Η ποίηση δεν κάνει ποτέ συμβιβασμούς

Lenore Kandel*

Η ποίηση δεν κάνει ποτέ συμβιβασμούς. Είναι η εκδήλωση, η απόδοση ενός οράματος, μιας επιφώτισης, μιας εμπειρίας. Αν υποκύψεις σε συμβιβασμούς, μεταβάλλεσαι σε έναν τυφλό προφήτη.

Δεν έχει νόημα η ποίηση που υπάρχει μόνο ως άσκηση δεξιοτεχνίας. Η τεχνική είναι απαραίτητη, αρκεί να λειτουργεί ως έξυπνος μοχλός για τη σαφήνεια, την ομορφιά και το όραμα. Όταν κάποιος ερωτεύεται τον εαυτό του, το αποτέλεσμα είναι ένας λεκτικός αυνανισμός.

Στα ποιήματα που γράφω ασχολούμαι με όλες τις πτυχές της δημιουργίας και το σύνολο του σύμπαντος μέσα στο οποίο αυτή κινείται. Ο στόχος είναι η ενίσχυση της συνειδητοποίησης. Αυτή μπορεί να είναι η συνειδητοποίηση του τρόπου με τον οποίο ένα πουλί διασχίζει τον ουρανό με το πέταγμά του, ή η συνειδητοποίηση της δυσκολίας και της ανάγκης για εμπιστοσύνη, ή η συνειδητοποίηση της επιθυμίας για συνειδητοποίηση, ακόμα και του φόβου που ίσως προέρχεται από τη συνειδητοποίηση. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ομορφιάς, του σοκ ή του γέλιου, αλλά η κατεύθυνση είναι πάντα προς ένα σαφές όραμα, τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά.

Αυτό απαιτεί ειλικρίνεια από τον ποιητή και την ποίηση. Μια ειλικρίνεια που είναι άλλοτε χαρούμενη και άλλοτε οδυνηρή, απευθυνόμενη τόσο στον ίδιο τον ποιητή όσο και στον αναγνώστη ή και στους δύο. Σε δύο από τα ποιήματά μου, που δημοσιεύτηκαν σε ένα μικρό βιβλίο, ασχολούμαι με την αγάπη για το σώμα μας και την επίκληση, την αναγνώριση και την αποδοχή της θεϊκότητας στον άνθρωπο μέσω της αγάπης για το σώμα μας. Με άλλα λόγια, είναι μια απόλαυση. Μια απόλαυση τόσο μεγάλη που σε καθιστά ικανό να βγεις από τον ιδιωτικό σου εαυτό και να συμμετάσχεις στις χαρές του σύμπαντος. Αυτή η απλή και μάλλον προφανής διατύπωση, όταν διευρυνθεί και δοθεί ποιητικά, μπορεί να προκαλέσει μια αναταραχή που είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς. Μεγάλο μέρος αυτής της αναταραχής προηγοιυμένως οφειλόταν στην ποιητική χρήση ορισμένων λέξεων τεσσάρων γραμμάτων αγγλοσαξονικής προέλευσης, οι οποίες δεν αντικαταστάθηκαν από πιο διακριτικούς ευφημισμούς.

Λέγοντας όλα αυτά φτάνουμε στο ζήτημα της ποιητικής γλώσσας.

Ό,τι είναι γλώσσα είναι ποιητική γλώσσα και αν η λέξη που αναζητεί ο ποιητής δεν υπάρχει στη γλώσσα που γνωρίζει, τότε εναπόκειται στον ίδιο να την ανακαλύψει. Ο μόνος περιοριστικός όρος μπορεί να είναι ότι η λέξη πρέπει να είναι η σωστή λέξη που απαιτεί το ποίημα και μόνο ο ποιητής είναι αυτός που μπορεί να το κρίνει αυτό. Οι ευφημισμοί που επιλέγονται από φόβο αποτελούν συμμαχία με την υποκρισία και στο άμεσο μέλλον θα καταστρέψουν την ποίηση και τελικά θα καταστρέψουν και τον ποιητή.

Οποιαδήποτε μορφή λογοκρισίας, είτε διανοητική είτε ηθική, συναισθηματική ή σωματική, είτε προέρχεται από μέσα είτε από έξω, αποτελεί εμπόδιο στην αυτογνωσία. Η ποίηση είναι ζωντανή επειδή αποτελεί μέσο ενόρασης και εμπειρίας. Δεν είναι απαραίτητα ευχάριστη και δεν είναι απαραίτητα αβλαβής.

Η ποίηση εγκατέλειψε τις σχολικές αίθουσες και βγήκε στους δρόμους, δημιουργώντας έτσι μια ροή επιρροών εκατέρωθεν, η οποία απέδωσε πολλούς ζωτικούς καρπούς τόσο για την ποίηση όσο και για το σχολείο. Ο ακαδημαϊκός κόσμος είχε την τάση να γεννά φόβο για παραβίαση των κανόνων, για προσβολή κάποιου. Το όραμα και η γλώσσα συχνά συμπιέζονταν, καλυπτόμενα από ένα κουφό αυτί. Η ποίηση, έτσι, γινόταν συχνά όχημα για λογοτεχνικές ασκήσεις.

Η ποίηση του δρόμου αποφεύγει τις παγίδες του φόβου, αλλά πολύ συχνά χάνει τα οράματά της λόγω έλλειψης σαφήνειας ή λόγω έλλειψης καλλιτεχνικής δεξιοτεχνίας. Η ποίηση που είναι ποίηση δεν χρειάζεται να ταξινομηθεί σύμφωνα με τα δύο πλαίσια που περιγράφηκαν παραπάνω, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Υπάρχει. Δεν μπορεί να υπάρξει υπό καθεστώς λογοκρισίας. Αν ένας ποιητής λογοκρίνει το όραμά του, δεν λέει πλέον την αλήθεια όπως την βλέπει. Αν λογοκρίνει τη γλώσσα σε ένα ποίημα, δεν χρησιμοποιεί εκείνες τις λέξεις που, για τον ίδιο, είναι οι πιο τέλειες λέξεις που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει. Αυτή η αυτοάρνηση δημιουργεί έναν τεχνητό περιορισμό που επιβάλλεται σε μια τέχνη, η κατεύθυνση της οποίας βρίσκεται πέρα από τα όρια του νοητού. Δεν υπάρχουν εμπόδια για την ποίηση ή την προφητεία. Από τη φύση τους, σπάνε κάθε εμπόδιο, είναι εκρήξεις αντίληψης, πορεία προς το άπειρο. Αν ένας ποιητής ψεύδεται για το όραμά του, ψεύδεται για τον εαυτό του και αυτό δημιουργεί ένα πραγματικό εμπόδιο. Όταν ένας ποιητής, από φόβο που του επιβάλλει ο ίδιος ο φόβος, χρησιμοποιεί μια γλώσσα διαφορετική από αυτή που είναι τέλεια για την ποίηση, μεταβάλλεται σε ένα φοβισμένο άτομο ικανό για κάθε συμβιβασμό. Όταν ένας εξωτερικός παράγοντας αναλαμβάνει το καθήκον της λογοκρισίας της ποίησης, αυτό σημαίνει λογοκρισία της αποδοχής της αλήθειας και του άλματος προς την αποκάλυψη.

Όταν μια κοινωνία αρχίζει να φοβάται τους δικούς της ποιητές, αυτό σημαίνει ότι φοβάται τον εαυτό της. Το αν μια κοινωνία φοβάται τον εαυτό της αυτό είναι ένας άλλος τρόπος του να ορίσει κανείς την κόλαση. Ένα ποίημα, μόλις γραφτεί και δημοσιευτεί, είναι διαθέσιμο σε όλους όσοι επιλέγουν να το διαβάσουν. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, συνεπάγεται μια θεμελιώδη ευθύνη εκ μέρους του ποιητή: να λέει την αλήθεια όπως την βλέπει. Να την εκφράζει με όλη την ομορφιά, την ικανότητα να εκπλήσσει, την ικανότητα να ξυπνά το αίσθημα του θαυμασμού, να επιφέρει μια αλχημεία μέσα στη γλώσσα. Αυτά είναι η μορφή και η ίδια η ύπαρξη της ποίησης.

Το κοινό που ακολουθεί τη σύγχρονη ποίηση είναι κυρίως νεανικό. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι πολικότητες (σ.τ.μ.: polarities στο αγγλικό κείμενο*) και οι πιθανότητες της ζωής και του θανάτου υπάρχουν ως μια διαρκής παρουσία στη συνείδηση. Από τη στιγμή που η έννοια και η πρακτική της υπερβολικής καταστροφής, ενός δυνητικά καταστροφικού αλλά και λυτρωτικού δυναμικού, έχουν γίνει κοινός τόπος, η αύρα της πιθανότητας ενός κοσμικού θανάτου έχει γίνει ορατή. Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες οι νέοι μπορούσαν να εισέλθουν απαλά στη ζωή τους και αν ήθελαν να αγνοήσουν τα βαθύτερα προβλήματα της ανθρωπότητας, της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων, αυτό τους ήταν εύκολο. Η εποχή μας σίγουρα δεν είναι μία από αυτές, και οι επιλογές των νέων είναι βαθιές και δύσκολες. Στα δεκαοκτώ, τα αγόρια πρέπει να αποφασίσουν αν θα αφιερωθούν στο εθνικό χόμπι του θανάτου**. Πολλοί, αντί να αποδεχτούν τον κόσμο του πολέμου και της προσωπικής απόγνωσης που προσφέρει η πλειοψηφία των ενηλίκων, επιλέγουν να εκφράσουν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, με κίνητρο την απόλαυση, τη διαφώτιση και την αμοιβαία προσοχή.

Πρόκειται για δύσκολες επιλογές, που δεν προσφέρουν καμία διέξοδο.

Όσοι διαβάζουν σύγχρονη ποίηση το κάνουν για απόλαυση, για να γνωρίσουν βαθύτερα, μερικές φορές για να βρουν συμβουλές. Το ελάχιστο που μπορεί κανείς να περιμένει είναι ο ποιητής, που μοιράζεται μαζί τους τα οράματα και τις εμπειρίες του, να το κάνει χωρίς υποκρισία. Ο συμβιβασμός στην ποίηση από φόβο σημαίνει ατροφία της ψυχής. Ο κάθε συμβιβασμός της ποίησης είναι η μικρή δολοφονία της ψυχής.

*Οι πολικότητες είναι αλληλεξαρτώμενα ζεύγη αντίθετων δυνάμεων ή αξιών που δεν μπορούν να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο και πρέπει να αντιμετωπίζονται από κοινού σε βάθος χρόνου, αντί να «επιλύονται» όπως ένα συνηθισμένο πρόβλημα.
**Εννοεί, μάλλον, το να καταταγούν στο στρατό και να πολεμήσουν.

*Πηγή: https://www.facebook.com/profile.php?id=100064382811416 Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Leave a comment