Να με θυμάσαι
όταν βλέπεις τα δέντρα,
όταν τα πόδια σου αγγίζουν
την άκρη της θάλασσας,
όταν εισχωρείς
στο σώμα μιας γυναίκας.
Θέλω να είσαι υγρός
όταν θυμάσαι τα μάτια μου,
τη μέση μου, τα χρόνια να γράφουν
πάνω στο σώμα μου.
Να με χορτάσεις με το άγγιγμα
τότε
του αέρα να σε χαϊδεύει απαλά.
Όταν
το σκουπιδάκι πάει να εισχωρήσει
πονηρά
στο πιο τρυφερό από τα δυό σου μάτια.
Ο έρωτας που δεν χορτάσαμε,
να το θυμάσαι πως είναι μέσα μου
ολάνθιστος,
όπως ένα μπουμπούκι που μοιάζει
με το κορμί σου όταν με κοιτά ερωτικά.
Ποτέ δεν θα χορτάσουμε τον έρωτά μας,
γι’ αυτό να με θυμάσαι.
Κάθε φορά που βλέπεις σύννεφα στον ουρανό,
κάθε φορά που θα περνάς
κάτω από μια ελιά ή φλαμουριά.
Και όταν τα μάτια σου στέκουν με πόθο
στο κορμί μιας αλλης γυναίκας,
μοιράσου τη λαχτάρα σου με μένα.
Γιατί εγώ και εσύ είμαστε ένα.
Τις νύχτες έρχονται οι πρόγονοι
και προσπαθούν να με τραβήξουν κοντά τους,
όμως εγώ έχω εσένα για να με κρατάς στη γη.
Εσένα και το ό τι κουβαλάς μέσα στην καρδιά σου ατελεύτητο.
Σημείωση της ποιήτριας: INTERIOR REALITY
Η ποίηση δεν είναι αυτοβιογραφία. Είναι η αφορμή μέσα από την οποία η γλώσσα εκφράζει μια βαθιά υπαρξιακή εμπειρία. Δεν αναπαριστά απλώς την πραγματικότητα· δημιουργεί μια άλλη, που υπερβαίνει τα όρια του ανθρώπινου και αγγίζει το ανείπωτο. Το ποίημα δίνει προτεραιότητα στην εσωτερική πραγματικότητα αντί στα εξωτερικά γεγονότα. Την υποκειμενική πραγματικότητα – όταν αντιδιαστέλλεται με την αντικειμενική πραγματικότητα.

Η φώτο του ποιήματος είναι έργο του ζωγράφου: Ο Miklós Mihalovits (1888–1960) ήταν σημαντικός Ούγγρος ζωγράφος, γνωστός για τις ελαιογραφίες, τα πορτρέτα και τις τοιχογραφίες του. Σπούδασε στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών της Βουδαπέστης και θεωρείται ιδρυτικό μέλος του Εθνικού Σαλόνι της Ουγγαρίας.