Georg Trakl, Πνευματικό τραγούδι

Trakl+Portrait

Σύμβολα, σπάνια κεντήματα,
ζωγραφίζει η κυματιστή πρασιά.
Η γαλάζια ανάσα του Θεού φυσά
στου κήπου τη σάλα·
χαρωπή ανάσα.
Σταυρός υψώνεται στ’ αγριοκλήματα.

Άκου στο χωριό: γιορτή·
στον τοίχο ο κηπουρός θερίζει,
σιγά το Όργανο [#] βουίζει,
ήχο αναμιγνύοντας και λάμψη,
ήχο, χρυσή λάμψη.
Η αγάπη Άρτον και Οίνον ευλογεί.

Και κορίτσια μπαίνουν μέσα· και λαλεί
ο πετεινός στο τελευταίο. Αργά
ένα σάπιο κάγκελο περνά·
και σε ρόδινο στεφάνι, σε γραμμές,
και σε ρόδινες γραμμές,
αναπαύεται η Μαρία εξαίσια, λευκή.

Στην πέτρα ο ζητιάνος την παλιά
φαίνεται στην προσευχή νεκρός,
ήρεμος απ’ τον λόφο κατεβαίνει ο βοσκός
κι ένας άγγελος στο άλσος,
άγγελος κοντά στο άλσος,
τραγουδάει να κοιμίσει τα παιδιά.

#Το εκκλησιαστικό όργανο που χρησιμοποιεί η Δυτική Εκκλησία.

*Από τα “Ποιήματα” (“Gedichte”), 1913. Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
**Από το http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

Α. Ρεμπώ, Οι Ερημιές του Έρωτα

Σκίτσα του Ρεμπώ από τον Πωλ Βερλαίν

Σκίτσα του Ρεμπώ από τον Πωλ Βερλαίν

Ήμουν σ’ένα δωμάτιο χωρίς φως.
Ήρθαν και μου είπαν πως Εκείνη ήταν
σπίτι μου. Και την είδα στην κλίνη μου…
ολόδικιά μου..χωρίς φως!..Πολύ συγκινήθηκα..
πολύ… γιατί ήταν το πατρικό μου σπίτι: γι’αυτό και
μια κατάθλιψη με συνεπήρε!.. Ήμουν με τα κουρέλια
εγώ.. και κείνη μια κοσμική κυρία που δινόταν… και
έπρεπε και να φύγει! Μια κατάθλιψη χωρίς όνομα.
Την άρπαξα και την πέταξα στο κρεβάτι ..γυμνή σχεδόν.
Και στην άφατη μου αδυναμία έπεσα πάνω της
σούρθηκα μαζί της μέσα στα χαλιά… χωρίς φως!
Η λυχνία της οικογένειας πορφύρωνε το ένα μετά
το άλλο τα διπλανά δωμάτια.Τότε η γυναίκα χάθηκε!
Και έχυσα δάκρυα τόσα… όσα ποτέ Θεός δεν έζησε.

Όσιπ Μαντελστάμ, Ακόμα δεν απέθανα…

mandelstam-80d2f98d

Ακόμα δεν απέθανα, μόνος ακόμα δεν έχω μείνει
όσο με τη ζητιάνα φίλη μου μπορώ
καταχνιές, πείνα, χιονοθύελλες κι αυτό τον κάμπο τον θαυμαστό
να βλέπω, να τα χαιρόμαστε κι εγώ κι εκείνη.
Σε τούτ’ την ωραία μου φτώχεια, σε τούτ’ την πλούσια ζητιανιά
μόνος είμαι, ήρεμος, παρηγορημένος
στις μέρες μου, στις νύχτες μου ευλογημένος
κι ο άσπιλος ο μόχθος μου ηχεί κι αυτός γλυκά.
Αλί σ’ εκείνον που ολόιδιος η σκιά του
φοβάται τ’ αλυχτήματα και ο αέρας τον λυγίζει,
φτωχός εκείνος που έπαψε να ελπίζει
μονάχος με τον εαυτό του και με τη ζητιανιά του.

Γενάρης 1937

*Μετάφραση: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, Όσιπ Μαντελστάμ, Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι, «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα, 2008.

assets_LARGE_t_420_1002878.JPG

*Από το http://dimartblog.com/2013/10/02/210-%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%B2%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B1%CF%82/

Ελένη Βακαλό, Ιστορία αγάπης δεύτερη

GUNS+Eyes

Κρατώ τη φωνή του λάρυγγα πρώτα υψηλά
Κι ύστερα αρχίζω να διηγούμαι
Για εραστές που δεν έγιναν.
Μεταθανάτια θα έρθουν
Και σ’ όνειρο, πνεύματα
[Γιατί να φοβάμαι τις λέξεις;)
Τα μέλη που λίγωναν άλλοτε
‘Ανεμος, το βάρος τα λίγωνε έτσι
Και κάτι όμοιο σε μένα ετοιμάζεται
Στο σχήμα που αρχίζει πια κούφιο να μένει
Εκεί ο άνεμος θα έρθει
Περνώντας γλυκά ή και άγρια
Τους εραστές μου όσους δεν έγιναν
Συλλογίζομαι

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Βοτσαλάκια ΙΙΙ

p1080181

ΧΙ

Να, ματωμένο
το φεγγάρι. Μα κι έτσι
όμορφο μένει.

ΧΙΙ

Δες, κοκκίνισε
Το φεγγάρι. ΄Εξαψη
τάχα ή ντροπή.


XIΙΙ

Mπήκε η ζωή
σε γυάλινες οθόνες,
λιγοστεύοντας.

ΧΙV

Kοιμάται γλυκά.
Πρησμένα τα δικά σου,
άγρυπνα μάτια.

ΧV

Nαι. Να πετάξεις.
Μα ρουφώντας «ουσίες»,
μαδάς τα φτερά.

Στέφανος Τακτικός: Ἡ οἰκονομία τοῦ λόγου

taktikosstefanos-stisammoudiestouomirou-eikona-02
 
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΚΟΥΣ νὰ μι­λᾶ­νε ὅ­λο γιὰ λε­φτά. Μι­λοῦν χω­ρὶς στα­μα­τη­μό, λὲς καὶ δου­λεύ­ουν μὲ κέρ­μα­τα. Πλη­ρω­μέ­νες ἀ­παν­τή­σεις, λό­για ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σον­ται τοῖς με­τρη­τοῖς – εἶ­ν’ ὅ­λο γιὰ κά­ποι­α δο­σο­λη­ψί­α· χω­ρὶς λό­γο, τζάμ­πα καὶ βε­ρε­σὲ —δη­λα­δὴ νά ’χου­με νὰ λέ­με— με­τα­ξὺ φί­λων ποὺ δὲν χα­ρί­ζον­ται. Τὰ στό­μα­τα ἀ­νοί­γουν δι­ά­πλα­τα σὰν νὰ βγά­ζουν τὴ γλώσ­σα κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά· οἱ ἦ­χοι μοιά­ζουν ἄ­ναρ­θροι σὰν ν’ ἄ­νοι­γε τὸ συρ­τά­ρι τα­μεια­κῆς μη­χα­νῆς. Κυ­κλο­φο­ρεῖς ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος λα­θραῖ­α, νι­ώ­θον­τας σὰν πλα­στὸ χαρ­το­νό­μι­σμα κι ἐ­κεῖ ξε­χω­ρί­ζεις, σὰν κλέ­φτης ποὺ και­ρο­φυ­λα­κτεῖ ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι σὲ ἀ­γνο­οῦν ἀ­νύ­πο­πτοι, προ­ερ­χό­με­νες ἀ­πὸ δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρά, φρά­σεις νὰ κου­δου­νί­ζουν μὲ τὸν ἦ­χο ποὺ κά­νει ἕ­να κέρ­μα ποὺ πέ­φτει στὸ πλα­κό­στρω­το. Ἀ­πὸ τὶς φτη­νὲς ὑ­πο­σχέ­σεις τῆς πο­λι­τι­κῆς μέ­χρι τὸ πε­ζο­δρό­μιο, τὰ λό­για πέ­φτουν στὸ κε­νό. Στὴν ἀ­γο­ρὰ ὅ­λοι μι­λοῦν ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια σὰν νὰ δαγ­κώ­νουν κάλ­πι­κο νό­μι­σμα – ἢ καὶ ἐ­φαρ­μό­ζουν πι­στὰ τὸ δόγ­μα: «ἡ σι­ω­πὴ εἶ­ναι χρυ­σός». Τὰ λό­για τους, ὅ­ταν μι­λᾶ­νε γιὰ λε­φτὰ —δη­λα­δὴ πάν­το­τε ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως— εἶ­ναι ἡ ἴ­δια τους ἡ σι­ω­πή – ἐ­ξαρ­γυ­ρω­μέ­νη, κε­λα­η­δών­τας σὰν ζε­στὸ συ­νάλ­λαγ­μα.

       Τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ εἶ­χε φύ­γει γιὰ κεῖ ὅ­που δὲν περ­νᾶ­νε λε­φτὰ καί, μέ­χρι νὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴν ἐ­κμε­τάλ­λευ­ση τῶν λου­τρῶν, τὸ κοι­νὸ ἔμ­παι­νε ἐ­λεύ­θε­ρα – ἔ­λει­πε ὁ σκύ­λος πού, τὸ Χει­μώ­να, φύ­λα­γε σὰν Κέρ­βε­ρος καί, περ­νών­τας τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα, ἦ­ταν σάν, ἐν τῇ ἀ­που­σί­ᾳ του, νὰ εἰ­σερ­χό­σουν λα­θραῖ­α στὸν κά­τω κό­σμο, ὅ­που οἱ ψυ­χές, μ’ αὐ­τὴν τὴ σι­ω­πὴ τοῦ βυ­θοῦ, ἔ­στε­καν ἀ­μί­λη­τες ἤ, σὰν νὰ ‘ταν τὰ φαν­τά­σμα­τα τῶν ἀλ­λο­τι­νῶν λου­ο­μέ­νων ποὺ ’χαν γί­νει ἀ­φρός, ψι­θύ­ρι­ζαν μυ­στή­ρια καὶ ἀ­κα­τά­λη­πτα μὲ τὴ βο­ὴ τῶν κυ­μά­των, σ’ αὐ­τὸ τὸ δι­φο­ρού­με­νό τους πή­γαι­ν’ ἔ­λα, τὸ αἰ­ώ­νιο πού, ὅ­μως, δή­λω­νε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν πα­ρο­δι­κά, ὅ­πως ἐ­κεῖ­να ἔρ­χον­ταν καὶ πα­ρέρ­χον­ταν. Μὲ τὰ κύ­μα­τα, τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ ἔ­κο­ψε στὴν εἴ­σο­δο μιὰ ζω­ὴ εἰ­σι­τή­ρια κι ἔ­τσι πλή­ρω­σε γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του τα­ξί­δι, ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ φραγ­κο­δί­φραγ­κα, τὰ ναῦ­λα γιὰ τὴν εἴ­σο­δό του στὸ νε­ρὸ καὶ τὴ με­τα­φο­ρά του ἀ­κτο­πλο­ϊ­κῶς, ἀ­πὸ τὸ βαρ­κά­ρη – σὲ αὐ­τὴν τὴν τε­λευ­ταί­α συ­ναλ­λα­γή, κά­πως σὰν ἐ­πι­σφρά­γι­ση τοῦ ὅ­τι ὁ νε­κρὸς δὲν ἄ­φη­νε ἀ­νοι­κτοὺς λο­γα­ρια­σμούς, συγ­κα­τα­λε­γό­με­νος πιὰ ἀ­νά­με­σα σὲ ὅ­σους δὲν τα­ρά­ζον­ταν ἀ­πὸ κα­μί­α ἀ­νάγ­κη ἢ ἐ­πι­θυ­μί­α.

Continue reading →

Νεκταρία Μαραγιάννη, Ακατόρθωτο

Natalia Sergeevna Goncharova, Dream Landscape with Houses (1912)

Natalia Sergeevna Goncharova, Dream Landscape with Houses (1912)

Πάλι εδώ, στον τροχό της ζωής
προσμένοντας για ένα τίποτε
που έφυγε μάταια
χθες βράδυ,
λίγο προτού οι Μεγάλοι Ποιητές
τραγουδήσουν τα πάθη των ανθρώπων..

Νέττα

Τζούλια Φορτούνη, με χαρτί και με μολύβι

Έργο της Carmen Calvo Saenz de Tejada

Έργο της Carmen Calvo Saenz de Tejada

προσωρινές μοιάζουν οι λέξεις
καμαρώνουν στα παράθυρα
κούκλες σε βιτρίνα αγοράς
ποιήματα χωρίς ορίζοντα
χωρίς αφή και μνήμη
γεννιούνται και πεθαίνουν
στα πλήκτρα μιας στιγμής
εμφανίζονται
και πάλι χάνονται
στα πίξελ της οθόνης

νοσταλγώ εκείνο τον καιρό
επάνω σε χαρτοπετσέτες
να γράφονται τα ποιήματα
ή σε βαρκούλες χάρτινες

οι λέξειςνα επιστρέφουν
με τσακισμένα ακρόπρωρα
από του κόσμου τον διάπλου
παντοτινά δικές μας
με το άρωμα του ταξιδιού
σε παλιά μπικ
ή κοινά μολύβια

*Από τη συλλογή “Φυσικό αντόδοτο”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013. Η ποιήτρια διαχειρίζεται το ιστολόγιο Μωβ Στιγμές στη διεύθυνση http://purplestigmes.blogspot.com Η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύεται, επίσης, από το ιστολόγιο της ποιήτριας

(artwork by Carmen Calvo Saenz de Tejada)

Μίλτος Σαχτούρης, Τρεις Εραστές

Έργο της Angela Lergo

Έργο της Angela Lergo

Στις βραδινές βρεγμένες στράτες
Αχνίζει ένα φως θαλασσί
Πλατύ χέρι στην καρδιά
Βήματα ερειπωμένα
Τρεις εραστές διαβαίνουν απ΄ τα χέρια πιασμένοι.

Ο πρώτος…
Κρέμασε σ’ ένα δέντρο την αγάπη του
Τα μεσάνυχτα προσεύχεται κάτω απ’ το δέντρο
Να κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα
Να κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων …που λιώνουν
Τα δάκρυα του στο χώμα τα πίνει ένας σκύλος
Η αγάπη στα κλαδιά τον πετροβολάει
Το δέντρο ουρλιάζει ο αγέρας

Ο δεύτερος…
Χάρισε την αγάπη του σ’ έναν τρελό βιολιστή
Ο τρελός την επήρε τραγούδι
Βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα
Αντηχούνε οι δρόμοι τ’ ολέθριο βιολί
Της αγάπης το τραγούδι το ‘χουν μάθει τώρα όλοι
Με χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν
Μόνο αυτός δεν το ξέρει

Ο τρίτος…
Έκανε την αγάπη του καράβι

Την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες
Τώρα έγινε πάλι παιδί
Σιάχνει πύργους με άμμο
Και μαζεύει χαλίκια κοχύλια
Και προσμένει να γυρίσει ξανά
Το καράβι η αγάπη

Στην καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει ένα δέντρο
Ένα βιολί σιμά στ’ αυτί θα τους τρελάνει
Κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια.

*Από την ποιητική συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ (1945). Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο “Περί έρωτος και άλλων δεινών” στη διεύθυνση http://eikonomageia.blogspot.gr/2014/04/blog-post.html

Ania Walwicz, palace of culture

You have been invited to the launch of Ania Walwicz’s new book “palace of culture”.

Ania Walwicz has published “WRITING”; “BOAT”; “RED ROSES”; “ELEGANT”.

Been featured in over 200 anthologies- performative theatre –related works.

At La Mama, Calrton, Melbourne

ανια