Άννα Αχμάτοβα, Requiem

1
Σε πήραν τα χαράματα αλυσοδεμένο
κι έτρεχα πίσω σου σαν γέρικο σκυλί.
Στης φυλακής την πύλη μάταια περιμένω.
Στα μελανά μου χείλη ξύδι και χολή.

Το παγωμένο εικόνισμα δεν το θερμαίνουν
κεριά αναμμένα, το τρεμάμενο φιλί.
Κοιτάς τον ουρανό, κορμί γονατισμένο,
μα προσευχή καμμία δεν ωφελεί.

5
Μήνες φωνάξω δεκαεφτά
προσευχόμενος στο σπίτι να γυρίσεις.
Τον δήμιο ικέτευα γονατιστή
αχ, γιε μου, ικέτευα να ζήσεις.
Ένα κουβάρι γίναν όλα, ρημαδιό,
και δεν μπορώ να βρω τη λύση.
Ποιος είναι άνθρωπος και ποιος θεριό;
η εκτέλεση άραγε θ’ αργήσει;
Λουλούδια άπονο σκονισμένα, σκοτεινά,
κι ηχολογάει το θυμιατήρι.
Τα βήματα οδηγούν στο πουθενά.
Κι από ψηλά ένα άστρο έχει γείρει
Και με κοιτάει κατάματα χλωμό
με γρήγορο απειλώντας με χαμό.

8
Προς τον θάνατο
Αργού θα ‘ρθεις, γιατί όχι τούτη τη στιγμή;
Σε περιμένω, αδύνατο η πληγή να πιάνει.
Τα φώτα ολοσβηστά, η εξώπορτα ανοιχτή
Να μπεις ολόλαμπρος πόνε μου και βοτάνι.

Πάρε όποια θες μορφή, αρκεί να ΄ρθείς.
Σαν σφαίρα σφύριζε και τρύπησέ με,
η γλιστρά αθόρυβα σαν σκοτεινός ληστής,
ή με φαρμάκι αλύπητο φαρμάκωσέ με.

Ή σαν τον μύθο ένα, που έχεις σοφιστεί
και που τον λέει και ξαναλέει το κάθε στόμα,
ώσπου να δω το μπλε πηλήκιο στην αυλή
κι άσπρο απ’ τον τρόμο του τον θυρωρό μας.

Το ίδιο μου κάνει. Ο Δνείπερος αργοκυλά,
φέγγουν τ’ αστέρια στ’ ουρανού τα μήκη,
και των ματιών σου τη γαλάζια πυρκαγιά
τη σβήνει πέρα ως πέρα η φρίκη.

*Αναμετάφραση αποσπασμάτων από τα ελληνικά: Τάσος Βαγενάς. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οροπέδιο”, τεύχος 18, Άνοιξη 2017.

One response to “Άννα Αχμάτοβα, Requiem

Leave a reply to Λεωνίδας Καζάσης Cancel reply