στα παγκάκια
της γκρίζας αγωνίας
μνήμες τρέχουν
πάνω-κάτω
με γκάζια ανάπλερα
περιμένουν τη βροχή
όπως άλλοι
τους προϋπολογισμούς
της υστεροφημίας τους
Author Archives: Το κόσκινο
A Hundred Gourds 3:3 released
The eleventh issue of A Hundred Gourds, a quarterly journal of haiku, haibun, haiga, tanka and renku poetry is now online for your reading pleasure.
As well as our regular Haiku, Tanka, Renku, Haiga, Haibun and Expositions sections, AHG 3.3 features:
Issa’s Humanity and Humour: A Haibun Passage from His Travel Journal Oraga Haru
Everyone loves Issa’s haiku for their immediacy and evidence of his seemingly simple humanity, yet we don’t always pause long enough to study the context that might expand our appreciation. Ray Rasmussen, one of the four founders of A Hundred Gourds, returns as guest author of this issue’s feature, an in-depth study of one of Issa’s haibun passages. Ray demonstrates that the time taken to read and reflect more thoroughly brings great rewards.
Submissions Deadline
The deadline for all submissions to AHG 3.4 (the September 2014 issue) is June 15th. AHG has an open submissions policy: any submissions received after the deadline will be filed for consideration for the December 2014 issue. Please check our submissions page for details and editors’ guidelines.
Lorin Ford – Haiku Editor, Managing Editor,
for the Editorial Team, A Hundred Gourds
Art For Life – An Art Exhibition
Unusual Work No 16 is out
Jennifer Mackenzie Reviews Asia Pacific Writing Series Books 1-4
Vagabond AP SeriesVagabond AP SeriesVagabond AP SeriesVagabond AP Series
Poems of Masayo Koike, Shuntaro Tanikawa & Rin Ishigaki, Leith Morton, trans.
Poems of Rolando S. Tinio, Jose F. Lacaba & Rio Alma, Robert Nery, trans.
Poems of Yi Sha, Shu Cai & Yang Xie, Ouyang Yu, trans.
Poems of Lưu Diệu Vân, Lưu Mêlan & Nhã Thuyên, Nguyễn Tiên Hoàng, ed.
Vagabond Press, 2013
Vagabond Press has recently issued four attractively presented volumes of poetry from the Asia Pacific region. Each contains the work of three poets and represents China, Japan, Vietnam and the Philippines, respectively.
In the selection from China, Ouyang Yu provides an introduction which is concise, forthright and irreverent, so it should come as no surprise that the three poets he has chosen, Yi Sha (b.1966), Shu Cai (b.1965) and Yang Xie (b.1972) share these characteristics. There is a cool muscularity about these poems. For instance, Shu Cai ‘favours the cleanness of words and images’, Yu writes, ‘a poetry with contemporary rhythms that resonate with his themes of absurdity, of death and of memory.’ His poetry exemplifies the connection between source and form, what Yu calls ‘the centrality of solitary insight’. In ‘Ocean Sea’, the sound from the ocean’s depths and from those of the soul, present a language both perceived and created:
All we can ever do is listen to the sound from the depth
Of our selves
All that can be forgotten needs to be forgotten
As the stars and the earth refuse to be forgotten
At the seaside where I sit and watch
I seem to see life right through to its other end
In ‘Sunday Free’ there is a transposition of self into nature, as the speaker is ‘full of wings/Inside my house, flying inside the bus.’ Once at the beach:
Over my head, a huge bird is
Flying, and I am sitting
A bird whose wings have grown
Thoughts
Η πολιτική ποίηση της Κατερίνας Γώγου
Στα γενέθλια της Κατερίνας Γώγου (1η Ιούνη 1940-1η Ιούνη 2014)
TΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
Διαβάζοντας τα ποιήματα της Κατερίνας Γώγου, θέτω στον εαυτό μου την ίδια πάντα ερώτηση: Τι κάνει ένα ποίημα ποίημα; Οι περισσότεροι γραμματολόγοι αγνόησαν την ποίησή της1 την ίδια στιγμή που οι πωλήσεις των βιβλίων της έφταναν, και πριν από το θάνατό της, στα ύψη του νομπελίστα Ελύτη2. Ενώ η Γώγου ανήκε χρονολογικά στη λεγόμενη «γενιά του ’70», εφόσον γεννήθηκε το 1940 και εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο το 1978, δεν συμπεριλήφθηκε όμως επισήμως σε αυτήν.
Ενώ οι ειδικοί επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια σωστής ονομάτισης αυτής της γενιάς (με τους όρους «γενιά της αμφισβήτησης», «γενιά της άρνησης», «γενιά των γερανών και των φλίπερ», «τρίτη μεταπολεμική γενιά»3), ο ανένταχτος αντικομφορμισμός που πρωτοσυνέδεσε τους εν λόγω ποιητές άρχιζε, με το τέλος της δεκαετίας, να υποχωρεί. Όταν δηλαδή η Γώγου εξέδιδε το δεύτερο βιβλίο της, που έφερε τον προκλητικό πολιτικό τίτλο Ιδιώνυμο (1980)4, υψώνοντας ακόμη παραπάνω τους τόνους της πολιτικής αμφισβήτησης του Τρία κλικ αριστερά, το μεγαλύτερο μέρος της «γενιάς του ’70» προσχωρούσε σε έναν προσωπικό, υπαινικτικό και γλωσσοκεντρικό ποιητικό δρόμο. Τη δεκαετία του ’80 ανέτελλε για την ιστορία της νεοελληνικής ποίησης η επόμενη γενιά, του «ιδιωτικού οράματος»5, με κύριο χαρακτηριστικό της τη σταδιακή, και συχνά ηθελημένη, αποϊδεολογικοποίηση.
Ο κριτικός Αλέξης Ζήρας κάνει λόγο για ένα πολιτικό όραμα εξαρχής αδρανοποιημένο, εφόσον «σε κανέναν από τους επιμέρους ποιητές δεν συναντάμε με ρητό και άμεσο τρόπο την υπαγωγή της τέχνης σε ιδέες και πολιτικοκοινωνικά σχήματα»6. Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, από την άλλη, υποστηρίζει ότι, ενώ κάποιοι πρόλαβαν «να προβούν σε μια υπερβατική σάρωση του διεθνούς διπολισμού», άλλοι αισθάνονταν ότι «δεν μπορού[σαν] να κλείσουν την πόρτα σε όσα εξακολουθού[σαν] να συμβαίνουν γύρω τους»7. Αυτοί οι άλλοι δεν κατονομάζονται, δεν είναι όμως δύσκολο να καταλάβουμε σε ποια από τις δύο κατηγορίες ανήκε η Γώγου, λαμβάνοντας υπόψη μας τους στίχους ποιητικής της: «Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ / είναι μη γίνω “ποιητής”. / Μην κλειστώ στο δωμάτιο / ν’ αγναντεύω τη θάλασσα / κι απολησμονήσω»8.
Άννα Νιαράκη, Η χαρά είναι μια άπιαστη θλίψη
Η χαρά είναι μια άπιαστη θλίψη
Η θλίψη σπάει με θόρυβο, θρυμματίζεται
σαν τζάμι
Κάθε νύχτα που ξημέρωσε
νίκη
επί θανάτου, ένα ξενύχτισμα για τα νεκρά
όνειρα
της ενηλικίωσης
Κάθε νύχτα έρωτα
νίκη
για την άχαρη τελετουργία της μέρας
Καλύτερα μισός, από νεκρός
καλύτερα ο πόνος από το τίποτα
Η χαρά δεν είναι επίφαση,
είναι μια άπιαστη θλίψη
Οι νεκροί δεν υποφέρουν
Ηταν νεκρός, κι οι νεκροί δεν υποφέρουν
ανοίγουν μόνο τα βράδια τις βρύσες
και πλυμμηρίζουν το υπόγειο δάκρυα
Περίμενε σκυφτός το τραμ
Οπως κάθε μέρα, κάθε πρωί
από τότε που θυμόταν τον εαυτό του
Κάθε μέρα στη στάση, φορώντας το καπέλο του
κρατώντας την ομπρέλα
χειμώνα-καλοκαίρι
με ήλιο με βροχή με αέρα
Περίμενε το τραμ
Όπως άλλοι περιμένουν τον θάνατο.
Τα ραδιόφωνα
Τα ραδιόφωνα στη διαπασών
κι η μάνα μου να σιδερώνει στο μπαλκόνι
Υποβρύχιο και τα τζιτζίκια να σκάνε
Ιδρωμένες σκέψεις, ανοιχτοί δρόμοι
ξεχειλωμένα κοντομάνικα μπλουζάκια
Και το μπλουζ του χαμού που σφυρίζει αμέριμνα
πάνω από τα κεφάλια μας.
Θα κάνουμε έρωτα, θα μαλώσουμε, θα χαθούμε
θα ξαναβρεθούμε, θα ζήσουμε
Θα χαθούμε
*Αποσπάσματα από την ανέκδοτη ποιητική ενότητα “Η χαρά είναι μια άπιαστη θλίψη”
Αναδημοσίευση από το http://www.poema.gr/poem.php?id=535&pid
Κώστας Καραχάλιος, Μη με αγγίζεις
Τι σημασία μπορεί να ‘χει για σε, αγαπημένη
αν ένας μικρός ποιητής γεννήθηκε
κάτω από του Σεράγεβο τον αστερισμό,
αν τον νανούρισεν έν’ ατέλειωτο μοιρολόι
για το μεγάλο του αδερφό
που ταξίδεψε με τρυπημένη καρδιά
ανάμεσα στις καλαμιές του Σαγκάριου.
Τι σημασία μπορεί να ‘χει για σε
αν κοπήκανε τα φτερά
που αψήλωναν τα παιδικά μου όνειρα,
αν τα ψηλά βουνά της πατρίδας
τέντωσαν την καρδιά μου ως που να σπάσει.
Μη με αγγίζεις τρυφερό μου όνειρο
Θα πληγώσω τα δάχτυλά σου.
Πέτρος Θεοδωρίδης, Όταν συναντηθούμε ξανά
Τον Πέτρο Θεοδωρίδη τον ξέραμε ως δοκιμιογράφο και συγγραφέα με δυο βιβλία (οι Μεταμορφώσεις της Tαυτότητας και η Απατηλή Υπόσχεση της Αγάπης) στο ενεργητικό του πριν εκδώσει την συλλογή ‘’ όταν συναντηθούμε ξανά ‘’ με υπότιτλο ‘’ποιηματάκια’’.
Από το διαδίκτυο ξεπήδησαν τα ποιηματάκια. Έτσι απλά και λιτά. Όχι ποιήματα, αλλά ποιηματάκια. Σαν ένας άλλος συνομιλητής του Θεόκριτου ο Θεοδωρίδης από το πρώτο σκαλί παρατηρεί το έργο του. Ανικανοποίητος επιλέγει το υποκοριστικό. Ποιηματάκια, λοιπόν, που επεξεργάστηκε, ξαναδιάβασε και φρόντισε σαν ασθενικά παιδιά που τελικά ενηλικιώθηκαν και βρήκαν το δρόμο τους προς την έκδοση.
Με συνείδηση της πλαστικότητας του στίχου ο Θεοδωρίδης αγγίζει ευαίσθητες χορδές του σύγχρονου ανθρώπου. Με την οξυδέρκεια του δοκιμιογράφου, του συγγραφέα που αναζητά την εικόνα πίσω από το επιφανειακό χρώμα της ρητορείας και του κομφορμισμού, μεταχειρίζεται το στίχο ως ένα μέσο προκειμένου να αφυπνίσει τον αναγνώστη του. Συνδέει την προβληματική με την τέχνη, την αγωνία για το παρόν και το μέλλον με την εικονοπλασία και την πρόζα, τη θέαση της σύγχρονης κοινωνίας με το συναίσθημα και τον ποιητικό λόγο, με έναν τόνο διαχρονικό.
Jorge Luis Borges, Ποίημα στους Φίλους
Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου. Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματά σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση. Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή. Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.
*Μετάφραση: Δ. Καλομοίρης













