Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Από τα “Λόγια στην Καλυψώ”

1660313_1389091674690598_533904439_n

I

Έτοιμη η σχεδία
σαράντα τόσα χρόνια την έτοίμαζα
κόβοντας δέντρα φυτεύοντας δέντρα
γράφοντας και σβήνοντας
— γράφοντας και σβήνοντας έλιωσα τη ζωή μου.

Δεν έχω άλλα προσχήματα
έτοιμη η σχεδία
κι ή θάλασσα κάλμα μπουνάτσα.
Όλα σε τάξη μέσα στο μυαλό
χτισμένο σπίτι και χτισμένο μέλλον
με φυλακές χαρούμενες, τραγούδια, και με φως.
Δέν έχω πια καμμιά δουλειά σε τούτο το νησί.

II

Όπως άπό καράβι φεύγοντας σε βλέπω τώρα πιά
να χαμηλώνεις λίγο λίγο τα φώτα σου για μένα.
Αλλόγλωσο και το τραγούδι μεταφρασμένη μουσική
— δεν θα το ξαναδούμε τούτο το λιμάνι.

Δίπλα μου οι σύντροφοι σκυφτοί στο συρματόσκοινο
δεν κλαίνε και δεν βλαστημάνε
ήρθαν μαζί φεύγουν μαζί απ’ αυτές τις αμμουδιές
έχουν πολλή δουλειά δεν ξέρουνε δεν συλλογιούνται πού
τραβάνε.
Μονάχα ο καπετάνιος ξέρει μα ο καπετάνιος δεν μιλάει.

Στον τιμονιέρη δόθηκε η πορεία
φεύγουν τά φώτα της στεριάς
κι ο αγέρας φέρνει άμμο και δάκρυα στα μάτια
— όπως από καράβι
όπως από καράβι φεύγοντας σέ βλέπω τώρα πιά.

ΙΙΙ

Μονάχα τό κρασί κι η θάλασσα δεν άλλαξαν

Κι όμως ετούτα πρέπει νά ‘ναι τα παιδιά μας
έχουν τα σπίτια μας και τα ονόματά μας
Τζόγια Δημήτρης Κάκια
πόσο απρόσεχτα μας αγαπούν
μέσα στο νέο φως που δεν μας ξέρει!

Άπό λιοστάσι σε λιοστάσι κατεβαίνοντας στη θάλασσα
βρίσκω τα χρόνια μου ξερά φιδοπουκάμισα
κλειστά παράθυρα κλειστά πηγάδια και καχύποπτες πηγές που
αρνούνται το νερό

Αμερική Αυστράλια Καναδά
χώρα τη χώρα και σελίδα τη σελίδα – στο πουθενά

Χαθήκαμε χωρίς να πέσει ντουφεκιά.

*Περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Υπό ξένη σημαία – Ποιήματα 1967-1987”, εκδ. ύψιλον/βιβλία, 1991.

«Ο Καβάφης δεν είναι ακτιβιστής αλλά σε μαθαίνει να διεκδικείς»

logoskaitexni-kavafis-299x230

Μια καινούργια μελέτη με την υπογραφή ενός νεοελληνιστή της Οξφόρδης ανοίγει πόλεμο με την κυρίαρχη Κριτική υποστηρίζοντας μια πολιτική ανάγνωση των ερωτικών ποιημάτων του Αλεξανδρινού. Της Μικέλας Χαρτουλάρη Τα βάζει με όλα τα ιερά τέρατα της ελληνικής κριτικής για τον Καβάφη: με τον Γ. Π. Σαββίδη, με τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, με τον Μιχάλη Πιερή, με τον Γιώργη Γιατρομανωλάκη, με τους παλιούς, όπως ο Τίμος Μαλάνος, και με τους νεότερους, όπως η Κατερίνα Κωστίου, με τους ξένους νεοελληνιστές, όπως ο Πίτερ Μπίαν, με την «παραδοσιακή» Σχολή αλλά και με την «ψυχαναλυτική». Τα βάζει με όσους καταλαμβάνονται από πανικό όταν αυτός ο ποιητής ή τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από οποιουδήποτε τύπου ομοφυλόφιλη ταυτότητα. Με όσους υποστηρίζουν πως η σύνδεση αυτή είναι «καταχρηστική, κοινωνικά προσβλητική και πολιτισμικά προβληματική» και καταδικάζουν τη συζήτηση που φούντωσε από το 1983, όταν το επετειακό τεύχος του σοβαρού περιοδικού Journal of the Hellenic Diaspora κυκλοφόρησε με τίτλο «Cavafy is gay», «Ο Καβάφης είναι γκέι».

Τριάντα χρόνια αργότερα λοιπόν, ο 40χρονος Δημήτρης Παπανικολάου, τέκνο της μεταμοντέρνας εποχής και της κοινωνικής-ανθρωπολογικής προσέγγισης στα πράγματα, στέκεται απέναντί τους αξιοποιώντας τον σύνθετο προβληματισμό που αναπτύσσεται διεθνώς στις σπουδές κοινωνικού φύλου και στις θεωρίες διαχείρισης της σεξουαλικότητας. Και με τη μελέτη του «Σαν κ’ εμένα καμωμένοι» Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας (Πατάκης), που μόλις κυκλοφόρησε, προτείνει μια ανάγνωση του Αλεξανδρινού από την προοπτική του 21ου αιώνα. Μια ανάγνωση δημιουργική, και γι’ αυτό τολμηρή, που παίρνει την ηθική ευθύνη να μιλήσει για «στρατηγική» του Καβάφη, ως μαχητικού ανατόμου τού πώς συγκροτείται η ομοφυλόφιλη ταυτότητα (και κάθε ταυτότητα) στη νεωτερική εποχή.

Continue reading →

Translation Questionnaire: Karen Emmerich

Emmerich-1-300x224

In the United States, the number of books published in translation is famously low. A popular estimate is 3% of all literary fiction and poetry. A translator’s name is usually included in small print on the title page of a printed book — rarely on the cover — and even the most prolific translators often remain in the shadows. Many people can name a favorite author, but how many of us have a favorite translator?

Yet despite having a job that, by nature, goes relatively unseen, translators wield incredible power. They are, in a sense, trusted to write anew the great works of others. Nobel prize winner José Saramago once said, “World literature is created by translators.” And the stakes are high indeed: the 1989 fatwa calling for Salman Rushdie’s death in response to the publication of The Satanic Verses led to the murder of Rushdie’s Japanese translator and the attempted assassinations of his Italian, Norwegian, and Turkish translators.

Even on the page itself, a translation can mean the difference between life and death: Constance Garnett, who was responsible for bringing Tolstoy, Dostoyevsky, and Chekhov to English readers in the early 20th century, worked so quickly that she had a habit of skipping or changing lines that gave her trouble. A 2005 New Yorker article describes Nabokov’s reaction to a Garnett translation: “where a passage in the Garnett of ‘Anna [Karenina]’ reads, ‘Holding his head bent down before him,’ Nabokov triumphantly notes, ‘Mark that Mrs. Garnett has decapitated the man.’ ”

For translators long familiar with the paradoxical work that is literary translation, and for the rest of us to whom such travails are wholly unfamiliar, we sought to ask a wide swath of translators about their work. From those working in Icelandic to those translating from French, from those just beginning their careers to those long-established, we survey the ferrymen and women who battle the tide to bring literature to foreign shores.

* * *

Continue reading →

Άννα Γρίβα, Ανανέωση κάρτας ανέργου

10168150_10201942541873552_1523421395_n

Είμαστε ουρά ασπόνδυλου
μόλις αρχίζει να χαράζει
και οι σκιές γίνονται πρόσωπα

Μπροστά μου στέκονται δύο άντρες
το βλέμμα τους αστράφτει
με γλώσσα βαριά χείλη σκληρά

ο πρώτος στη σιωπή μου αποκρίνεται
“από τον Καύκασο κάθε χειμώνα
κατεβαίνουνε πουλιά
προς τις ζεστές πεδιάδες
τα κοίταζα παιδί
να ραίνουνε τη στέγη μου
πολύχρωμα ράμφη και φωλιές
το χωριό είχε εκατό κατοίκους
κι όλοι θέλανε να φύγουν
ίσως γι’ αυτό ο ερχομός τόσων φτερών
έφερνε αγρύπνια
και τον Ίκαρο να καίγεται
στης σόμπας μας τις φλόγες”

ο άλλος μένει σιωπηλός
απ’ το σαγόνι του καταλαβαίνω
ότι του λείπουνε τα δόντια
ανοίγει τότες την παλάμη του
κι απ΄ τον καρπό ως τ΄ ακροδάχτυλα
με μαύρη μελάνι έχει γράψει
“’ενα δόντι προσέφερα
σε κάθε νεκρό μου”

“αν έκαψες τον Ίκαρο’
στου Καύκασου τη χόβολη
κι αν χάλασες το στόμα σου
για τα κλειδιά της Μνημοσύνης
αυτή η ουρά πλέον σου φαίνεται
ουρά και πλάτη ελαφίνας”
είπε η γυναίκα πίσω μου
και τα ταμία ανατινάχθηκαν
και οι ψυχές μας γίνανε δάση

*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν” στο τεύχος 29, Ιουλίου-Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2013.

Nanja Noterdaeme, Δύο ποιήματα στα ιταλικά

10444383_1467266926845549_8698032072732509494_n

I conti

Brava a fare i conti
I conti, quali conti?
Sulla schiena del tempo seduta,
calcolava i bicchieri di nostalgia bevuti,
calcolava le ciffre del dispetto.

Il corpo contava le sue rughe
e le costellazioni sulle braccia, le gambe
Pieno di riccordi il corpo si dilatava
nello specchio di questi calcoli
complementari.

Ma come si viveva cosi
In questa matematica del riccordo?
Dov’era l’alter ego
Per butare i conti in aria
Per amare l’altro lato
Le costellazioni infinite
E la vita che rimane?

Filiazione

Mamma, mamma, mamma, ma
Nonna, na, na, na, na
Figlia, figlia, figlia, glia
La la la
Mensogne, mensogne ogne ogne gne ne ne ne
Figli figli figli figli
Nonni nonni nonni nonni
Ni ni ni ni
Bugie bugie bugie gie gie
Della nonna nonna nonna na
Na na na na e del no no n ono.

Αρθ. Ρεμπώ, Φωνήεντα

charun

Α μαύρο, Ε άσπρο, Ι κόκκινο, Ο μπλαβό, Υ σμαράγδι
θα ειπώ πως ήρθατε κρυφά στον κόσμο μια φορά.
Α μαύρος χνουδωτός κορσές σ΄ έντομα αστραφτερά
που σ’ ανυπόφορες βρωμιές γυροβολούνε ομάδι,

ισκιεροί κόρφοι. Ε βαποριών, σκηνών ασπράδα τόση,
ρήγας λευκός, παγωτατζή δόρυ, ρίγη ανθών.
Ιώτα πορφύρες, αιμόφτυσμα, γέλιο ωραίων χειλιών
σ’ ώρα θυμού ή μάνητας που έχουμε μετανιώσει.

Υ, κύκλος, θεϊκοί παλμοί σε θάλασσα αγριεμένη,
αγρών σιγή με ζωντανά, ειρήνη τυπωμένη
αλχημικά, σε μέτωπα μεγάλα και σοφά.

Ο, σάλπιγγα που ξαπολνά στριγγές δαιμονισμένες,
Κόσμων κι Αγγέλων σιωπές μακροταξιδεμένες.
Ω μέγα, από τα μάτια Του ακτίνα βιολετιά.

*Μετάφραση: Νίκος Στρατάκης. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Το μεθυσμένο καράβι, β΄ έκδοση, εκδ. Ελεύθερος Τύπος 1997.

Φώτης Γερασίμου, Μικρές αγγελίες

Natalia Sergeevna Goncharova, Rayonism Composition Sketch 1912-1913

Natalia Sergeevna Goncharova, Rayonism Compoistion Sketch 1912-1913

Έλεγα: όποιος θέλει να ξέρει το ταβάνι
που θα κοιτάζει όταν πεθαίνει, κτίζει ένα σπιτάκι.
Κι όποιος θέλει να ζήσει μετράει ξενοδοχεία
και χιλιόμετρα.

Μα τελικά, μήπως ο χαμένος ήμουν εγώ;
γιατί, αφήνοντας διαρκώς ίχνη – ναι, αν κοιτάξει
κανείς τα διαβατήριά μου, θα δε λεπτομερώς
από πού πέρασα – θα ‘ναι ευκολο να με βρει.
Ενώ εκείνοι που χτίσαν το σπιτάκι τους κι
ενταφιάστηκαν εξ αρχής εκεί πριν ακόμα ζήσουν,
άντε, βρες τους…

Μήπως ν’ αρχίσω να ψάχνω για οικόπεδο;
Ή τουλάχιστον για “ενοικιάζεται”;

*Από τη συλλογή “Γεύμα στη χλόη”, εκδ. Κουκούτσι, 2012.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Έξυπνες βόμβες Ι

images

Ι

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

ΙΙ

Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

ΙΙΙ

Όχι στολίδια.
Όχι στις φιοριτούρες.
Οι στίχοι αρκούν.

IV

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

V

Μία εικόνα
Χίλιες λέξεις αξίζει
ένας του στίχος.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

frames-wall3

Διώχνοντας τα όνειρα μακριά

Η νύχτα σε άξονα
κι εσύ στο αναμμένο μου κάρβουνο
κοιμάσαι με την καρδιά ανοικτή
το φως είναι κάθετο, ποιος το απαρνιέται

κάθε του σπίθα όνειρο
για μένα λόγχη

αποφλοιώνω τη μνήμη
θέλω το κάρμινο κορμί σου
και ευτυχώς, αν δεν το έχω
έχω τη δίψα του

και τον αξιοπρεπή
και πρακτικό
αδυσώπητο χρόνο
που μας λάτρεψε έχω,
τις ανεξάρτητες πανβιωτικές μας νύχτες

επαναλαμβάνεται η ζωή,
με άλλους συνανθρώπους
μεριζόμαστε σκέψεις,
σε βαθμούς Κελσίου της επόμενης
σε εσοχή και επανάληψη

αυτό το μάθημα ήταν αστήρικτα δύσκολο
δεν πρόλαβα καμία υποσημείωση
κυλάμε σαν ποτάμι δίπλα, ομαλά με συγγνώμες,
μη μου λες όμως για δέκτες αποδέκτες
αιμορραγήσαμε, διώχνοντας τα όνειρα μακριά
εμείς, από τους πολλούς, μονάχα εμείς

Ευγενικό

Aυτό είναι το ντύσιμο που επί τέλους θέλει η λέξη

κάθε πατημασιά και κάθε θόρυβος
αδυνατίζουν την όραση της ισορροπίας
εδώ τα φύλλα φτιάξανε δικούς τους
γρήγορους χορούς
βήμα του ανέμου
βήμα φτερού
επιστροφή κατά συνθήκη
επιστροφή σε συγκατάβαση
και σε ρυθμό, πίσω γυρμένο το κεφάλι
στην πίστα σαν να τρέχει το αίμα
από τα μάτια από την κοίτη

και ο χορός
είναι χαρά ως αίμα
ρέει όταν υπάρχει ζωή
είναι βαθύς ως κοίτη
και η ευγένεια
είν’ η πορεία των καλών σχέσεων
του πνεύματος με το σώμα
επιλογή σου ο χρόνος
που μεσολάβησε
όταν ήρθα αργοπορημένη

η πορεία, αντίθετη με όσα ήθελες

να είχε πεινασμένος;
να είχε απόλυτα;

τόσο ξέρεις,
πως αυτό είναι
δεν έχει άλλο
ξέρεις πως όταν χορεύεις, το λάθος φαίνεται
είναι τέλειο από μόνο του
το τραγούδι της εντέλειας
κι ο χορός βασίζεται
στο βιβλίο που δεν άντεξες ν’ ανοίξεις

πόσες μανούβρες να χρειάστηκες
να γίνεις αυτό που είσαι
ενώ το ήσουν τέλειος όταν φιληθήκαμε;
το ήσουν έστω μικροαστός
αστός των αισθημάτων σου
η άμαξα που μας έφερε τη νύχτα είχε σταθμό
τη μια στο Ψυχικό την άλλη στα Πετράλωνα
εδώ που είμαι δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο
έχει μόνο ευγένεια χρόνου
και παρορμήσεις
που δεν αδυνατίζουν μνήμη
είμαι το φως της νύχτας
το βήμα ενός χορού
το μεσονύχτι του λιτού περάσματος

φοξ τροτ, ποιήματα, Έρμα Βασιλείου, Αφροδίτη, 2013
Μπλε και άσπρο σατέν

Έτσι αφού κάποτε έμαθα τη μεγαλομανία του χρόνου
άντεξα να μην του ζητήσω να σε δω από έτη φωτός μακριά
ήσουν ντυμένος με μπλε σατέν και άσπρο
σαν γη από πλανήτη αλλόπιστο
και η γη ακούγεται στη ρύπανση της περηφάνιας
στριφογεμίζει κύκλους
να μετράει ένας πλανήτης άδειος από κοσμήματα
ασορτί σατέν σαν θάλασσα
φαρμπαλάδες ακοίμητους
κοκτέιλ με αγάπης σπίρτο
ευωδιές ιβίσκων
λούλουδα μπανανιάς πελώρια σφίγγονται πάνω σου
να σ’ αφήσουν να γιάνεις
έρχομαι να σε δω
σαν έλεος
στο κοιμητήρι παραδόσεων
να, η αφάνεια
σου γλιστρά
γυαλοκοπά η αυτάρκεια
φεύγω πάντα ακίνητη
και πάντα νικημένη
όμως με χρόνια είναι που θέλει ο αέρας να σε ντύσει
είναι που θέλει ο κάμπος να ντυθεί
εγώ γυμνή να δίνω, μόνο εγώ, γυμνή
ούτε ντυμένη, ούτε άντυτη

γιατί σε θέλω ακόμα στο ατελείωτο

*Από τη συλλογή “φοξ τροτ”, εκδόσεις Αφροδίτη, 2013.