Escribo a solas, pero sin soledad.
La noche de las calles entra a mi cuarto
y me invita a salir ― a esta ciudad y a otras
que recuerdo o imagino:
puentes, cafés, miseria y esplendor en esta noche
de mis iguales, mis idénticos.
Sin soledad, a solas con los muertos
que regresan:
el poeta y su adiós de destruida guitarra,
el estudiante que huye entre campanas o siglos
hacia el sol instantáneo de la pólvora,
la anciana que enterraron con mi infancia
(me la devuelve cada flor del campo),
y los otros, los ángeles
de rotas calles de suburbio o guerra.
Sin soledad, también, porque en la sombra
tu voz habla conmigo,
y aunque tu cuerpo falte en esta cita
sé que volverá, como las frutas, como el día
vuelven.
A solas, pero sin soledad,
es como escribo.
ΓΡΑΦΗ
Γράφω μόνος, αλλά δίχως μοναξιά.
Η νύχτα απ’ τους δρόμους μπαίνει στο δωμάτιό μου
και με προσκαλεί να βγω ― σ’ αυτή την πόλη και σε άλλες
που θυμάμαι ή φαντάζομαι:
γεφύρια, καφετερίες, μιζέρια και λάμψη μέσα σ’ αυτή τη νύχτα
των ομοίων μου, των δικών μου.
Δίχως μοναξιά, μόνος με τους νεκρούς
που επιστρέφουν:
ο ποιητής και το αντίο του της σπασμένης του κιθάρας,
ο φοιτητής που δραπετεύει ανάμεσα σε καμπάνες και αιώνες
προς τον στιγμιαίο ήλιο της σκόνης,
η γριά που έθαψαν μαζί με την παιδική μου ηλικία
(μου την φέρνει πίσω κάθε λουλούδι του κάμπου),
και οι άλλοι, οι άγγελοι
των κατεστραμμένων οδών του υπόγειου ή του πολέμου.
Δίχως μοναξιά, επίσης, γιατί στη σκιά
η φωνή σου μου μιλά,
και παρόλο που το κορμί σου λείπει σ’ αυτή τη συνάντηση
ξέρω πως θα επιστρέψει, όπως οι καρποί, όπως επιστρέφουν
τη μέρα.
Μόνος, δίχως μοναξιά,
είναι γιατί γράφω.
*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.
**Από το περιοδικό ΠΟΛΥΜΝΙΑ, ARS POETICA, Nο 13, Αύγουστος 2025.
