ΜΑΤΑΙΗ ΠΡΑΞΗ
Την ώρα που τα ρολόγια όλα
έδειχναν πίκρα και πίκρα ακριβώς
η γυναίκα με τα μαλλιά ξέπλεκα
πάνω στην πολυθρόνα της
σε μια απελπισμένη εναντίωσης πράξη
μανιωδώς πουλόβερ έπλεκε
τον άσωτο το θάνατο να ντύσει
σε ξέρω εσένα καλά σε ξέρω,
έλεγε το θλιμμένο στόμα της,
από μανία υπέρμετρη πάσχεις
σκαιός και γυμνός γυρνάς
αχνίζεις και θερίζεις
αποκαμωμένη κάποτε
έγειρε και ξάπλωσε
σε κάτασπρα σεντόνια
*
Η ΑΠΡΟΣΚΛΗΤΗ
Την έλεγαν Φωτεινή
δεν θα την ξαναδείτε
γι’ αυτήν δεν θ’ ακούσετε ξανά
τίποτα το σπουδαίο δεν της συνέβη
από υπερβολική δόση μοναξιάς
μια νύχτα καυτή του Ιούλη πέθανε
στο δρόμο το σώμα έπεσε
που γρήγορα τον ξέπλυναν
μη και φανούν τα ίχνη της
μη και φανεί πως πέρασε
απ’ τη ζωή απρόσκλητη
*
ΣΙΩΠΗ ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ
Βέβηλα χέρια την άγγιξαν
στο διάβα τους άφησαν
αλύγιστα μάτια κλειστά
στο πάτωμα την καρδιά
μιας κραυγής υποψία στο στόμα
αίμα και σπλάχνα θερίστηκαν
έγινε των κυττάρων διάχυση
η πόλη τα φώτα της έσβησε
της πτώσης της μάρτυρας
μάρτυρας ή δράστης
οι δρόμοι δαγκώνουν
οι σκοτεινοί και αδιάφοροι δρόμοι
δαγκώνουν
έξω ο κόσμος ύπνο δικαίου κοιμάται
έξω σιωπή εκρήγνυται συντριπτική
*Από τη συλλογή “Στης δυστοκίας τον τόπο ο αλέκτωρ σωπαίνει”, εκδ. Κύμα, 2024.
