

stigas1

Τι ειρωνεία κι αυτή Βλαδίμηρε
Εάν ερχόσουν σήμερα
Μπορεί και να μη σ’ άκουγα
Μένω σε δρόμο πολυσύχναστο
Σειρήνες, κορναρίσματα
Η ακοή μου μπάχαλο
-όχι σου λέω ψέματα –
Είναι που η μοναξιά
με βάζει από μικρό στη διαπασών
γι’ αυτό κι πιο πιστοί μου στίχοι
Το θαύμα είν’ ένα χελιδόνι απόκρημνο
            ή
 ρε Κωνσταντίνα πες μου τελικά
 πώς γίνεται
 να μην είσαι εδώ
 και να’ χει πανσέληνο
 
(κι άλλα πολλά
πιο μαύρα απ’ τα ανεκπλήρωτα)
μικροφωνίζουν μες τον ύπνο μου
κι υπνοβατώ
με την στυφάδα που’ χουν τα όνειρα
με τις σαχλές πυτζάμες μου
άχου να γκρεμιστώ σωστά
σ’ ένα σωστό ξημέρωμα
μπας και φωνάξω αληθινά κι εγώ
Αγχειβατείν – Pallasck
Τ’ αστροκαμμένο Φάντασμα
που τέλεια μ’ ενσαρκώνει

*Αναδημοσίευση από το http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2012/09/09/yannis-stigkas-kiosk/

Βάσσος Γεώργας, ένα ποίημα

απερίσκεπτα όπως πετάς
ένα αναμμένο τσιγάρο
μες σ΄ένα πευκοδάσος
έτσι σπείραμε
απρόσωπα ποιήματα
στον γυμνό ουρανό
και θερίσαμε κεραυνούς
και γαυμοσταυρίδια
αρχίσαμε να μιλάμε άξαφνα
άγνωστες ξένες γλώσσες
αναμεταξύ μας
και έγινε όλος ο κόσμος
ένας ατέλειωτος πύργος της βαβέλ
που τον πήρε και τον σήκωσε
ο άνεμος σαν
σημαδεμένο τραπουλόχαρτο

μετακινώ κάθε τόσο
λίγο το περσικό χαλί της μάνας μου
λίγο το φτηνό ξύλινο τραπέζι
αλλάζω θέση στις καρέκλες
και προσδοκώ να διασκεδάσω
την φανερή αδυναμία μου
να χειριστώ σωστά
τα φωνήεντα και τα σύμφωνα
της γλώσσας που κληρονόμησα

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Βοτσαλάκια Ι

paidia_me_mpalonia_0

Ι

Στο θαλερό τον κήπο
μ’ απαρνήθηκες
μαραίνοντας ελπίδες.

ΙΙ

Είπε στον άντρα:
Μένουμε φίλοι.
Κι αυτός έκλαψε.

ΙΙΙ

Δε τον λύπησε
το ηλιοβασίλεμα.
Κέρδισε στίχους.


ΙV

Μικρός ο ναύτης.
Μεγάλη η καρδιά του.
Λιμάνι θα βρεί.

V

Κλάματα όχι,
ούτε κατάρες. Σφίξε
γροθιά το χέρι.

Ζακ Πρεβέρ, Πόλεμος

1945_germany

Ξεριζώνετε
Ανόητοι
Ξεριζώνετε
Όλα τα νέα δέντρα με το παλιό τσεκούρι
Τα ξεριζώνετε
Ανόητοι
Ξεριζώνετε
Και τα γέρικα δέντρα με τις γέρικες ρίζες
Με τις γέρικες μασέλες τους
Τα προστατεύετε
Κρεμάτε και ταμπέλα
Δέντρα του Καλού και του Κακού
Δέντρα της Νίκης
Δέντρα της Ελευθερίας
Και το δάσος έρημο βρομάει ξύλο παλιό και ρημαγμένο
Και φεύγουν τα πουλιά
Κι εσείς μένετε εκεί και τραγουδάτε
Μένετε εκεί
Ανόητοι
Μες στα τραγούδια και τις παρελάσεις σας…

Federico Garcia Lorca, Πού είναι το ντουέντε;

1896846_304290839726258_7981792_n

”[…] Πού είναι το ντουέντε; Μέσα από την άδεια αψίδα υψώνεται ένας άνεμος του νου που πνέει ακατάπαυστα πάνω από τα κεφάλια των νεκρών σε μιαν ατέλειωτη αναζήτηση για καινούργια τοπία κι ανυποψίαστους τόνους. Ένας άνεμος που μυρίζει σάλιο παιδιού, φρεσκοκομμένο χορτάρι και πέπλο μέδουσας αγγέλλοντας το αιώνιο βάπτισμα των νιογέννητων πραγμάτων…”

—-
Ν τ ο υ έ ν τ ε

Κάθε σκαλί που ανεβαίνει ένας άνθρωπος, ή όπως θα ’λεγε ο Νίτσε, ένας καλλιτέχνης, στον πύργο της τελείωσής του γίνεται ύστερα από σκληρή μάχη μ’ ένα ντουέντε. Όχι μ’ έναν άγγελο όπως έχουν πει, ούτε με μια μούσα. Είναι ανάγκη να γίνει αυτό το βασικό ξεχώρισμα για να φτάσει κανείς στην καρδιά ενός έργου. […]

Για να βρούμε το ντουέντε δεν υπάρχει τίποτε να μας βοηθήσει. Ούτε χάρτης ούτε «σωστοί τρόποι». Το μόνο που ξέρουμε είναι πως καίει το αίμα σαν κοπανιστό γυαλί, πως εξαντλεί, πως σβήνει τη γλυκιά γεωμετρία που μάθαμε.[…]

Continue reading →