Μάρκος Μέσκος, Πέντε ποιήματα

Ο ΑΠΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Δε χρειάζεται πολύ· ένα ζευγάρι παπούτσια β΄ κατηγορίας
είναι αρκετό για να πιστέψει το κορίτσι αυτό με τα δεκατέσσερα χρόνια
πως ο ουρανός δεν έχει άλλο απ’ ήλιο και φεγγάρια,
η νύχτα της γης δεν κρύβει φωνές και κόκαλα κι αίμα
δεν κρύβει έρωτα και νερό σ’ ανδρειωμένα σώματα
παρά ανασταίνει αυτή την ανθισμένη κερασιά και παίρνει τ’ άνθη της
και στολίζεται και περπατάει, νυφούλα, δίπλα στο ποτάμι.
Δε χρειάζεται πολύ· το ‘δα το κορίτσι αυτό κοντά στη Μπέλλιτσα[5]
φορώντας τα παπούτσια του κακού εμπόρου
κι αναθάρρησα με το χαμόγελό του…

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ.55, Σεπτέμβριος 1959.

Η ΓΥΜΝΗ ΚΟΥΚΛΑ

Με χιόνι την έπλασα με βροχή
και με τυφλά φεγγάρια, όμως
είχε κορμί είχε ψυχή είχε καρδιά και ζούσε…
Φιλούσα την κούκλα γυμνή
την έβρεχε τη χιόνιζε ο καιρός
πάντα γυμνή! Στην παγωνιά
η λάμα πίσω από το φως (στα δόντια ανάμεσα)
ο ύπνος πίσω από το θάνατο…
Με χιόνι την έπλασα με βροχή
και με τυφλά φεγγάρια.

ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΑΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Πολύν καιρό μπορούσα να φυλάω σκοπός
τις καλαμποκιές κάτω στην κοιλάδα
το ζευγολάτη με το σφύριγμα του μουλαριού,
πολύν καιρό, λέω, αν δεν υπήρχε
το ποτάμι αυτό με το νερό
και τα ζευγάρια οι βρώμικες κάλτσες στο σακίδιο
να πλύνω.

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 66-67, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1960.

ΚΑΤΑΓΩΓΙΚΑ

Ι

Το ‘ξερα. Τα πουλιά μου τα ‘στελνε ο Θεός ενώ
πείνα και θάνατος μου θέριζαν τα σπλάχνα.
Ατέλειωτος ο κόσμος μπροστά, όσο ηχεί στ’ αυτιά του στρατιώτη η σάλπιγγα
αντάρα μου ‘φερνε στα μάτια, μακελειό και λησμονιά…
Το μεσημέρι περνούσε ο ήλιος και δεν εύρισκε πρόβατο
πρόβατο ή παιδί να το κοιμίσει. Ας ήταν καλά όμως η νύχτα
που σάρωνε τον ύπνο μου και κι έδινε στον άνεμο γλυκάδα ονείρου
έστω, πότε-πότε να αλαφιάζομαι, πότε να πλαγιάζω πάνω σ’ αίματα…
Το ‘ξερα. Τα πουλιά μου τα ‘στελνε ο Θεός να ξεχαστώ
μα χλεύαζαν τα σύννεφα και τα πουλιά απορούσανε
πώς άλλαξεν αισθήματα ο ουρανός απέναντί τους.

ΙΙ

Βρέχει πολύ στην πολιτεία που μένω
βρέχει, βρέχει ο ουρανός χαμηλός.
Ράγισαν τα ονείρατά μου κι είμαι ποτισμένος βροχή
βροχή και κατάρα ως το κόκκαλο.

ΙΙΙ

Σήμερα ανακάλυψα
πως ο κόσμος δίχως εμένα γελάει
ο κόσμος δίχως εμένα
ξέγνοιαστος…

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 68-69-70, Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1960.

Ο ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Έσπρωξε την πόρτα· την κλώτσησε σχεδόν και μπήκε μέσα.
Παρέες εδώ, παρέες εκεί, διάχυτη μουσική – καπνίλα.
Τα γκαρσόνια κοκάλωσαν σε λίγο. Απέναντι
η γυναίκα που αγαπούσε τόσα φεγγάρια πριν
Κόπηκεν η βουή, κόπηκαν οι ομιλίες ― σιωπή.
Αυτός δεν ήταν ληστής (ένα μέτρο μπόι, μαντήλι ιδρωμένο
στο λαιμό, άταχτα μαλλιά) τους κοίταξε όλους έναν-έναν στα μάτια
τόση ήσυχη σκλαβιά, σκέφτηκε, τόση φουρτουνιασμένη θάλασσα―
γύρισε πίσω του και με δυσφορία είπε:
―Δεν έχει αέρα ‘δώ, πάμε.
Πήρε τα παλικάρια του και έφυγε.

*Από το περιοδικό «Νέα Πορεία», τ. 85, Μάρτιος 1962.

Leave a comment