ONΕΙΡΟ ΣΤΟ KYMA
Γερμένος πλάι στην κουπαστή
τα ρούχα πέτα, γδύσου
μη φοβάσαι
τον δαίμονα της θάλασσας
και το παλιό τραγούδι των Σειρήνων
Όλη η ζωή μας
ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες
…………………………………
κι όταν φάνηκε
μες στα κοράλλια και
στις άγριες σμέρνες
η πέτρινη γοργόνα
η αδελφή του Αλέξανδρου
αδάμαστη, καλλίμορφη
στο θαλασσινό της μεγαλείο
Γιαβρί μου, της λέω, με σκοτώνεις
μια λίμπρα ακόμα
ένα μερίδιο σάρκας
επιπλέον τι κοστίζει
για χάρη σου
αφήνω κόσμους ακέφαλους
και κόσμους χωρίς λέπια
και πιάνω έξαλλος την τέχνη της αγάπης.
(Από την ποιητική συλλογή «Εξάγγελος», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021).
Το ποίημα του Γιώργου Κοζία «Όνειρο στο κύμα» (από την ποιητική συλλογή Εξάγγελος, 2021) κινείται σε έναν χώρο όπου ο μύθος, η επιθυμία και η υπαρξιακή αγωνία ενώνονται. Ο τίτλος παραπέμπει στο υδάτινο όνειρο του Παπαδιαμάντη, αλλά εδώ το κύμα δεν είναι απλώς χώρος ανάμνησης ή ερωτικής νοσταλγίας· γίνεται σύνορο ανάμεσα στη ζωή και την άβυσσο.
Ο ποιητικός ομιλητής στέκεται «πλάι στην κουπαστή», σε μια οριακή θέση: ούτε μέσα στο πλοίο ούτε μέσα στη θάλασσα. Η κουπαστή λειτουργεί σαν σύμβολο της ανθρώπινης κατάστασης, μια λεπτή γραμμή ασφάλειας απέναντι στο άγνωστο. Η προτροπή «τα ρούχα πέτα, γδύσου / μη φοβάσαι» δεν είναι μόνο ερωτική· είναι μια πρόσκληση σε μια υπαρξιακή απογύμνωση. Για να συναντήσει κανείς το βάθος, πρέπει να εγκαταλείψει τις άμυνες του, την κοινωνική του πανοπλία, την ψευδαίσθηση ελέγχου.
Ο «δαίμονας της θάλασσας» και το «παλιό τραγούδι των Σειρήνων» φέρνουν τον αρχαίο μύθο μέσα στο σύγχρονο υπαρξιακό τοπίο. Οι Σειρήνες δεν είναι απλώς πειρασμός· είναι η φωνή εκείνου που μας καλεί να ξεπεράσουμε τα όριά μας, ακόμη κι αν η υπέρβαση έχει κόστος. Το ποίημα συνομιλεί έτσι με την ομηρική παράδοση: ο άνθρωπος είναι αιώνια ένας ταξιδιώτης που ξέρει ότι η γνώση και η επιθυμία μπορεί να τον καταστρέψουν.
Η φράση: «Όλη η ζωή μας / ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες» συμπυκνώνει μια ολόκληρη φιλοσοφία της ύπαρξης. Η ζωή παρουσιάζεται όχι ως ασφαλές ταξίδι αλλά ως διαρκής σύγκρουση με εμπόδια και απομακρύνσεις. Οι «ύφαλοι» είναι οι κρυφές παγίδες της μοίρας, ενώ οι «εξορίες» δηλώνουν τη βαθύτερη ανθρώπινη εμπειρία: είμαστε συχνά ξένοι ακόμη και μέσα στον ίδιο μας τον κόσμο.
Η εμφάνιση της «πέτρινης γοργόνας», της «αδελφής του Αλέξανδρου», είναι το κέντρο του ποιήματος. Εδώ ο Κοζίας ανασύρει έναν από τους πιο ισχυρούς νεοελληνικούς θρύλους: τη γοργόνα που ρωτά αν ζει ο αδελφός της και η απάντηση καθορίζει την τύχη του κόσμου. Όμως η γοργόνα του ποιήματος δεν είναι μια απλή μυθική μορφή· είναι μια μορφή απόλυτου κάλλους και θανάτου μαζί. Είναι «πέτρινη» — αιώνια, αμετάβλητη, σχεδόν αγαλματική και ταυτόχρονα γεμάτη ερωτική δύναμη.
Ο στίχος: «Γιαβρί μου, της λέω, με σκοτώνεις» έχει μια συγκλονιστική αντίφαση. Το αγαπημένο πρόσωπο είναι ταυτόχρονα σωτηρία και καταστροφή. Ο έρωτας εδώ δεν παρουσιάζεται ως γαλήνη αλλά ως μια δύναμη που απαιτεί θυσία. Η αναφορά στη «λίμπρα» και στο «μερίδιο σάρκας» θυμίζει τον Σάιλοκ «Ο Έμπορος της Βενετίας»: η αγάπη γίνεται συμφωνία με όρους σκληρούς, μια ανταλλαγή όπου η ίδια η ύπαρξη προσφέρεται ως τίμημα.
Το τέλος: «πιάνω έξαλλος την τέχνη της αγάπης» είναι ίσως το πιο παράδοξο σημείο. Η αγάπη αποκαλείται «τέχνη», δηλαδή κάτι που απαιτεί δεξιοτεχνία, αλλά το υποκείμενο την ασκεί «έξαλλος», σχεδόν πέρα από τη λογική. Η ερωτική πράξη γίνεται μια μορφή μανίας, μια προσπάθεια να νικηθεί η φθορά και ο θάνατος μέσω της έντασης της στιγμής.
Συνολικά, το ποίημα μοιάζει με μια σύγχρονη παραλλαγή του αρχαίου μύθου του ταξιδιού: ο άνθρωπος πλέει γνωρίζοντας ότι πίσω από την ομορφιά υπάρχει η άβυσσος. Η γοργόνα δεν είναι μόνο ερωτικό αντικείμενο· είναι η ίδια η ζωή — υπέροχη, επικίνδυνη, ακατανόητη. Ο Κοζίας φτιάχνει έναν κόσμο όπου η επιθυμία δεν αντιμάχεται τον θάνατο αλλά τον αγγίζει, όπου η ομορφιά είναι τόσο ισχυρή ώστε γίνεται σχεδόν μορφή απώλειας.
