Τελευταίο θρανίο
Μιλούσε ο δάσκαλος για θυσάνους και σωρείες.
Δες αυτά τα σύννεφα
φόρεσαν τα λευκά τους πουκάμισα
το έσκασαν από τη μάνα τους την μπόρα
και εκείνη -γκρίζα από θυμό-
τα περιμένει για να βρέξει,
σκεφτόταν εκείνος
Με κάτι τέτοια όμως, δεν γίνεσαι σημαιοφόρος.
Έτσι, παρέμεινε τυμπανιστής,
έως την αποφοίτησή του
*
Ικέτιδα
Έχω έναν κρατούμενο στο μπαλκόνι μου
σχεδόν πράσινο
Σήμερα το πρωί καθώς του έβαζα νερό
του μιλούσα
τι με κοιτάς έτσι;
πού θες να πάμε;
Η θάλασσα πια δεν μας μιλά
ασθμαίνει μόνο
δυσώδης σαν φθισική μάνα
και τα βουνά κάρβουνο
βλαστημάνε τους προγόνους μας
σε κάθε τους ανάσα.
Δεν έχει τόπο για μας, βασιλικές μου
Ένα στενό μπαλκόνι ο κλήρος μας
Γι’ αυτό, άσε με να σε χαϊδέψω
Ελέησε με
*
Κούκλα πτυσσόμενη, αυτός
Ανακάθεται με δυσκολία στο κρεββάτι
πονάει παντού.
Ζόρικη νύχτα η χθεσινή
Είναι να μη πέσεις στην περίπτωση
μονολογεί και σηκώνεται.
Κούκλα πτυσσόμενη
Τοίχο-τοίχο φτάνει στο τουαλέτα
αποφεύγοντας τον καθρέφτη
ρίμελ και μελανιές ένα
Είναι φορές που η αντανάκλαση
δεν αντέχεται.
Πόσες φορές θα στο πω
Σήκωσε το καπάκι όταν κατουράς!
Ακούγεται η φωνή της μάνας του
από 30 χρόνια απόσταση
*Από τη συλλογή “από αλάτι”, εκδόσεις Θίνες, 2024.
