ΒΡΑΔΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Σε σκοτεινά μονοπάτια περπατώντας το βράδυ
οι χλωμές μας μορφές εμφανίζονται μπρος μας.
Όταν διψάμε
πίνουμε απ’ τ’ άστρα νερά της λιμνούλας
των θλιμμένων παιδιάτικων χρόνων τη γλύκα.
Κατάκοποι ηρεμούμε κάτω απ’ την κουφοξυλιά
τους γκρίζους κοιτάζοντας γλάρους.
Νέφη σωριάζονται εαρινά πάνω απ’ τη σκοτεινή πολιτεία
που κρύβει των Μοναχών τις πιο ευγενικές εποχές.
Τα λεπτά σου όταν έπιασα χέρια
τα στρογγυλά ανασήκωσες ήρεμα μάτια.
Αυτό πάει τώρα καιρός.
Μα καθώς μελωδία σκοτεινή την ψυχή πλημμυρίζει
προβαίνεις, Λευκή, στο φθινοπωριάτικο τοπίο του φίλου.
*
ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ
Οδοιπόρος στο μαύρο αγέρα· στη γαλήνη του βάλτου
σιγαλά μουρμουρίζει η ξερή καλαμιά. Στον γκρίζο ουρανό
σμήνος άγριων πουλιών ακλουθάει
λοξά πάνω από νερά σκοτεινά.
Αναστάτωση. Μέσα σε ρεπιασμένη καλύβα
με μαύρα φτερά φτερουγίζει η σαπίλα·
σακατεμένες στον άνεμο στενάζουν σημύδες.
Βράδυ σ’ έρμη ταβέρνα. Απαλή βαρυθυμιά
οσμίζεται το γυρισμό απ’ τα κοπάδια που βόσκουν·
νύχτια εμφάνιση: απ’ τ’ ασημένια νερά ξεπροβάλλουν φρύνοι.
*
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Βράδυ σωπαίνει στο δάσος
του κούκου ο θρήνος.
Γέρνουν πιο κάτω τα στάχυα
kι οι παπαρούνες.
Μπόρα θολή φοβερίζει
πάνω απ’ το λόφο.
Των τζιτζικιών το τραγούδι
στους αγρούς σβήνει.
Της καστανιάς δεν κουνιέται
πια ούτε ένα φύλλο.
Στη στριφτή σκάλα θροΐζει
το φόρεμά σου.
Στη σκοτεινή καμαρούλα
φέγγει γαλήνιο
το κερί κι ένα ασημένιο
χέρι το σβήνει.
Άναστρη νύχτα, γαλήνη.
*Από το βιβλίο “Γκέοργκ Τρακ Ποιήσεις”, μετάφραση Δημ. Στ. Δήμου, εκδ. Το ροδακιό, 1993.
