Όταν κοιμάμαι
οι φίλοι γίνονται εραστές,
οι δρόμοι των παιδικών χρόνων
γεννούν πολυώροφους κήπους,
από άγνωστους ωκεανούς βρέχομαι
απρόσμενης παροχής
όσο επιτρέπει ο μετρονόμος της βρύσης.
Ώσπου να ξυπνήσω
οι εχθροί εξημερώνονται
και τυλίγονται στη λήθη εκ νέου.
Έξω ο κόσμος
ανακυκλώνεται και μισεί
με ταχύτητες θορύβων.
Καραδοκεί το μαύρο γάλα,
χαράζει κάθε νέο φως.
Μα πόσο γαλήνιες
οι τελευταίες ξυραφιές
του ήλιου.
Ακόμη κι αν τα λόγια είναι μάταια
κι αναβαθμίστηκαν σε εμπορικά πελώρια
τα σκλαβοπάζαρα της γης –
απολήξεις καλοκαιριών περασμένων
σε άγνοια πλέοντας ή σε ιερή κενότητα
δείχνουν στο απέραντο φως.
Γι’ αυτό καμιά φορά ακόμη
τρέχουμε στους δρόμους
θαρρείς σε άυλες γκαλερί,
χωρίς να μας κυνηγούν.
Τότε η πόλη σκάει ένα από τα σπάνια
κι εφήμερα χαμόγελά της
πριν να γυμνώσει τις αμυγδαλιές
μια βίαιη ριπή ανέμου.
Μπορούμε χωρίς αποσκευές ακόμη
στο χορτάρι της να κυλιόμαστε
φωνάζοντας:
ένας από μας.
*Δημοσιεύτηκαν στο “TEFTeRI” No 3.
