Γιώργος Β. Μακρής, Τρία ποιήματα

ΕΡΑΣΤΕΣ

Περάσανε οι ώρες τους γοργά
και φύγαν οι εραστές θλιμμένοι
με βήματα επίσημα κι αργά
και καμπαρντίνα κουμπωμένη.
Και λυπηθήκαμε τους εραστές
με το μικρό στον τόπο πήγαιν’ έλα τους
να νείρονται αγκαλιές ζεστές
σκαλίζοντας τη γη με την ομπρέλα τους.

*

CONFESSIO

           "Βυζαίνω νοσταλγία από τους λόφους
τους μαστούς της γης"

Υπάρχει μέσα μου ένα σπέρμα εξομολογήσεως
συμπυκνωμένων αισθημάτων, ακαθόριστης μορφής
θαμπής ωσάν τοπίο ευαίσθητο
με άλογα πρωινά ιππασίας, αμαζόνες, σκυλιά του κυνηγιού
και υπηρέτες ντυμένους εθιμοτυπία και λύπη.
Ίσως να φταίει αυτή η μορφή η αμφίβολη
που δεν μπορώ ποτέ να συζητήσω
σε πλαίσια αλήθειας με κανέναν.
Βλέμματα δυσπιστίας με περιβάλλουν
γιατί ποτέ, ποτέ μου δεν κρατώ
τη στάση την πρεπούμενη°
και πάντα το χαμόγελο που έχω για ιδίωμα
σαρκαστικά φαντάζει και χαρούμενα
σε μια στιγμή εντόνως σοβαρή.
Αχ! και κανένας πια δε με πιστεύει
ακόμα κι οι καλύτεροί μου φίλοι
για μένα καλλιέργησαν το άνθος
της δυσπιστίας τους το δηλητηριώδες.
Συντείνει βέβαια και κάτι άλλο
και είναι η υπερηφάνειά μου
η αυστηρή και ντροπαλή στο βάθος
ωσάν κοπέλα που άρχισε να βλέπει
στο πρόσωπο του Ιησού της έναν άνδρα…
Εξάλλου ίσως τα γεγονότα
πραγματικά να μην υπάρχουν κατά βάθος
κι όλα να είναι ζήτημα μιας τάσης.
Αλλά πολύ γοργά καταλαβαίνω
ότι ο τελευταίος τούτος λόγος
είναι μια πρόφαση για ν’ αρνηθώ
εκ νέου τον κίνδυνο της εξομολογήσεως.

*

Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ II

Ὂλ’ αυτὰ τὰ βλέπει ο πικραμένος
κάθεται σ’ έναν φτωχικό απόπατο μιλάει με τον Θεὸ
δείχνει με τα μάτια τσ ειρηνικὰ έντομα
τ’ απόκοσμα χαρτιὰ γεμάτα από ίσκιο
ο πικραμένος αυτὸς που γεννήθηκε κάμποσα χρόνια
ύστερα απὸ κείνον που βρήκε κι απὸ κείνον που έχασε
στέρεψε πια αφού βασανίστηκε να βρει μίαν έξοδο.
Τέλος η μόνη έξοδος δεν ήταν παρὰ
η ακινησία του.

*Από το βιβλίο “Γιώργος Β. Μακρής, Γραπτά”, εκδόσεις της Εστίας (1986).

Leave a comment