Blanca Varela (Λίμα, Περού – 1926-2009) Vals del Ángelus / Το βαλς του Άγγελου

Salvador Dali, The Angelus (1935)

Ve lo que has hecho de mí, la santa más pobre del museo,
la de la última sala, junto a las letrinas,
la de la herida negra como un ojo bajo el seno izquierdo.
Ve lo que has hecho de mí, la madre que devora sus crías,
la que se traga sus lágrimas y engorda, la que debe abortar
en cada luna, la que sangra todos los días del año.
Así te he visto, vertiendo plomo derretido en las orejas
inocentes, castrando bueyes, arrastrando tu azucena,
tu inmaculado miembro, en la sangre de los mataderos.
Disfrazado de mago o proxeneta en la plaza de la Bastilla
—Jules te llamabas ese día y tus besos hedían a fósforo y
cebolla. De general en Bolivia, de tanquista en Vietnam,
de eunuco en la puerta de los burdeles de la plaza México.
Formidable pelele frente al tablero de control; grand chef
de la desgracia revolviendo catástrofes en la inmensa
marmita celeste.
Ve lo que has hecho de mí.
Aquí estoy por tu mano en esta ineludible cámara de tortura,
guiándome con sangre y con gemidos, ciega por obra y gracia
de tu divina baba.
Mira mi piel de santa envejecida al paso de tu aliento,
mira el tambor estéril de mi vientre que sólo conoce el ritmo
de la angustia, el golpe sordo de tu vientre que hace silbar
al prisionero, al feto, a la mentira.
Escucha las trompetas de tu reino. Noé naufraga cada mañana,
todo mar es terrible, todo sol es de hielo, todo cielo es de piedra.
¿Qué más quieres de mí?
Quieres que ciega, irremediablemente a oscuras deje de ser el
alacrán en su nido, la tortuga desollada, el árbol bajo el hacha,
la serpiente sin piel, el que vende a su madre con el primer vagido,
el que sólo es espalda y jamás frente el que siempre tropieza, el que
nace de rodillas, el viperino, el potroso, el que enterró sus piernas
y está vivo, el dueño de la otra mejilla, el que no sabe amar como a
sí mismo porque siempre está solo. Ve lo que has hecho de mí.
Predestinado estiércol, cieno de ojos vaciados.
Tu imagen en el espejo de la feria me habla de una terrible semejanza.

Δες αυτό που έκανες σε μένα τη πιο φτωχή αγία του μουσείου,
σ’ αυτή της τελευταίας σάλας, δίπλα στα αποχωρητήρια,
σ’ αυτή με τη μαύρη πληγή,σαν ένα μάτι κάτω απ’ τον αριστερό κόρφο.
Δες αυτό που μου έκανες, στη μάνα που κατασπαράσει τα παιδιά της,
σ’ αυτή που καταπίνει τα δάκρυά της και θρέφεται μ’ αυτά, σ’ αυτή που πρέπει να αποβάλλει
σε κάθε φεγγάρι, σ αυτή που ματώνει όλες τις μέρες του χρόνου.
Έτσι σε είδα, σκορπώντας μολύβι χυμένο μες στα αθώα αυτιά,
ευνουχίζοντας ταύρους, σέρνοντας τον κύκνο σου,
το άσπιλο μέλος σου, μέσα στο αίμα των σφαγέίων.
Καμουφλαρισμένο σε μάγο η προξενητή μέσα στην πλατεία της Βαστίλης
—Ζιλ ήταν το όνομα σου εκείνη τη μέρακαι τα φιλιά σουβρωμούσαν κρεμύδι και
φωσφόρο.Στρατηγό στη Βολιβία,οδηγό τανκς στο Βιετνάμ
ευνούχο στην πόρτα των μπουρδέλων στην πλατεία του Μεξικού.
Εξαίρετο χειριστή μπροστά στον πίνακα ελέγχου; μεγάλο σεφ
της δυστυχίας προκαλώντας καταστροφές μέσα στην απέραντη ουράνια χύτρα.
Δες αυτό που μου έκανες .
Εδώ βρίσκομαι από το ΄χερι σου σ’ αυτή την αναπόφευκτη αίθουσα των βασανιστηρίων,
καθορισμένη απ’ το αίμα καιτους οδυρμούς, τυφλή από τη δράση και τη χάρη
του θεικού σου σάλιου.
Κοίτα το δέρμα μου της γερασμένης αγίας al paso de tu aliento,
κοίτα το άγονο ταμπούρλο της κοιλιάς μου που γνωρίζει μόνο το ρυθμό
της αγωνίας, το τυφλό χτύπημα της κοιλιάς σου που κάνει το φυλακισμένο να σφυρζει το
έμβρυο,για το ψέμα.
Άκου τις τρομπέτες του βασιλείου σου. Ο Νώε ναυαγεί κάθε πρωινό,
κάθε θάλασσα είναι τρομερή, κάθε ήλιος είναο από πάγο, κάθε ουρανός είναι από πέτρα.
Τι άλλο θέλεις από μένα;
θέλεις να τυφλωθεί, ανεπανόρθωτα στα σκοτεινά και να πάψει να είναι
ο σκορπιός στη φωλιά του, τη χελώνα σφαμένη, το δέντρο κάτω απ’ το πελέκι,
το φίδι δίχως δέρμα, αυτόν που πουλά τη μάνα του με το πρώτο μωρουδίστικο του κλάμα,
αυτόν που είναι μόνο πλάτη και ποτέ μέτωπο αυτόν που πάντα διστάζει, αυτόν που
γεννιέται γονατισμένος, el viperino, el potroso, αυτός που έθαψε τις γάμπες του
και είναι ζωντανός, το αφεντικό του άλλου μάγουλου,αυτόν που δε ξέρει ν’ αγαπά όπως αγαπά τον
εαυτό του επειδή είναι πάντα μόνος. Δες αυτό που μου έκανες.
Προορισμένη κοπριά, βούρκα από αδειασμένα μάτια.
Η εικόνα σου στον καθρέφτη της έκθεσης του βιβλίου μου μιλά για μια τρομερή ομοιότητα.

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

Leave a comment