στον Βασίλη Ρούβαλη
Πέταξαν τις στάχτες σου στη θάλασσα;
Ή σάπισες κι εσύ μ’όλους τους άλλους
Θα συνάντησες πολλούς σ εκείνο το μακρινό σου ταξίδι
που δε είχαν καν ακούσει το όνομά σου.
Θα συνάντησες κι άλλους που έπιναν νερό στ’όνομά σου.
Τι κι αν δεν πήρες Νομπελ.
Πήρες όμως αγάπη από τους ανθρώπους
Και που δεν μεταφράστηκες
Κι από ποιόν δεν διαβάστηκες.
Και σίγουρα θα κουραζόσουν από τις ατέρμονες αναλύσεις τους
τις ενδελεχείς αποτιμήσεις της Τέχνης σου
τις ευρηματικές διδακτορικές διατριβές όλων των ”ειδημόνων”.
Αποσυναρμολογούν και συναρμολογούν τους στίχους σου
οι κάθε λογής καβαφιστές και καβαφολόγοι.
Σε βάλαν χειρουργείο κανονικά καημένε μου Καβάφη.
Χωρίς περίσκεψη
Χωρίς αιδώ.
Χωρίς καν να έχουν νιώσει το άρωμα που η ποίησή σου
αποπνέει.
Mε την κρυφή ελπίδα να ξεψυχήσεις στα δικά τους χέρια την
ώρα της εγχείρισης
(για να χουν έπειτα να καυχιούνται πως γνώριζαν μόνοι αυτοί
καλά τον ένδοξο νεκρό)
Και τώρα βρέθηκε και κάποιος να πει δημόσια πως δεν άξιζες.
Επιστρατεύοντας πλήθος επιχειρημάτων
Για να καταρρίψει τον μύθο
Για να αποδείξει περίτρανα πως ”ποικίλη δράσι των
στοχαστικών προσαρμογών”
είναι τελικά μια ουτοπία.
Πως όλα σχετικά με σένα ήταν πολύ κακό για το τίποτα.
Ξέρω πως αν τον είχες απέναντί σου,
θα τον κοιτούσες βαθιά μέσα στα μάτια.
Θα του έκλεινες έπειτα πονηρά το μάτι
χτυπώντας τον ελαφρά στον ώμο
και με γενναιόδωρη διάθεση θα του ψιθύριζες:
”Eίναι κι αυτή μια στάσις .Νιώθεται”.
Και θα το εννοούσες.
*Από τη συλλογή “Ποιήματα, εκδ. Ενδυμίων.
Yearly Archives: 2015
Αλέξανδρος Μηλιορίδης, πύλες
τρέχει
φοβισμένος,
στοές τραγικές,
περνά από πύλες
και ξαναπερνά,
διαδρομές
στολισμένες, με ληγμένες
ερωτικές προσευχές
και το φως κορεσμένο,
το χρόνο
λαμπυρίζει
και οι σκιές, μπλεγμένες
με κισσούς ματωμένους:
μαύροι μονομάχοι,
να τρυπήσουν
να θέλουν,
το σκουριασμένο
οβελίσκο της ζωής του·
και οι ψίθυροι,
από παντού να τον κυνηγούν,
τις αναμνήσεις κουβαλούν:
με ηλιοκαμένα
ηδονικά βογγητά
να θέλουν να τον τορπιλίσουν·
*Από τη διαδικτυακή συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, 2013.
Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα
Ο ΣΥΡΙΓΜΟΣ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ
Μόνο κάτι ψελλίσματα
κάτι προσχώσεις
κάτι άνδηρα.
Μα πάνω απ’ όλα η σιωπή τους
καθόλου ομιλούσα
στο μυαλό τίποτα
πάρεξ ο συριγμός του φιδιού.
***
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΟΧΘΗΣ
Εγώ η μποτίλια στο πέλαγος
ο κόμπος στο λαιμό
η σπασμένη φτερούγα.
Εγώ ο σπασμός
το πεταμένο κόκαλο
και η απόγνωση πάλι.
Εγώ ο βυθός
το ρημαγμένο σύνθημα και το καμένο χαρτί
η συνεχής διάβρωση
το φάντασμα της απέναντι όχθης
ψηλαφίζοντας στο σκοτάδι
στον ύπνο
το πρόσωπο της ψυχής σου
για να βεβαιωθώ πως υπάρχεις.
Νίκος Σφαμένος, Τέσσερα ποιήματα
Κάτι όμορφες νύχτες
περπατάς νύχτα στους έρημους δρόμους
στο μυαλό σου στριφογυρίζουν κάτι
παράξενες λέξεις
θυμάσαι τις απορρίψεις και χαμογελάς
χλευάζεις τη ποίηση της εποχής
τραγουδάς στη σιωπή
τα αστέρια γέρνουν στον ώμο σου
απλώνεις τα χέρια σου για να εκτοξευθείς
τρέμεις για ουρανό
γελάς δυνατά
επιστρέφεις στη κάμαρα σου
σκόρπια τα βιβλία
στο πάτωμα ποιήματα που ποτέ
δε διαβάστηκαν
κατεβάζεις μια γουλιά κόκκινο κρασί ενώ
στη τηλεόραση τα ταλέντα σχηματίζουν ουρές
χα χα
κάποιες νύχτες είναι τόσο όμορφες
***
Αυγουστιάτικο τραγούδι
το αηδόνι τραγουδά μονάχο του στις σκεπές
στη μέση τούτης της καλοκαιριάτικης
νύχτας
ανοίγω τα παραθύρια
ξαφνικά γίνομαι δυνατός
όπως πάντα ήθελα
***
Για έναν αναγνώστη
όχι
δεν είμαι σπουδαίος
είμαι εκείνος που θα ξενυχτήσει
κι αυτό το βράδυ
-με αγωνία ίδια με τη δικιά σου-
εκείνος που θα κοιτά απ’ τις κουρτίνες
όχι φίλε
εγώ καίγομαι εδώ
ακροβατώ σε λεηλατημένες πολιτείες
θα συναντηθούμε ίσως
στα άδεια μας μπουκάλια
στα βρώμικα παγκάκια
στις θολές λέξεις
κράτα τα καλά σου λόγια γι αλλού
γιατί εγώ καίγομαι
-και οι πόρτες της άνοιξης δε θ’ανοίξουν ποτέ-
***
Επιτυχία
μη ξεκινήσεις να γράφεις εάν δε βυθιστείς
εάν δε πεθάνεις χιλιάδες φορές
εάν δεν έχεις τίποτα να πεις για ό,τι βλέπεις
-τότε μη γράψεις-
ν’ αποφεύγεις τις ποιητικές βραδιές
κλείσου σε μια κάμαρα και δώστου να καταλάβει
να θυμάσαι πως το μεγαλύτερο μέρος της
σύγχρονης ποίησης δεν είναι για ανάγνωση
ν’ αδιαφορείς για τους επαίνους
και ένας μοναχικός τύπος να ξετρυπώσει κάποτε
τα ποιήματα σου και να βρει το κουράγιο
να κρατηθεί μια κρύα νύχτα
όπως και συ έκανες μ αυτά κάποτε
μόνο αυτό να σου αρκεί
-θα σημαίνει πως πέτυχες φιλαράκο-
*Ο Νίκος Σφαμένος γεννήθηκε το 1982 στη Μυτιλήνη όπου και ζει. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εξέδωσε εκτός εμπορίου τις συλλογές Ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι (2007), Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών (2007), Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως (2008), Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις (2008), Ανθισμένες νύχτες (2010), Περιμένοντας χελιδόνια το Δεκέμβρη (e-book/Λογοτεχνικά Σημειώματα, 2011) και Στα νερά του τρόμου επιπλέει η αγάπη (2013).
**Η αρχική δημοσίευση των ποιημάτων αυτών έγινε εδώ: http://mogolospolemistisvalkaniosagrotis.blogspot.com/2009/01/blog-post_21.html
Fiona Scotney reviews Angela Gardner’s The Told World
The Told World
by Angela Gardner
Shearsman, 2014
Angela Gardner’s The Told World is a collection that made me feel homesick for Brisbane. Gardner is a Brisbane poet, and while some of the lines in this book specifically reference the city, it is not actually a Brisbane book of poetry. Many of the poems are pastoral, but not grounded in a specific landscape, generally the ‘here’ could be anywhere. And yet, they provide a landscape of familiarity, a space for noticing and reflection, and sometimes, a longing for where you are from. Like in the collection’s second poem, ‘Metamorphoses.’
1
Street after street held back in unanimity
drowned in brick and tile containment
flat suburbs of white bread television stupor
droning and drowsing out to the rivermouth.
That paradoxical question from philosophy:
How to live?
Above, the sky is radiant with risk
turning shadows, luminous glances, break
throughs in motion, charge and discharge.
This poem traverses the general to the specific, from ‘white bread’ suburbia to ‘Mount Coot-tha staked with television masts’, an iconic Brisbane landmark and a sight familiar to me from living in western and southern Brisbane suburbs. The poem has an observational quality, ‘The morning air held, like breath, expectant / not even a distant lawnmower’ and there is an interchange in the narrative mode between first and second-person, shifting our perspective from the ‘I’ ‘On the driveway of my own house / looking forward rather than back’ to the ‘you’ who will ‘come to cliffs / with equipment laid out: ropes, harness, / other tackle and instruction / shouted from the rim.’ Gardner’s metaphorical language provides pleasurable little shocks: ‘radiant with risk’, ‘luminous glances’ and ‘cognate cloudburst’.
Continue reading
Δημήτρης Κανελλόπουλος, Τρία ποιήματα
ΚΛΙΝΗ ΣΠΟΡΟΥ, ΚΑΛΗ
Ήταν καλό το χωράφι
στρωμένο σαν κρεβάτι,
ίσιο.
Το χώμα μαύρο άχνιζε ευωδία,
τίμιος ιδρώτας πότιζε τα σωθικά του
κι εύρισκε ο σπόρος να ριζώσει
κλίνη καλή.
ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ 1963
Την κοίταζα,
ήθελα να κάνει μια κίνηση,
ν’ απλώσει το γέρικο χέρι της
να με χαϊδέψει…
Ύστερα κάτι να με φιλέψει …
Ποτέ δεν έκανε μια τέτοια κίνηση
φύλαγε γι’ άλλους την αγάπη της.
Εκείνη ήταν η τρανή.
Εγώ, ήμουνα του αντάρτη.
ΔΕΝ ΤΟΝ ΒΛΕΠΩ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Είμαστε μές στη σάλα
και κοιτάμε τον καθρέφτη.
Σώμα δεν έχει,
μόνο η ανάσα του,
πάνω στο τζάμι σβήνει…
*Από τη συλλογή “Κλίνη Σπόρου, Καλή”, εκδόσεις Οροπέδιο, 2009, σελ. 9, 15 και 43 αντίστοιχα.
Pat Parker, Μεγαλοδύναμος
Είδα το Θεό σήμερα.
Φορούσε πουκάμισο Βαν Χάουζεν
με κοστούμι Αφών Μπρουκς
παπούτσια Στέισι Άνταμς & καπέλο Στέτσον. (1)
Είδα το Θεό σήμερα.
Οδηγούσε λευκή Λίνκολν
με κόκκινη ταπετσαρία
υδραυλικό τιμόνι, ζώνες ασφαλείας
& ένα ξεβαμμένο αυτοκόλλητο του Γκολντγουότερ. (2)
Είδα το Θεό σήμερα.
Σταμάτησε στο ψιλικατζίδικο
αγόρασε το περιοδικό Τάιμς
του γυάλισαν τα παπούτσια
έδωσε στον μικρό μια δεκάρα.
Είδα το Θεό σήμερα.
Διάβασε για το Βιετνάμ
πήγε την οικογένεια να δει τη Μαίρη Πόπινς
αγόρασε 3 ποπκόρν, 2 χυμούς σταφύλι
& έναν μοσχολέμονο.
Είδα το Θεό σήμερα.
Έπαιξε μια παρτίδα γκολφ
είπε στη λέσχη ένα ανέκδοτο με νέγρους
έδωσε στην καμαριέρα του μια μέρα ρεπό –
για να παντρευτεί.
1. Γιάπικο ντύσιμο με καουμπόικο καπέλο.
2. Barry Morris Goldwater (1909-1998): Ρεπουμπλικάνος πολιτικός, υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ το 1964, γνωστός και ως “κος Συντηρητικός”.
*Το ποίημα προέρχεται από μικρό φυλλάδιο με ποιήματα της μαύρης φεμινίστριας, λεσβίας και αγωνίστριας για τα δικαιώματα των μαύρων των ΗΠΑ, Pat Parker (1944-1989) που κυκλοφόρησε από κοινού το ποιητικό περιοδικό ‘Τεφλόν” και η Μιγάδα – ομάδα γυναικών ενάντια στις νέες πειθαρχήσεις.
Alejandra Pizarnik, Τα έργα και οι νύχτες
Δημήτρης Τρωαδίτης, Σιωπή
Μια ρωγμή μέσα στη νύχτα
σιωπή και ξανά σιωπή
όλα παραμένουν σιωπηλά
ο πόνος
ο στεναγμός
τα χρώματα
η γιάλινη κεφαλή της αγάπης
και ο εαυτός μου
μια ρωγμή στον εαυτό μου
και τότε σιωπή
*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης. Το αγγλικό πρωτότυπο βρίσκεται εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/category/my-poetry-in-english/page/2/
Valli Poole, Ο Κήπος
Ώρα που σουρουπώνει
τι είναι στον οισοφάγο; -πιασμένο-
ένας σιωπηρός ψίθυρος,
κρατούμενος στο έπακρο
καστανόχρωμα φύλλα σε παύση,
μια σύγκρουση για τα φτερά
ζωγραφίζει νιφάδες με έρπη ζωστήρα
σε περιβάλλον χλωροφύλλης.
Σκουριασμένα
Αγαλμάτινα
Λουλούδια
σπρώχνουν δυνατά προς τα κάτω
σε μισο-σχηματισμένες σκιές
ένα λεηλατημένο φεγγάρι
απόκρυφο
θάμνος λοξευμένος
τελειώνει με φτέρες
ταχύτατα κινούμενα σχέδια.
*Από τη συλλογή “Αιώνες” (2012). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης. Η εικόνα της ανάρτησης είναι της ποιήτριας. Η Valli Poole είναι Αυστραλή ποιήτρια που ζει στη Μελβούρνη.
Dusky time
what’s in the craw? -caught-
a tacit whisper,
held in extremis
maroon leaves pause,
a clash of wings over
paint flaked shingles
in chlorophyll surrounds.
Rusted
Statue
Flowers
jostle downward
in half-formed shadows
a plundering moon
concealed.
spinifex splayed
ends with brackens
whisked animations.
-vp 2012 ( Aeons)








