“Tage wjährts, jähre dauerts”*:
Γκαίτε, ήρωά μου
και μάστορα του αποφθεγματικού λόγου,
το πέτυχες ακόμη μια φορά:
η Διάρκεια έχει να κάνει με τα χρόνια, με τις δεκαετίες,
με τον χρόνο της ζωής μας, η Διάρκεια είναι το αίσθημα ζωής.
Περιττό ίσως να ειπωθεί,
ότι δεν τελειώνει η Διάρκεια
των καθημερινών καταστροφών,
των επαναλαμβανόμενων αντιξοοτήτων,
των αναζωπυρωμένων μαχών,
της καταμέτρησης των θυμάτων.
Το όπως πάντα αργοπορημένο τρένο,
το αυτοκίνητο που ακόμη μια φορά σε περιέλουσε
με τα βρομόνερα μιας λακούβας,
αυτός ο αστυνομικός με το μουστάκι
που με το δάχτυλο σου κάνει νεύμα να περάσεις
στη θέση του κόντρα ξυρισμένου χθεσινού,
οι μορχέλες που κάθε χρόνο επιστρέφουν
σε άλλη μεριά στο ξέφωτο του κήπου,
το καθημερινό πρωινό γάβγισμα
του σκύλου του γείτονα,
οι παιδικές χιονίστρες,
που κάθε χειμώνα σε ξανατρώνε,
τα ίδια πάντα όνειρα τρόμου
για τον χαμό αγαπημένων,
η αιώνια ξαφνική αποξένωση
ανάμεσα σε δύο αναπνοές,
η δυστυχία του επαναπατρισμού
μετά από ταξίδια εξερευνητικά του κόσμου,
αυτές οι μυριάδες προσδοκούμενων θανάτων
μέσα στη νύχτα πριν απ’ την πρώτη λαλιά πουλιών,
η καθημερινή είδηση για τρομοκρατικό χτύπημα από το ράδιο,
το, καθημερινά από αυτοκίνητο, χτυπημένο σχολιαρόπαιδο,
τα καθημερινά κακά βλέμματα των αγνώστων:
όλα αυτά δεν περνάνε με τον χρόνο
-δε περνάνε ποτέ, ποτέ δε θα τελειώσουν,
εν τούτοις δεν έχουν καμία δύναμη Διάρκειας,
δεν ακτινοβολούν τη θερμότητα της Διάρκειας,
δεν έχουν την παρηγοριά της Διάρκειας.
Αναγκαίο επίσης να διαχωρίσουμε:
ακόμη και της στιγμής τα πιο μεγάλα θαύματα,
δεν είναι αυτά που παράγουν
το χαροποιό, το ήσυχα δυνατό Διαρκές.
Χούμπερτ και Φέλιξ, όταν το περασμένο καλοκαίρι
πλέαμε κατά μήκος των τουρκικών ακτών,
αγκυροβολήσαμε σε ένα μικρό όρμο
και βγήκαμε με μια λαστιχένια βάρκα στην ακτή.
Ήταν, όπως ολόκληρες τις δύο βδομάδες,
μια ανέφελη ζεστή, με ελαφρό αεράκι, μέρα,
και οδοιπορώντας πάνω στην πλαγιά ενός γειτονικού λόφου
βγήκαμε στο γειτονικό όρμο
(Συνεχίζεται)
*Αυτή η χρήση του Γκαίτε συναντάται σε ένα ποίημά του με τον τίτλο “Για τη Σουλάικα”. Αφορμή γι’ αυτό ήταν ο έρωτάς του για την, κατά τριάντα πέντε χρόνια, νεότερή του Μαριάννε Γιουγκ, όταν ο ίδιος ήταν ήδη εξήντα πέντε ετών. Την γνώρισε στο σπίτι του πλούσιου φίλου του, τραπεζίτη Γιόχαν Γιάκομπ Βίλεμερ, του οποίου η Μαριάννε ήταν ψυχοκόρη. Απίστευτος για τα σημερινά ήθη είναι ο τρόπος απόκτησής της δι’ αγοράς από τη μητέρα της, στην ηλικία των δεκαέξι ετών. Το 1814 άναψε ένας έρωτας μεταξύ τους, ο οποίος έγινε αφορμή ενός διαλόγου σε ποιήματα που όμοιός του δεν υπάρχει στη γερμανική λογοτεχνία. Το 1815 ο Γκαίτε αποφασίζει να δώσει τέλος, φοβούμενος επιπλοκές. Ο τραπεζίτης παντρεύεται τελικά ο ίδιος την Μαριάννε την ίδια χρονιά. (Σημείωση της μεταφράστριας)
**Peter Handke,“Ποίημα για τη Διάρκεια”, Εκδόσεις Βακχικόν, Ιούλιος 2020. Μετάφραση: Ιωάννα Διαμαντοπούλου.
*Το πρώτο απόσπασμα από το “Ποίημα για τη διάρκεια” δημοσιεύτηκε εδώ: https://tokoskino.me/2020/11/08/peter-handke-από-το-ποίημα-για-τη-διάρκεια/
