Το θαύμα
Τι τέλεια κατσίκια τα κατσίκια.
Χτες γεννήθηκαν και πώς ξέρουν κιόλας
με τόση ακρίβεια
όλα τα κατσικίσια πράματα.
Θαρρείς και σπούδαζαν κατσικοσύνη μια ολόκληρη
αιωνιότητα.
*
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
είν’ ένας ήλιος πού ‘πεσε στη θάλασσα
είναι
ένας τιτάνιος δίσκος που
παλεύει να γλιτώσει απ’τα ο νερό τσιρίζει και αφρίζει
αφήνοντας φωτός ένα χυμό.
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
κυνηγημένο από πόνο κ’ ηδονή στριφογυρίζει
Ανεβοκατεβαίνει βράζει και σβήνει
βάφοντας το νερό πορτοκαλί.
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
Ησύχασε•
διαλύοντας
το σχήμα του που αντιστέκονταν ησύχασε
κ’ είναι συμφιλιωμένο πια με το νερό με τον πνιγμό
με όλα.
Το μεγάλο χάπι του ΟRANGE
ταξιδεύει τώρα στις φλέβες μου
και χαίρονται
τα αγαθά των βιταμινών
όλοι
οι κάτοικοι
ως τ’ ακρότατα σύνορα του κορμιού μου.
*
Επαφή
Κρατημένος απ’ τον
αλουμινένιο
στύλο του αστικού
σ’ άγγιζα με τον πήχη μου στην πλάτη.
Από κει έβλεπα
από κει άκουγα
από κει οσφραινόμουν.
Ήταν παράθυρο εκείνο το άγγιγμα
ήταν πληγή ηδονής κι ήμουν ποτάμι
ηλεκτρισμένου καταρράχτη απ’ όπου χυνόμουν
στο κορμί σου.
*
Σόμπα
Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και
Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα
Κι αν είναι ντενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου
τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως
Είσαι ενσάρκωση του ʼγνι και απόγονος
Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως
Είν’ η ψυχή σου από φωτιά· α πόσο χαίρομαι
Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το
Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και
Να νιώθω την
Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει
Τη φλόγινη γύμνια της
Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου
Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη
Την κάμαρά μου, ακόμα και… α Σόμπα
Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου
Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω
Το κάλυμμα ετούτο του κενού· και βέβαια συ
Θαρρώ με νιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα
Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά
Έχεις και συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις
Κι όχι μονάχα από τούτα, μα κι απ’ τ’ άλλα
Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν
Απάνω στην ταράτσα μού καμώνεσαι
Πως βγάζεις μέσ’ απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα
Το νιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για
Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους
Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α–
λαφροπατώντας με
Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα
Της ομίχλης
Στην πόλη που γίνετ’ η
Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα
Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά
Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα
Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και…
Σόμπα Άσε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν
Άσε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι
Της συστολής σου εκείνο το
Σκουριασμένο μερμήγκιασμα, π’ όλο χάνεται,
Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος
Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.
