Του Δήμου Χλωπτσιούδη
Ο σκοτεινός κόσμος του αγαπήθηκε όσο κανένας. Ποιητής του υπογείου, της φυλακής, που δεν έδωσε στίχους του στον κοινωνικό αγώνα του ανθρώπου. Κι όμως έγραφε πάντα για τον Άνθρωπο. Ζωγράφιζε πολύχρωμα ποιήματα. Παράλογος και τραυματικός, δεν ήταν ανατρεπτικός, αλλά σχεδόν “αντικοινωνικός” στη γραφή του ακολούθησε το δικό του μονοπάτι.
Στο ποιητικό σταυροδρόμι ακολούθησε την ευθεία, εγκαταλείποντας τον -ορθόδοξο- υπερρεαλισμό και την -κλασσική- καρυωτακική μελαγχολία. Ο σκοτεινός κόσμος του αγαπήθηκε όσο κανένας.
Παράλογος και τραυματικός, δεν ήταν ανατρεπτικός, αλλά σχεδόν “αντικοινωνικός” στη γραφή του ακολούθησε το δικό του μονοπάτι. Στο ποιητικό σταυροδρόμι ακολούθησε την ευθεία, εγκαταλείποντας τον -ορθόδοξο- υπερρεαλισμό και την -κλασσική- καρυωτακική μελαγχολία.
Αν και κατατάσσεται στο σουρεαλισμό, δραπέτευσε σύντομα από τις υπερρεαλιστικές εμμονές. Απορρίπτει την παραδοσιακή γραφή και στρέφεται στον συμβολισμό και τον υπερρεαλισμό. Οικοδομεί το έργο του με εφιαλτικές εικόνες και σύμβολα, που πλησιάζουν τον εξπρεσιονισμό. Ελλειπτικός, αλλά συναισθητικά αντιληπτός από τον αναγνώστη. Λεύτερος από λογικά σχήματα εκφράζει υποσυνείδητα -χωρίς φραγμούς- το δραματικό φάσμα ενός τερατώδους κόσμου.
Στο κολαστήριο του κατοχικού και μεταπολεμικού κόσμου, γεννάται η σαχτουρική ποιητική. Σκληρή, έντονη χρωματικά, γεμάτη εικόνες και μετασχολική κι αυτοκαταστροφικά μόνη αντιτάχθηκε στην εικονική ομορφιά του αντιπνευματικού κόσμου.








