Δημήτρης Μιχελουδάκης, από το “Κειμενουργείο”

ξέρω όλους όσοι συναντιούνται μπροστά
στο Κειμενουργείο. Στο πεζοδρόμιο όρ– θιοι για
λίγες κουβέντες, στο πεζούλι της εξώπορτας για
ένα ή πολλά τσιγάρα και μπύρες, ακουμπισμένοι
στον τοίχο με την πλάτη, στηριγμένοι στο ένα
πόδι, όπως οι καουμπόηδες, οι πελαργοί και οι
τρόφιμοι Φραγκισκανών ορφανοτροφείων.
Σήμερα συναντήθηκε ένα από τα εμείς.
Αντάλλαξε καλημέρες πολύ διαφορετικές κι έφυγε
προς άλλες κατευθύνσεις. Η πρώτη καλημέρα που
ακούστηκε κουβαλούσε πολλά:

Ελπίζω η νύχτα σου να ήταν καλή, να
κοιμήθηκες χωρίς διακοπές, το πρωί να ση–
κώθηκες χωρίς βήχα, να απόλαυσες τον καφέ και
τα απανωτά, ψηλοτάβανα τσιγάρα σου, τις
μουσικάρες που βάζεις στο κινητό, το μπανάκι
σου, ντύσου ελαφριά σήμερα, α… πολύ ωραίο
αυτό, ναι, να μη σε βαραίνουν τα ρούχα, αυτήν την
κολόνια την είχαμε πάρει μαζί, θυμάσαι; Που
γελάγαμε με τις εντατικές προσπάθειες της
πωλήτριας να μας πείσει για την αξία του
αρώματος, παρόλο που είχαμε ήδη αποφασίσει να
το αγοράσουμε, που έλεγες πως κάνει λες κι είναι
δικός της ο οίκος μόδας και τον στόμφο, όταν
έλεγε «Την έχουμε σε πενήντα κι εκατό ml, θα
φέρουμε σε λίγους μήνες και τη συσκευασία
ταξιδιού, που έχει δώρο τη συγκεκριμένη σε
μέγεθος σπιρτόκουτου». Τι ωραία που γελούσες
εκείνη τη μέρα και μου ‘πες μετά την ιστορία με
τη γειτόνισσα απέναντι που είχε ακόμα τη σημαία
στο μπαλκόνι. Φθαρμένη μεν, με την αντίθεση
μεταξύ των δύο χρωμάτων, λόγω του αέρα, του
ήλιου, του καυσαερίου και της καπήλευσης, να
έχει γίνει δυσδιάκριτη, αλλά σημαία δε –
περήφανη. «Κάποια στιγμή θα ξυπνήσει ο κόσμος
και θα σας πάρει ο διάολος, την κατάρα μου να
‘χετε» φώναζε από το ίδιο μπαλκόνι. Δεν έβγαινε
συχνά, σπάνια μάλλον, αν εξαιρέσεις τη λαϊκή και
το σούπερ μάρκετ, για τις τιμές των οποίων
πληροφορούμασταν κι εμείς και σύσσωμη η
γειτονιά: «Παλιοτόμαρα, λεχρίτες, άκου
δεκαπέντε ευρώ η φέτα, το γάλα στο θεό,
βρωμιάρηδες, σκοτώνετε τα ελληνόπουλα, άπαπα,
Παναγιά φυλάξοι! Και τα δίνετε στους ξένους.
Πώς θα πληρώσουμε τον ένφια με τρεις κι
εξήντα…». Μιας και δεν έβγαινε, νομοτελειακά,
έβλεπε πολλή τηλεόραση με τον άντρα της, τον
τεμπελχανά, το βόδι, τον αργόσχολο, έτσι τον
αποκαλούσε – το όνομά του ποτέ δεν το μάθαμε.
Δε μιλούσε κι ο ίδιος, κανείς δεν τον είχε ακούσει
ποτέ. Είχε παραχωρήσει το ακριβό προνόμιο του
λόγου στη γειτόνισσα. Μόνο κοιτούσε ασάλευτος.
Ακόμα κι όταν του είπε πως αν ξαναδεί τη
γουρουνόφατσά του, θα πεθάνει από αηδία και
μην τολμήσει να εμφανιστεί στην κηδεία, αλλά
όοοχι, δε θα πεθάνει, γιατί ούτε σ’αυτό δεν τον
εμπιστεύεται και μετά μου ‘πες για την αρχαία
σοφιστεία στο πόκερ, ότι αν σε δέκα λεπτά δεν
έχεις βρει το κορόιδο του τραπεζιού, τότε το
κορόιδο είσαι εσύ. Εκτός κι αν θέλεις να φανείς
σαν το κορόιδο, για να κοροϊδέψεις το δεύτερο
επιλαχόν κορόιδο, που νομίζει πως τη γλύτωσε.
Βέβαια, σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί κι αυτός
ο τελευταίος να θέλει να φανεί σαν τον τύπο που
νομίζει πως βρήκε το κορόιδο του τραπεζιού, ώστε
να σε πιάσει στα πράσα. Τρέχα γύρευε. Γι’ αυτό
καλύτερα που έχω πάψει να ψάχνω για κορόιδα
ανάμεσα στους παίκτες και κεντράρω ανάμεσα
στους ντίλερς. Κι ο ντίλερ στο τραπέζι είναι. Όσο
κι αν θέλει να μας πείσει πως απλώς κάνει τη
δουλειά του, αφού η γκανιότα είναι στάνταρ και
δεν έχει λόγο να εμπλέκεται περαιτέρω. «Πού ‘ν’
η σκάφη κι ο κουβάς, πλάι του κι ο μαστραπάς»
που ‘γραψε ο Ασίκης. Τη θέση μου στα τραπέζια
την έχω παραχωρήσει. Όπως θα έπρεπε να κάνω
και στο λεωφορείο σ’ εκείνον τον γεράκο, που με
το βλέμμα του με εκβίαζε να σηκωθώ. Με
κοιτούσε λες και μου ‘λεγε «Δεν ντρέπεσαι νεαρέ,
εσύ να κάθεσαι κι εγώ που δούλευα μια ζωή κι έχω
ορθοστατική πίεση κι αρθρίτιδα να στέκομαι
όρθιος και να ταλαιπωρούμαι, να, θα σε κοιτάω
έτσι, θα πληρώσεις για τη βολή σου αυτή. Εγώ
έζησα φτώχεια και πόλεμο, έχουν σπάσει τα χέρια
μου απ’ τη δουλειά… όταν φτάσεις στην ηλικία
μου θα δεις τη γλύκα». Ίσως δεν κοίταζε εμένα
(και γιατί να κοίταζε εμένα, τόσοι υπήρχαν στο
λεωφορείο και πολύ μικρότεροί μου…;), μπορεί
να κοιτούσε αφηρημένα και τα βλέμματά μας να
συνέπεσαν. Όπως και να ‘χει θα έπρεπε να είχα
σηκωθεί. Μετά μου ‘χες ζητήσει τις μέρες που ‘ναι
βράδυ απότομο να τις μοιραζόμαστε – όχι πολλά
δε ζητάω – τις μέρες που ‘ναι βράδυ ξαφνικό να
μοιραζόμαστε, εκείνη τη στιγμή που δεν έχει
αρχή, δεν έχει τέλος, δεν έχει κέντρο ούτε
περίγραμμα, δεν έχει γαλήνη το συνεχές του
χρόνου, τις μέρες που ξώφαλτσα ασθμαίνουμε.
Θέλω όσα λέμε να είναι η εμπροσθοφυλακή που
συγκρατεί το κακό. Άκουσες τους Tindersticks
στο κινητό; Τι ωραία που είχαμε περάσει πρόπερσι
το καλοκαίρι στη συναυλία, θυμάσαι; Που θέλαμε
να πάρουμε και τον Λοξονικόλα μαζί, αλλά πού να
‘ρθει αυτός, τον ξέρεις. Δεν αφήνει το
Κειμενουργείο ούτε με σφαίρες. Μόλις του το
είπα, μουρμούρισε: «Κι όλο η ζωή παραξενεύει
όσο μεγαλώνω, δεν την κάνεις ζάφτι με την καμία.
Το μόνο που μένει σταθερό είναι το θράσος του
χάρτη να μη φτάνει στον τόπο μου!» Είχε συμβεί
το εξής: όταν τελείωσε με τις καθημερινές
υποχρεώσεις του κι έπλυνε τα χέρια του, (τα
χειροκροτήματά μου, που λέει), κλείδωσε την
πόρτα του Kειμενουργείου και κοιτάζοντας την
Λύκαινα του J. Pollock, που έχει στον τοίχο, για
να καταργεί το παράθυρο, αποκοιμήθηκε. Οι
υπόλοιποι τοίχοι είναι καλυμμένοι με τη σκιά από
την παμπάλαια λάμπα του γραφείου, που πώς το
λέει; Ξεδιπλώνεται και με φως και με θάνατο. Ον
σπονδυλωτό η έρπουσα σκιά, όπως ένας κωδικός
προγραμματισμού επιβιώνει κάτω κι από τις πιο
ακραίες συν– θήκες. Τα φώτα, όπως πάντα, τ’
άφησε α– νοιχτά, μέχρι να τρεμοπαίξουν τρεις
φορές, η λεγόμενη τριπλή τρεμόπαιξη. Eίναι ο
τρό– πος του Κειμενουργείου να του πει «Είμαι
εδώ μαζί σου». Όσο κοιμόταν, η φωνή της
Λύκαινας, αφού κατέβηκε απ’ τον πίνακα, έβγαλε
την τριχιά της και τον σκέπασε μ’ αυτή, πέρασε
κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας κι
εξαφανίστηκε. Το πρωί που ξύπνησε κάτι έλειπε,
αλλά δεν ήξερε τι. Βρήκε μόνο κάτι χειρόγραφα
σκόρπια από δω κι από κει…

*”Κειμενουργείο”, Εκδοτικό εγχείρημα Αθάνωρ e-, 2026.

Leave a Reply