Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Η υποψία των πραγμάτων

poet

Η ποίηση είναι παιδί της ομίχλης. Όπου οι όγκοι ξεπηδούν 
μετέωροι. Είναι παιδί της νύχτας. Όπου το μαύρο 
περιγράφει. Είναι παιδί της αμφιβολίας, όπου ο ποιητής 
διαρκώς υπαινίσσεται.

Η ποίηση είναι ανεκπλήρωτος πόθος. Η αναζήτηση του άλλου, του πέρα από μας, του άλλου τρόπου, του άλλου χρόνου.

Δε γεννήθηκε πριν ή μετά. Ενδυναμούμενη μέσα από τους αιώνες, σηματοδοτεί την πορεία εκείνων που έρχονται. Δεν αντανακλά, απλώς, μια εποχή, ετοιμάζει και μια άλλη.

Υπάρχει παντού. Στο υπέροχο αόριστο, στα παιχνίδια των ψευδαισθήσεων, στα συντρίμμια του κόσμου, στα ρημαγμένα ένστικτα, στην υποδόρια ταραχή του απρόσμενου που ακτινοβολεί ή περιβάλλεται από μυστηριώδεις ίσκιους, στα αινίγματα που γίνονται παράθυρα, στα όνειρα που περιέχουν το σπέρμα της ζωής και του θανάτου.

Έρχεται, σε χτυπάει, σε ζεσταίνει, σε δροσίζει ή σε κρυώνει και πάντοτε φεύγει.
Continue reading

Philip Lamantia, Δύο ποιήματα

004479


ΑΓΓΙΓΜΑ TOY ΘΑΥΜΑΣΤΟΥ

Οι γοργόνες έχουν έλθει στην έρημο
στήνουν ένα μπουντουάρ δίπλα στην καμήλα
που ξαπλώνει στα τριανταφυλλένια τους πόδια

Ένας αλαβάστρινος τοίχος έχει σχεδιαστεί πάνω από τα κεφάλια μας
από τέσσερεις ανθρώπους του ουράνιου τόξου
που οι γυμνές τους σιλουέτες αναδίδουν ένα φως
που σπαρταρά αργά πάνω στην άμμο

Με έχει αγγίξει το θαυμαστό
καθώς οι γοργόνες περνούν τα ευκίνητα δάχτυλά
τους μέσα από τα μαλλιά μου
που έχουν πέσει για πάντα από το κεφάλι μου
για να καλύψουν το σώμα μου
τον άγριο καρπό της παραφροσύνης

Ιδού το μπουντουάρ πετά απομακρυνόμενο
κι εγώ κρατιέμαι πάνω στο πόδι της ωραίας
που κάτω από την θάλασσα ονομάζεται
ΜΠΙΑΝΚΑ
Μετατρέπεται
με τη γοητεία ενός πουλιού
σε δυο γιγαντιαία χείλη
κι εγώ πέφτω τώρα μέσα στο κύπελλο της αυτοκτονίας

Είναι η αγγελική κούκλα που μαύρισε
είναι το τέκνο χαλασμένων ανελκυστήρων
είναι η γεμάτη τρύπες κουρτίνα
που δεν θέλεις ποτέ να ξεφορτωθείς

είναι η πρώτη γυναίκα και ο πρώτος άντρας
κι εγώ είμαι χαμένος που την έχω

Διψώ για τα μυστικά του σαδιστικού ψαριού
βουτώ μέσα στην θάλασσα
ψάχνω για την περιοχή
όπου ο καπνός των μαλλιών σου είναι πυκνός
όπου σκαρφαλώνεις ξανά τον άσπρο τοίχο
όπου τα τύμπανα των αφτιών σου παίζουν μουσική
στην γάτα που σέρνεται μέσα στα μάτια μου
ανακαλώ στη μνήμη μου εσένα ΜΠΙΑΝΚΑ

Ψάχνω πέρα από την ώρα και την μέρα
για να βρω εσένα ΜΠΙΑΝΚΑ

***

ΠΤΕΡΩΜΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ

Μια ψυχή μουσκεμένη στο γάλα του μαρμάρου
διασχίζει το δάπεδο μιας βραδιάς
που καλπάζει χαμένη πάνω σε μια γυμνή παρθένο
αποκτά δύναμη πάνω στον ανιαρό άνθρωπο:
είναι μια ψυχή που την έχουν ρουφήξει λεπροί

Ποια υγρή ώρα θα καθηλώσει
το τραγούδι της πάνω στην γάτα μου
με τον λαιμό όλου του χώρου;

Είναι πρωί και μπορεί να χάσω
την τρομερή επίστρωση της δυσθυμίας
που με έχει κουλουριάσει σαν έναν αλυσοδεμένο δράκο

το λουλούδι που εκρήγνυται με βλέφαρα
Α! ένας πυρετός ο σκελετός του εμπρησμού!
έρχεται να ξεκουραστεί πάνω στο οχυρό των αθανάτων

το διάδημα τρεμοπαίζει και σβήνει
καθώς τρέχει προς το βυτίο των αλατισμένων μωρών

Αναρριχώνται πάνω στον τοίχο στο στιλέτο μου
είναι παραγεμισμένα με κούνιες
η εποχή των τρελών πουλιών έχει φθάσει!

Έχουν έρθει για να βιάσουν την πόλη
μαστιζόμενη από στυγνούς υπαλλήλους
και να στείλουν τους φαλακρούς ιερείς
κάτω στην λιμνούλα με τις θανάσιμες άγκυρες

Οι παρελάσεις είναι η μαγεία ενός εγκεφάλου
στοιβαγμένου σαν το νερό ενός ωκεανού
απολαμβάνω την δημιουργία ενός ανθρώπινου τραπεζιού
που να βρίσκεται στο κέντρο ενός παραλήρούντος πλήθους
Υπάρχουν πουλιά που κουρνιάζουν πάνω στα κόκκαλά μου
που σύντομα θα πλημμυρίσουν τις λεωφόρους
με τα φιδίσια φτερά τους
βρίσκομαι σε ένα σπίτι που έκτισε ο Gaudi
«Μπορώ να μπω μέσα;»

*Από τη συλλογή “Touch of the Marvelous” (“Άγγιγμα του Θαυμαστού”), 1966. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 1, Σεπτέμβρης 2006 (σελ. 31-32).

Χριστιάνα Αβρααμίδου, Από το “Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει”

Χριστιάνα Αβρααμίδου

Δεν τον θέλω άλλο τον ήλιο στη ζωή μου,
με έχει κάψει στα μάτια.
Δε θέλω τη μέρα,
το φως,
μόνο κάποια παλιά τραγούδια για σένα.

Δουλεύω μια ζωή σκληρά
μα τίποτα δεν έχω επιδιορθώσει.
Δεν θέλω άλλο τη ζέστη στα μέσα μου,
βρέξει χιονίσει,
με ΄χεις εγκαταλείψει.

Οι δυνατότητές μου ίσως να ΄ταν για περισσότερα.
Μια καθαρίστρια όμως υπήρξα,
για σκοτεινούς
σκληρούς
ανθρώπους.

***

Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι
Κανείς δεν το καταλαβαίνει όταν γεννιέται.
Ίσως,
να το νιώσει πριν πεθάνει
και αναρωτιέται
πόσος συνωστισμός εκεί πάνω επικρατεί,
με ψυχές που δεν πρόλαβαν
ένα τόσο απλό πράγμα
να καταλάβουν.

*Από τη συλλογή “Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει”, Εκδόσεις Οροπέδιο, 2014 (σελ. 13 και 20).
**Η Χριστιάνα Αβρααμίδου (γεν. 1978) κατάγεται από την Κύπρο, αλλά γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει στην Κύπρο. Εκτός από την παρούσα συλλογή έχει εκδώσει τις συλλογές “Σκοινιά και Ναυάγια” (Λευκωσία, 1999), “Ένας Λόγος για να Αγαπήσεις τη Νύχτα” (Πλανόδιον, 2002), “Όλες οι Μέρες Χιόνι” (Πλανόδιον, 2005) και “Ώρα Κάτω απ’ το Νερό” (Έψιλον, 2008).

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

10468099_10152561407145535_2129748939747407148_n


ΟΙ ΕΝΟΧΕΣ

Τώρα που νυχτώνει νωρίς
οι ενοχές κυκλοφορούν ελεύθερες από τις πέντε.
Στα πάρκα η μελαγχολία αγγίζει τον ουρανό
νοτισμένο χώμα κυριεύει την όσφρηση
φωνές παιδιών ξεψυχάνε στην απέναντι γειτονιά.
Ο κόσμος ένα ραγισμένο γυαλί
που σπάει μόλις το κοιτάξεις
έρωτες αβασάνιστοι, έρωτες σφραγισμένοι.
Χέρια απλώνονται μέσα στην ερημιά της πόλης
ν’ αγκαλιάσουν το λαβωμένο παρόν
χείλη ματωμένα συλλαβίζουν τη σιωπή.

Μια χώρα μέσα στην αβελτηρία
δεν έχει καταλάβει τον προορισμό της
κουνάει το μαντήλι του αποχαιρετισμού
στ’ αεροδρόμια και στα λιμάνια
ξεπροβοδίζει τα παιδιά της στα βαγόνια της ξενιτιάς
μασάει αιώνες το παραμύθι της εξέλιξης
κι ύστερα αυτοκτονεί σ’ ένα άθλιο υπόγειο
χαράματα με παγωνιά, αφήνοντας τη λάμπα ανοιχτή.
Απ’ έξω ακούγεται το αλύχτισμα των σκυλιών
κι η μηχανή του πρώτου λεωφορείου.

Τώρα που ξημερώνει αργά
οι ενοχές κυκλοφορούν σκοτωμένες από τις πέντε.

***

ΕΝ ΥΠΝΩΣΕΙ

Κανείς στο δρόμο, κανένα επεισόδιο˙
οι φωτιές που έκαιγαν για μέρες έσβησαν
οι σειρήνες σώπασαν
το φεγγάρι ξαναβγήκε ακμαίο.
Όμως λείπουν οι άνθρωποι
οι σκιές τους λείπουν, οι ανάσες τους…

Εποχές παγετώνων εγκαταστάθηκαν
στις πόλεις και στις ψυχές
ανεκπλήρωτα όνειρα περιφέρονται στις λεωφόρους
αδέσποτα ζώα ψάχνουν τα ίχνη μας.

Κι εμείς, που κάποτε λεγόμασταν άνθρωποι
σε σκοτεινές σπηλιές κατοικούμε, στα έγκατα της γης
ζώντας εν υπνώσει τις τελευταίες στιγμές μας.


*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία ιδεών”.
**O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012, «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013 και «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.

Dimitris Troaditis, The light of the candle

candle-hand-blue

you are as landscape that slowly-slowly changes
and radiates in the beams of the sun
or twinkles in the drops of the rain,
as if walking on sand of a volcano
as a strange clump that penetrates
the internal craters of the heart
where I run to them to hide…

I want to see entirely your figure
inside my upsetting hours,
waiting for your shade,
as a lightened drop from a sunshine,
as an uneasy song in the window blinds,
as the light of the candle in a fluid space,
as a string magic and free,
your caress to bloom on dry almond trees
in various iridescence to unroll…

Your eyes aren’t getting dark in my thought
and with all the pomegranates of the year
I’m waiting for your laughter
as my world is transformed
by one of your glances and a say…
into magnetic aspects which make different
our forms in sounds
from bells of stars…

I got tired of my spirit to be incompetent
as a tormenting neurotic process
in between lies and truths.
I don’t want anymore to become a prisoner
of a charm so much mysterious
that is evaporated in a few minutes…
I don’t want anymore to live moments
near in the hysteria
and the world to unfold around me
as one ungrateful conspiracy.
I will not wait for a invisible future anymore
neither will succumb in the imminent deaths
as another absolute form of roaming.
I want now the journey in
the enchanting depth of your pictures.
I want now to undermine the directness
of ridiculous heart-breaking aspects
of this exiled life
that exists only as a ghost.
I want now the wind to blow
in the sails of the people
and impenetrable surfaces to cross.
Suppressing the order of things
leading them to the ataxia,
chasing away the sordid masks
of alienation and decay…

Come to free our souls
break the chains which have us
prisoners in stakes of morality,
stripped naked towards liberating lights,
under the leaves of the Autumn
before the thunderstorms catch us …

I see you beyond the borders
in worlds without cries of despair,
touching the clouds of the night,
raising tightly in our hands in the harmonies,
embraced to resist
in the maelstroms will come…

*Translated by Dimitris Troaditis. Edited by Angela Costi.
**The Greek original is here: https://tokoskino.wordpress.com/2011/02/10/%CF%84%CE%BF-%CF%86%CF%89%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%8D/

Κωστής Τριανταφύλλου, Ονειροδρόμιο – Άυλο βιβλίο στο διαδίκτυο*

POP_KostisTriantafyllou_L1004189

Εκεί κάπου εν μέσω των ταραγμένων ‘70s (το 1977, συγκεκριμένα) είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη ένα βιβλίο με σχέδια του Κωστή (Τριανταφύλλου), το Ονειροδρόμιο. Πολύ γρήγορα το βιβλίο μετατράπηκε σε μια ακόμη) βίβλο του Underground και αναπόφευκτα κάποια στιγμή εξαντλήθηκε και εξαφανίστηκε από τα ράφια. Τα προσγειωμένα 80s και τα κυνικά 90s δεν άφηναν και πολλά περιθώρια για τέτοιες απογειωμένες και ακραίες ψυχογραφικές σπουδές. Σήμερα το βιβλίο πλέει ελεύθερο στο διαδίκτυο και ο καθένας μπορεί να το κατεβάσει (χωρίς αντίτιμο) από τον τόπο http://www.costis.org/books

Όμως αξίζει κανείς τις συνθήκες της εποχής, ειδικά τώρα που τα 70s έχουν ξανά την τιμητική τους. Το περιοδικό Πάλι έχει σταματήσει να κυκλοφορεί. Ο Νάνος Βαλαωρίτης βρίσκεται στο Σαν Φρανσίσκο, ο Πάνος Κουτρουμπούσης στο Λονδίνο, ο Δημήτρης Πουλικάκος παίζει ροκ με τον Εξαδάχτυλο και ζευγαρώνει τους πειραματισμούς του Frank Zappa με τη δημοτική παράδοση. Ποτέ δεν θα καταγραφεί επακριβώς στο βινύλιο. Ο Λεωνίδας Χρηστάκης καίει τα ζωγραφικά του έργα στη γκαλερί και κόβει τον ομφάλιο λώρο με τη δημιουργία. Το περιοδικό Σήμα μοιάζει να συνεχίζει το πνεύμα ενώ, κυρίως, ο Χρηστάκης θα συγκεντρώσει γύρω από τα -πολλά διαφορετικά- έντυπά του (Κούρος, Panderma, Ιδεοδρόμιο) τους πιο ανήσυχους δημιουργούς του περιθωρίου και όχι μόνον.

«Αυτά τα καλλιγραφικά πραγματοποιημένα –ή σχεδιασμένα πρόσωπα δεν κοιτάνε, περιμένουν», γράφει για τη δουλειά του Κωστή Τριανταφύλλου ο Pierre Restany. «Είναι βουβά σαν την επιθυμία. Είναι η ενέργεια αυτού που τα κοιτάζει που τους ξαναδίνει ζωή, μια ζωή που δεν υπάρχει ολοκληρωτικά παρά μέσα στο βλέμμα του άλλου.» Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο Κωστής Τριανταφύλλου θα αναπτύξει μια πολυδιάστατη δράση σε μια σειρά από καλλιτεχνικές περιοχές, από τους σχεδιαστικούς πειραματισμούς ως την ποίηση, την αρθογραφία, την έκδοση περιοδικών, τη διοργάνωση εκδηλώσεων. Ιδρυτής και εκδότης του πολύ επιδραστικού περιοδικού Λωτός (στην πρώτη του φάση), στη συνέχεια θα εμπλακεί στις εκδοτικές δραστηριότητες του Λεωνίδα Χρηστάκη και την, ολοένα και καθαρότερα, υποστήριξη ενός εναλλακτικού δρόμου, του underground. Magnum opus αυτής της τρελής εποχής για τον Κωστή Τριανταφύλλου θα είναι η έκδοση Ονειροδρόμιο (σχεδιασμένο την περίοδο 1970-4). O καλλιτέχνης συνήθως δίνει δευτερεύουσα βαρύτητα στις εκθέσεις σε σχέση με τη μηχανική αναπαραγωγή που τον φέρνει σε επαφή με ένα διαφορετικό κοινό, παρόλα αυτά παρουσιάζει τα σχέδια του βιβλίου στο Πολυπλάνο του Νίκου Παπαδάκι. Τα σχέδια και η ζωγραφική του Τριανταφύλλου αυτής της εποχής αναμιγνύουν σε ένα απίστευτο συνονθύλευμα στοιχεία από την πιο ακραία σεξουαλική ελευθεριότητα, κοινωνική κριτική, επιρροές από το It, το Oz, το Zing, το Αctuel, το Zap, και άλλα underground έντυπα αλλά και τα χαρακτικά του Georg Grosz ή τα έργα του Rauschenberg. Φυσικά επίμονο στοιχείο που διαπερνάει όλη τη δουλειά του (αλλά και τα κολλάζ που θα κάνει αργότερα στη δεκαετία του ’80) ένα χιούμορ σαρκαστικό και αναρχικό, ένας χλευασμός για την εξουσία και τις συμβάσεις κάθε είδους, την οικογένεια, την αστική ζωή, την πολιτική και στρατιωτική εξουσία, την αμερικάνικη επιρροή στη ζωή της χώρας.
Θανάσης Μουτσόπουλος

* Βιβλιοκριτική στο περιοδικό Artime #04/2006

**Το “Ονειροδρόμιο” μπορείτε να το κατεβάσετε και από εδώ: http://www.scribd.com/doc/257943463/%CE%9F%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BF-pdf

André Breton (1896-1966), Always for the First Time

54133

Always for the first time
Hardly do I know you by sight
You return at some hour of the night to a house at an angle to my window
A wholly imaginary house
It is there that from one second to the next
In the inviolate darkness
I anticipate once more the fascinating rift occurring
The one and only rift
In the facade and in my heart
The closer I come to you
In reality
The more the key sings at the door of the unknown room
Where you appear alone before me
At first you coalesce entirely with the brightness
The elusive angle of a curtain
It’s a field of jasmine I gazed upon at dawn on a road in the vicinity of Grasse
With the diagonal slant of its girls picking
Behind them the dark falling wing of the plants stripped bare
Before them a T-square of dazzling light
The curtain invisibly raised
In a frenzy all the flowers swarm back in
It is you at grips with that too long hour never dim enough until sleep
You as though you could be
The same except that I shall perhaps never meet you
You pretend not to know I am watching you
Marvelously I am no longer sure you know
Your idleness brings tears to my eyes
A swarm of interpretations surrounds each of your gestures
It’s a honeydew hunt
There are rocking chairs on a deck there are branches that may well scratch you in the forest
There are in a shop window in the rue Notre-Dame-de-Lorette
Two lovely crossed legs caught in long stockings
Flaring out in the center of a great white clover
There is a silken ladder rolled out over the ivy
There is
By my leaning over the precipice
Of your presence and your absence in hopeless fusion
My finding the secret
Of loving you
Always for the first time

André Breton has been called the founder of Surrealism. There are various definitions of Surrealism, as you’ll find if you Google, saying much the same thing in slightly different ways. These two between them seem to cover it most comprehensively:

A movement in art and literature that flourished in the early twentieth century. Surrealism aimed at expressing imaginative dreams and visions free from conscious rational control.

A 20th-century avant-garde movement in art and literature which sought to release the creative potential of the unconscious mind, for example by the irrational juxtaposition of images.

Breton’s own Surrealist Manifesto of 1924 calls it:

Psychic automatism in its pure state, by which one proposes to express — verbally, by means of the written word, or in any other manner — the actual functioning of thought. Dictated by the thought, in the absence of any control exercised by reason, exempt from any aesthetic or moral concern.

It grew out of symbolism and dada, and was influenced by Freudian psychology. A number of other French poets of that era also identified as Surrealists. (The most famous exponent was, of course, the Spanish painter, Salvador Dali.) 

I find some contemporary Surrealist writings a bit too weird, the dreaminess more like nightmare, so I’ve not been interested in trying it. But the early Surrealists were less extreme. This piece is delicate and lovely, and coherent enough to carry me along unresistingly, while still being more imaginative than rational. I might try it some time after all! Indeed, following the rise of ‘confessional’ poetry and our awareness of the subconscious, I suspect many of us are doing something like it from time to time, without the label.

As usual, the link on the poet’s name, above, leads you to the Wikipedia article. If you’d like something a little more detailed and literary, the Poetry Foundation article might fit the bill.

There is also an Amazon author page, really four pages, including not only poetry but fiction and critical / philosophical essays.

*Taken from Poets United blog at http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2015/03/the-living-dead.html

Νεκρόδειπνος (Tάκης Σινόπουλος)

greek-translation's avatarΠΟΙΗΜΑΤΑ

Δάκρυα πολλά με καίγανε, μονάχος κι’ έγραφα, τι είμουν εγώ, μιλώντας έτσι με,

χρόνια και χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρόσωπα, κι’ απ’ τα παράθυρα έμπαινε

δόξα, χρυσό σκοτεινιασμένο φως, τριγύρω μπάγκοι και τραπέζια και

παράθυρα, καθρέφτες ως τον κάτου κόσμο. Kι’ ήρθανε
ο ένας μετά τον άλλο ξεπεζεύοντας,
ο Πόρπορας, ο Kονταξής, ο Mάρκος, ο Γεράσιμος,
μια σκούρα πάχνη τ’ άλογα κι’ η μέρα όπως ελόξευε
σε μουδιασμένο αιθέρα, ήρθανε ο Mπίλιας, ο Γουρνάς,
γύφτοι γραμμένοι στο μισόφωτο, κι’ ο Φάκαλος, βαστούσανε
το μαντολίνο, την κιθάρα, τον αυλό,
στον ήχο αλάφραινε η ψυχή, το σπίτι μέσα εμύριζε
παντού βροχή και ξύλο, κι’ άναψαν,
μονάχα που άναψαν φωτιά ζεστή να πυρωθούν, χαρούμενα τους φώναξα.

View original post 609 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, το βινύλιο της ύπαρξής μας

1

το βινύλιο της ύπαρξής μας
είναι σαν ένα στρείδι
στη βαθιά θάλασσα
πράσινο σαν
τον εύφορο κήπο μας
σκούρο μπλε
σαν το πανωφόρι μας
το Φθινόπωρο
αλλά γκρίζο
σχεδόν μαύρο
σαν την καπνοδόχο
στην ψυχή μας

*Το πρωτότυπο ποίημα στα αγγλικά βρίσκεται εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2014/08/19/dimitris-troaditis-vinyl-of-our-existence/ Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.