Θα είναι απλές οι λέξεις και θα αρκούν.
Δεν θα κουβαλούν το άγχος των λεωφόρων.
Γάργαρα θα αναβλύζουν σαν φαράγγι στην Τζένα
Καθώς το νόημά τους, θα ζωγραφίζεται
απαλά στα μέτωπά μας.
Τότε πια θα πάψει να θροΐζει
άγνωστος ο άνεμος ανάμεσά μας,
μόνο θα ψιθυρίζει στο εντός των ψυχών,
ένα διαφορετικό πομπό, ανάλογο του κάθε δέκτη.
Κι ίσως το αστράφτισμα αυτό.
Αυτό το ελάχιστο τίποτα,
στην αγχωτική θολούρα της επιβίωσης,
να λέγεται ποίηση.
*
Έσκισα όσα έγραψα το μεσημέρι.
Οι στίχοι, παραπατούσαν ζαλισμένοι απ’ τον ήλιο.
Φαντάστηκαν τόσα μέχρι που ετοιμάζονταν
να γοητεύσουν τα ωχρά φεγγάρια.
Αναρωτιέμαι στο μεταξύ αν μετριέται για πνιγμός
η απουσία της αγκαλιάς
και η μουσική του δέρματός της.
Πέταξα όσα έγραψα το απόγευμα.
Οι στίχοι, συνομιλούσαν ενθουσιασμένοι με τα αποδημητικά.
Ονειρεύτηκαν τόσα μέχρι που ετοιμάζονταν
να ξεφύγουν στον ακόρεστο ουρανό.
Σκόνταψα ευτυχώς στην μετέωρη κόψη της χαρμολύπης
για το τέλος της ημέρας.
Κράτησα όσα έγραψα την νύχτα.
Οι στίχοι, δεν ζητούσαν τίποτα για αντάλλαγμα.
Ξαπλώναν θαρρείς λέξη προς λέξη
σε αυτό το σκοτεινό μα άνετο πέπλο.
Εμπρός με λένε πες το.
Θαρρείς κάθε φορά δεν γράφεις
για εκείνη;
*Περιλαμβάνονται στο “TEFTeRI” No6, Οκτώβρης 2026.
