Δεν θέλω
τα φιλιά να πληρώνονται,
το αίμα να πουλιέται,
το αεράκι να αγοράζεται,
η ανάσα να νοικιάζεται.
Δεν θέλω
να καίγεται το στάρι
και να λείπει το ψωμί.
Δεν θέλω
να υπάρχει κρύο στα σπίτια,
να υπάρχει φόβος στους δρόμους,
να υπάρχει οργή στα μάτια.
Δεν θέλω
να φυλακίζονται στα χείλη τα ψέματα,
να φυλακίζονται στα θησαυροφυλάκια τα εκατομμύρια,
να φυλακίζονται στις φυλακές οι τίμιοι άνθρωποι.
Δεν θέλω
ο γεωργός να δουλεύει χωρίς νερό,
ο ναυτικός να ταξιδεύει χωρίς πυξίδα,
στο εργοστάσιο να μην ανθίζουν κρίνα,
στο ορυχείο να μη βλέπουν την αυγή,
στο σχολείο να μη γελά ο δάσκαλος.
Δεν θέλω
οι μανάδες να μη φορούν άρωμα,
οι νέες κοπέλες να μην έχουν έρωτες,
οι πατέρες να μην έχουν καπνό,
στα παιδιά οι Τρεις Μάγοι
να φέρνουν μόνο πλεκτές φανέλες και τετράδια.
Δεν θέλω
η γη να μοιράζεται σε κομμάτια,
στη θάλασσα να χαράζονται κυριαρχίες,
στον αέρα να ανεμίζουν σημαίες,
στα ρούχα να μπαίνουν διακριτικά.
Δεν θέλω
ο γιος μου να παρελαύνει,
ούτε κανενός μάνας οι γιοι να παρελαύνουν
με το τουφέκι και τον θάνατο στον ώμο·
ποτέ να μη ρίχνονται τουφεκιές,
ποτέ να μην κατασκευάζονται τουφέκια.
Δεν θέλω
να με εξουσιάζουν ο τάδε κι ο δείνα,
να με κατασκοπεύει ο απέναντι γείτονας,
να μου κολλούν ταμπέλες και σφραγίδες,
να ορίζουν με διατάγματα τι είναι ποίηση.
Δεν θέλω
να αγαπώ κρυφά,
να κλαίω κρυφά,
να τραγουδώ κρυφά.
Δεν θέλω
να μου κλείνουν το στόμα
όταν λέω
ΔΕΝ ΘΕΛΩ…
(1948)
*Η ξεριζωμένη ποιήτρια Angela Figuera Aymerich έζησε και έγραψε στη Soria. Διώχθηκε μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία: της αφαίρεσαν το πανεπιστημιακό της πτυχίο και έχασε τη θέση της ως καθηγήτρια. Για ένα διάστημα, εκείνη και ο γιος της, που γεννήθηκε μέσα σε έναν βομβαρδισμό, έζησαν στις όχθες του ποταμού Duero. Τα βιβλία της «Mujer de barro» (Γυναίκα από πηλό) και «Soria pura» (Καθαρή Σόρια) αντιμετώπισαν προβλήματα λογοκρισίας εξαιτίας του αισθησιασμού τους και της εξέγερσής τους απέναντι στη φτώχεια, τις καταχρήσεις και την ερήμωση της μεταπολεμικής εποχής.
