
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΑΚΟΥΣ νὰ μιλᾶνε ὅλο γιὰ λεφτά. Μιλοῦν χωρὶς σταματημό, λὲς καὶ δουλεύουν μὲ κέρματα. Πληρωμένες ἀπαντήσεις, λόγια ποὺ ἀνταλλάσσονται τοῖς μετρητοῖς – εἶν’ ὅλο γιὰ κάποια δοσοληψία· χωρὶς λόγο, τζάμπα καὶ βερεσὲ —δηλαδὴ νά ’χουμε νὰ λέμε— μεταξὺ φίλων ποὺ δὲν χαρίζονται. Τὰ στόματα ἀνοίγουν διάπλατα σὰν νὰ βγάζουν τὴ γλώσσα κοροϊδευτικά· οἱ ἦχοι μοιάζουν ἄναρθροι σὰν ν’ ἄνοιγε τὸ συρτάρι ταμειακῆς μηχανῆς. Κυκλοφορεῖς ἀνάμεσα στὸ πλῆθος λαθραῖα, νιώθοντας σὰν πλαστὸ χαρτονόμισμα κι ἐκεῖ ξεχωρίζεις, σὰν κλέφτης ποὺ καιροφυλακτεῖ ἐνῶ ἐκεῖνοι σὲ ἀγνοοῦν ἀνύποπτοι, προερχόμενες ἀπὸ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, φράσεις νὰ κουδουνίζουν μὲ τὸν ἦχο ποὺ κάνει ἕνα κέρμα ποὺ πέφτει στὸ πλακόστρωτο. Ἀπὸ τὶς φτηνὲς ὑποσχέσεις τῆς πολιτικῆς μέχρι τὸ πεζοδρόμιο, τὰ λόγια πέφτουν στὸ κενό. Στὴν ἀγορὰ ὅλοι μιλοῦν ἀνάμεσα στὰ δόντια σὰν νὰ δαγκώνουν κάλπικο νόμισμα – ἢ καὶ ἐφαρμόζουν πιστὰ τὸ δόγμα: «ἡ σιωπὴ εἶναι χρυσός». Τὰ λόγια τους, ὅταν μιλᾶνε γιὰ λεφτὰ —δηλαδὴ πάντοτε ἀνεξαιρέτως— εἶναι ἡ ἴδια τους ἡ σιωπή – ἐξαργυρωμένη, κελαηδώντας σὰν ζεστὸ συνάλλαγμα.
Τὸ ἀφεντικὸ εἶχε φύγει γιὰ κεῖ ὅπου δὲν περνᾶνε λεφτὰ καί, μέχρι νὰ ἐκδηλωθεῖ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἐκμετάλλευση τῶν λουτρῶν, τὸ κοινὸ ἔμπαινε ἐλεύθερα – ἔλειπε ὁ σκύλος πού, τὸ Χειμώνα, φύλαγε σὰν Κέρβερος καί, περνώντας τὴν καγκελόπορτα, ἦταν σάν, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του, νὰ εἰσερχόσουν λαθραῖα στὸν κάτω κόσμο, ὅπου οἱ ψυχές, μ’ αὐτὴν τὴ σιωπὴ τοῦ βυθοῦ, ἔστεκαν ἀμίλητες ἤ, σὰν νὰ ‘ταν τὰ φαντάσματα τῶν ἀλλοτινῶν λουομένων ποὺ ’χαν γίνει ἀφρός, ψιθύριζαν μυστήρια καὶ ἀκατάληπτα μὲ τὴ βοὴ τῶν κυμάτων, σ’ αὐτὸ τὸ διφορούμενό τους πήγαιν’ ἔλα, τὸ αἰώνιο πού, ὅμως, δήλωνε ὅτι ὅλα ἦταν παροδικά, ὅπως ἐκεῖνα ἔρχονταν καὶ παρέρχονταν. Μὲ τὰ κύματα, τὸ ἀφεντικὸ ἔκοψε στὴν εἴσοδο μιὰ ζωὴ εἰσιτήρια κι ἔτσι πλήρωσε γιὰ τὸ τελευταῖο του ταξίδι, ἀπ’ αὐτὰ τὰ φραγκοδίφραγκα, τὰ ναῦλα γιὰ τὴν εἴσοδό του στὸ νερὸ καὶ τὴ μεταφορά του ἀκτοπλοϊκῶς, ἀπὸ τὸ βαρκάρη – σὲ αὐτὴν τὴν τελευταία συναλλαγή, κάπως σὰν ἐπισφράγιση τοῦ ὅτι ὁ νεκρὸς δὲν ἄφηνε ἀνοικτοὺς λογαριασμούς, συγκαταλεγόμενος πιὰ ἀνάμεσα σὲ ὅσους δὲν ταράζονταν ἀπὸ καμία ἀνάγκη ἢ ἐπιθυμία.
Continue reading →