Federico Garcia Lorca, Ψυχή απούσα

Χαρακτικό Α. Τάσσος

Χαρακτικό Α. Τάσσος

Δε σε γνωρίζει ο ταύρος, ούτε η συκιά
Ούτε τ΄ άλογα, ούτε τα μυρμήγκια του σπιτιού σου.
Δε σε γνωρίζει το παιδί, ούτε το βράδυ,
Γιατί έχεις πεθάνει για πάντα.

Δε σε γνωρίζει η ράχη της πέτρας,
Ούτε το μαύρο τλάζι όπου λιώνεις.
Δε σε γνωρίζει η βουβή ανάμνησή σου
Γιατί έχεις πεθάνει γιά πάντα.

Το φθινόπωρο θα ΄ρθει με βούκινα,
Σταφύλι ομίχλης και συστάδα βουνών,
Μα κανείς δεν θα θελήσει να κοιτάξει τα μάτια σου
Γιατί έχεις πεθάνει για πάντα.

Γιατί έχεις πεθάνει για πάντα
Σαν όλους τους νεκρούς της Γης,
Σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται
Σ’ ένα σωρό από σκυλιά σβυσμένα.

Δε σε γνωρίζει κανείς. Όχι.
Μα εγώ σε τραγουδώ.
Γι’ αυτούς που θά ‘ρθουν τραγουδώ την κατατομή σου και τη χάρη σου
Την ξακουστή ωριμότητα του στοχασμού σου,
Την όρεξη για θάνατο, τη γεύση απ΄ το στόμα του,
Τη θλίψη πού ‘χε η γενναια χαρά σου.

Θ’ αργήσει πολύ καιρό να γεννηθεί, αν γεννηθεί
Ένας Ανδαλουσιάνος τόσο γνήσιος, τόσο πλούσιος σε περιπέτεια.
Την αρχοντιά του τραγουδπώ με λόγια που στενάζουν
Και θυμάμαι μια θλιμμένη πνοή μέσα στα λιόδεντρα.

*Μετάφραση: Μόσχος Λαγκουβάρδος.

Wallace Steves, Τελευταίος μονόλογος τού εσωτερικού εραστή

BAKXES_2014

Φως — το πρώτο φως το βραδινό,
που ξαποσταίνουμε· και συλλογιόμαστε, με λίγο δίκιο,
πως είν’ ο κόσμος ο ιδεατός το πιο μεγάλο αγαθό.

Να, λοιπόν, το πιο δυνατό το ραντεβού.
Και, με τη σκέψη αυτή, φωλιάζουμε,
απ’ τις αδιαφορίες μακριά, σ’ ένα πράγμα μόνο:

Σ’ ένα μόνο πράγμα, σ’ ένα σάλι απλό,
τυλιγμένο γύρω μας, σφιχτά· δεν είμαστε φτωχοί; Μια τρυφερότητα,
ένα φως, μια δύναμη — θαυματουργή επιβολή.

Τώρ’ εδώ ο ένας τον άλλο λησμονάμε και λησμονιόμαστε.
Και αμυδρά συμμεριζόμαστε ένα σχέδιο, μια ολότητα,
μια γνώση, που έκλεισε για μας το ραντεβού.

Σ’ αυτή την πλευρά τής μεθορίου της, στο νου.
Μονολογούμε πως ένα πράγμα είναι ο θεός κι η φαντασία…
Πόσο ψηλά κι απόμακρα φωτίζει το σκοτάδι το πιο μακρινό κερί.

Δίπλα στο φως αυτό, στην κεντρική ψυχή,
βρίσκουμε απάγκειο στον βραδινό αέρα,
όπου να είμαστε μαζί μάς είναι αρκετό…

*Απόδοση: Γιώργος Χουλιάρας.

Ειρήνη Παραδεισανού, Ποιήματα

Φωτό: Μαρία Τσιράκου

Φωτό: Μαρία Τσιράκου

Μικρή Ινδιάνα
Ο άνεμος σε κράτησε βαθιά βαθιά στην εικόνα του παιδιού
κι εσύ με βία πάλευες να αποσχιστείς
από την όψη του
πες μου εσύ
μικρή μου ινδιάνα
εσύ που έπλεξες τα ξανθά σου χέρια στην πληγή μου
τόσο βαθιά
που δεν ένιωθα πια τίποτα στο βάθος
άναρχη μου εσύ φειδωλή σε κραυγές Ινδιάνα
με είχες τότε φιλήσει στο κέντρο του μετώπου
είχες συριστικά ακουμπήσει επάνω μου
τη δίψα σου
κι έρχεσαι τώρα
μονάχα στο πέπλο της νύχτας
σχίζεις στα δυο τη φωνή της σκέψης που σαλεύει στα κάλπικα λόγια μου
με καρφώνεις ξανά και ξανά με ασθματικά τραγούδια
τη γραμμή τη γραμμή ποιος θα σπάσει
την ευθεία που γράφει νυχτέρια στο χωμάτινο δείχτη
μικρή μου Ινδιάνα
μια κραυγή ο φθόγγος της γης κι εμείς κουρταλούμε παράφωνα.

***

Άτιτλο Ι

Ο άγνωστος φόβος
αυτό το φίδι που σέρνεται στην όψη σου
και τη σμιλεύει.
Οι ουρανοί ανοίξαν κείνο το απόγευμα. Έβρεξε για δέκα λεπτά με βία.
Τρέχαν ποτάμια οι δρόμοι. Τα μάτια του παιδιού είχαν ένα χρώμα
ανεξιχνίαστο. Στεκόταν στη βροχή πετρωμένο με τα χέρια κλαδάκια
σπασμένα στα πλευρά του. Στα μαλλιά του αναδεύονταν τα πουλιά. Και
κράταγε στα μάτια του σίδερο. Πνιγμένο κλάμα η φωνή του.

***

Άτιτλο ΙΙ
Ποιήματα σκάρτα σαλεύαν στα μάτια μου
απλώναν κλαδιά και με πνίγαν
κι εγώ χωμάτινο σκαρί στα δόντια άπλωνα
κοίταζα με τα φίδια της όψης μου όλους τους γύρω
ελάτε κοντά μου ανθρωπάκια να φτύσετε
αγγίξτε με πάλι με την φτηνή ρητορική σας
ουρλιάξτε στ’ αφτιά μου το άγονο δάκρυ σας
σας έχω ένα νέο
κανείς δε νοιάζεται αν ζείτε αν πεθάνατε
μικρά μου αθώα πεινασμένα για χάδια ανθρωπάκια
απλώστε τις αθώες σας μουσουδίτσες να τις φιλήσω
αχχχχχχχχχ
μην γελάτε
και
προπάντων
μην κολακεύεστε
είμαι κι εγώ σαν όλους τους άλλους ψεύτες που σας πλησίασαν
μονάχα που μιλώ
σα λύκος
κι εσείς
δεν ξέρετε καθόλου από παραμύθια
ειδικά απ’ αυτά που ο λύκος γίνεται πρόβατο στο τέλος σαρκοφάγο.
Ή μήπως ξέρετε;
Συγχωρήστε μου την έπαρση.
Είμαι κι εγώ ένας από σας.
Κι αν σας μιλώ με παραμύθια πεθαμένα
είναι που
θα ‘θελα τόσο ν’ ανασταίνονταν τα κοιμισμένα δέντρα
να φύτευαν ξανά καρπούς στη γη μας
και τα νεκρά παιδιά
να μου άπλωναν το χέρι
να πέταγαν τα διαμάντια του γέλιου τους στα κουρασμένα αφτιά του Θεού
που αποκοιμήθηκε μακάριος
να ‘βλεπα τα γιγάντια χέρια του να σύναζαν τα σύννεφα πάνω από την όψη μου
και να ‘βρεχε ανήλεα στα θλιμμένα στάχυα των χεριών μου
να τ’ άπλωνα μετά για να στεγνώσουν στο χωράφι του ήλιου
ωωωωωωωω
πόσο καιρό μαστίγωνα τα λόγια αυτά να μη βγουν από το βλάσφημο στόμα μου
μα
τα μηλίγγια μου με εκδικούνται σήμερα
Και
εξαπέλυσαν ριπές
το φλύαρο στόμφο τους.

*Η Ειρήνη Παραδεισανού έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Ρητορική ένδεια (εκδόσεις Vakxikon.gr 2013). Zει κι εργάζεται στο Ηράκλειο της Κρήτης.

Georg Trakl, Εκ βαθέων

Trakl+Portrait

Είναι ένας αγρός θερισμένος, που πάνω του πέφτει μια μαύρη
βροχή.
Είναι ένα σκούρο δέντρο, που στέκει ερημικό.
Είναι ένας άνεμος που σφυρίζει γύρω από άδειες καλύβες.
Πόσο θλιμμένο το βράδυ αυτό!

Στο κτήμα μπροστά
η ήρεμη ορφανή μαζεύει ακόμη αραιά στάχυα.
Στρογγυλά και χρυσά τα μάτια της πλανιούνται στο λυκόφως
κι η αγκαλιά της προσμένει τον ουράνιο μνηστήρα.

Στον γυρισμό
βρήκαν οι βοσκοί σαπισμένο
το γλυκό σώμα στην βάτο.

Είμαι ένας ίσκιος μακριά από σκοτεινά χωριά.
Τη σιωπή του Θεού
την ήπια από την πηγή του δάσους.

Στο μέτωπό μου κρύο μέταλλο κυλά.
Αράχνες ψάχνουν για την καρδιά μου.
Είναι ένα φως που σβήνει στο στόμα μου.

Τη νύχτα βρέθηκα σε μια πεδιάδα,
παγιδευμένος απ’ τα συντρίμμια και τη σκόνη των άστρων.
Στις αγριοφουντουκιές
κρυστάλλινοι άγγελοι ήχησαν πάλι.

*Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Από το http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com.au/2008/10/gedichte-1913.html

Lucifugo, a diavolo in corpo, Μέρες Γιορτής

e26f4-25ce25be25ce25b725cf258125ce25b125cf258325ce25af25ce25b1

Ένας αλλοπαρμένος

Αιώνια ετοιμόγεννος κόσμος

Με γυροφέρνει και τον γυροφέρνω

Όσο κι αν προσπαθώ

Με γυμνές φλόγες να τον κάψω

Με μαρμαρώνει ανικανοποίητο

Στις πηγές του να πίνω και να μην ξεδιψώ
Να συνεχίζω περίτρανα
να τον πολεμώ
Και να μετατρέπομαι σε φύλακα δικό του

Ένας αλλοπαρμένος

Αιώνια ετοιμόγεννος κόσμος

Με γυροφέρνει και τον γυροφέρνω

Έχω μάθει από παιδί να τον αναγνωρίζω
Με το σώμα μου που ερημώνει

Μέσα στις φιλοτεχνημένες οάσεις του

Στα ηδονισμένα πρόσωπα που ξεφτίζουν
Μόλις πας τρεκλίζοντας να τ’ ακουμπήσεις

Ένας αλλοπαρμένος

Αιώνια ετοιμόγεννος κόσμος

Με γυροφέρνει και τον γυροφέρνω

Θα με αναγνωρίσετε φίλοι μου και οχτροί μου;
Φωτογραφίζουμε μαγεμένοι τα ηλιοβασιλέματα στη μαύρη αγκαλιά του
Φτιάχνουμε με προσοχή υπέροχα ψηφιδωτά
στη δικιά του κινούμενη άμμο
Φιλιόμαστε παθιασμένα στα χρυσαφένια δειλινά που σκεπάζουν

Τις επιθανάτιες κραυγές και τους κουφούς πόνους
Και γινόμαστε εδώ και τώρα

Τα δικά του σκόρπια αγάλματα που απ’ το ξημέρωμα ψάχνουν και ψάχνουν
Με λαξευμένη τη θλίψη και το χαμόγελό τους

Χώρο και χρόνο για να στοιβάζονται τα σμπαράλια τους

Για να ανατέλλει και να γεννάται αιώνια

Ο αλλοπαρμένος μας κόσμος

Ελευθεριακός, Γραφόμενα Και Λεχθέντα

473px-Bakunin

Ας ενθουσιαστούμε με τα καμώματα του κόσμου
στροβιλιζόμενος λειτουργώντας
ζαλίζει τη ματαιοδοξία μας.

Μην αρχίσετε πάλι
μόνο τελειώσετε τις σιωπηλές σας μανίες
με καθαρό νερό λουσμένοι
στα σύρματα πιασμένοι χειροπόδαρα
και αποτελειώσετε τις σιωπηλές σας αποχές.

Γραφόμενα και λεχθέντα
στους κάδους πεταμένα.

Όσα φαίνονται μεταλλικά λόγια
πέταξα στην καπιταλιστική ανακύκλωση
με ελπίδες να επιτρέψουν σε μένα διαφορετικά
μα ξαναγύρισαν
απορρίμματα του αιώνα που έφυγε
σκουπίδια του αιώνα που έρχεται.

Όσο κι αν ξεσκονίζω έναν Μαρξ προσεκτικά
πάντα κάποιος Μπακούνιν θα συγυρίζει το μυαλό μου.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Ελευθεριακού στο http://skotadikaifws.blogspot.com.au/2015/12/blog-post.html

header2

О́сип Мандельшта́м (Οσίπ Μαντελστάμ), Ποιήματα

o

Τίποτα δε ‘ναι πιο γλυκό
Από το πρόσωπό σου,
Κατάλευκο και ξέξασπρο
Το χέρι σου είναι,
Κι εσύ από τον κόσμο
φεύγεις μακριά
Κι ύπαρξή σου ολάκερη
Γέννημα  μοίρας είναι.

Της μοίρας
Είν’ η θλίψη σου
Και τα ζεστά σου χέρια,
Η ήρεμη φωνή
Των θαρραλέων λόγων σου,
Και των ματιών σου
Το μακρινό το βάθος

***

Η Αμερικάνα

Αμερικάνα, είκοσι χρονών,
Στην Αίγυπτο να φτάσει θέλει,
Του «Τιτανικού» το πάθημα λησμόνησε,
Οτι ο ύπνος στο βυθό πιο σκοτεινός κι από τάφο είναι.

Σειρήνες της Αμερικής ηχούν
Κόκκινων ουρανοξυστών, σάλπιγγες αντιλαλούν.
Σύννεφα ψυχρά σκεπάζουν
Τα καπνισμένα χείλη σου.

Σα λεύκα λυγερή τ’ ωκεανού η κόρη
Στο Λούβρο στέκεται –
Πετώντας από την Ακρόπολη ένας σκίουρος
Ερχεται το κατάλευκο μάρμαρο να κομματιάσει

Τον «Φάουστ» στο βαγόνι ξεφυλλίζει
Μα δεν καταλαβαίνει τι διαβάζει
Η θλίψη την ψυχή της πλημμυρίζει
Που ο εραστής της το θρόνο του θρηνεί.

***

Δίπλα στη φλόγα του κεριού
Γλυκά αναλογιέσαι
Την πρωτόγνωρη αυτή ελευθερία.

– Μαζί μου να ‘σαι από την αρχή,

Η πίστη μέσ’ τη νυχτιά θρηνούσε.

– Το στέμμα μου στεφάνι
Στο κεφάλι σου θα βάλω
Και με αγάπη η λεφτεριά
Θα σου υποταχθεί
Σα να ‘σουν νόμος.

Ο νόμος με εδίκασε
Ελεύθερος να είμαι
Τούτο το στέμμα τ’ αλαφρύ
Ποτέ μου να μην βγάλω

Στο διάστημα χαμένοι
Σε θάνατο δικασμένοι
Την πίστη και την όμορφη αιωνιότητα
Για πάντα θα πενθούμε.

***

Να μην μιλήσεις σε κανένα
Για όλα αυτά που είδες,
Για το πουλί, για τη γριά
Τη φυλακή ή ό,τι άλλο

Μόλις, σα ξημερώσει,
Τα χείλη θα σφραγίσεις
Η πρωινή δροσιά σα ρίγος
Απ’ το κορμί σου θα διαβεί

Θα θυμηθεί στην εξοχή τη σφήκα
Την κασετίνα σου την παιδική
Ή μεσ’ το δάσος το μυρτίλι
Που δεν το μάζεψες ποτέ

***

Τυφλίδα

Χάθηκα μεσ’ τον ουρανό…
Δεν ξέρω τι να κάνω;
Εκείνος που γνωρίζει
Απάντηση ας δώσει.
Πιο εύκολο όμως θα ‘ταν
Του Δάντη τους εννιά
Δίσκους αθλητικούς να σημάνει.

Στον ύπνο μου βλέπω τη ζωή
Μην με χωρίζετε απ’ αυτήν.
Ο θάνατος μαζί με χάδια πάει
Στα μάτια, στις κόρες και στ’ αυτιά
Η θλίψη της Φλωρεντίας θα χτυπάει.

Στο ουίσκι μην μου βάζετε
Δάφνη ηδύποτη να πιω –
Μόλις ο ήχος γαλανός σημάνει
Κάλλιο να ξεριζώσετε την καρδιά μου.

Και σαν πεθάνω, έχοντας
Τους ζωντανούς υπηρετήσει
Ας ακουστεί ψηλά, πλατιά, στον ουρανό,
Φίλε συνοδοιπόρε,
Στο στήθος μου το κάλεσμα του.

***

Ω, πώς θα ήθελα –
Δίχως κανείς να καταλάβει –
Ν’ ακολουθήσω την αχτίδα
Να πάω εκεί όπου δεν είμαι.

Εσύ να ακτινοβολείς –
Η ευτυχία μου θα ‘ναι
Στ’ άστρα να δείχνεις
Φως τι θα πει.

Σε ποθώ
Να ψιθυρίσω θέλω
Στην αχτίδα
Εσένα θέλω, σε ποθώ.

Εκείνος είναι μόνο αχτίδα
Εκείνος είναι μόνο φως
Να ψιθυρίζει ξέρει μόνο
και να ζεσταίνει με αυτό.

*Από το http://www.poema.gr
**Η πρώτη φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από εδώ: http://waxtablets.blogspot.com.au/2015/04/blog-post_5.html

a-a-a-4-osip-mandelstam-poems

Arthur Rimbaud, Ποιήματα από τις “Φωτοχυσίες”

cover

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Είδα αρκετά. Η οπτασία αντάμωσε με όλους τους ανέμους.
Είχα αρκετά. Βοές των πόλεων, το βράδυ και στον ήλιο, για πάντα.
Γνώρισα αρκετά. Τα σταματήματα της ζωής. – Ω Βοές και Οπτασίες.
Αναχώρηση μέσα στην τρυφερότητα και στον καινούργιο θόρυβο.

***

ΑΓΡΥΠΝΙΕΣ

Ι

Eίναι η ανάπαυση η φωτισμένη, ούτε πυρετός ούτε αδυναμία, πάνω στο κρεβάτι ή πάνω στο χωράφι.
Είναι ο φίλος ούτε φλογερός ούτε αδύναμος. Ο φίλος.
Είναι η αγαπημένη ούτε ενοχλητική ούτε ενοχλημένη. Η αγαπημένη.
Ο αέρας και ο κόσμος που καθόλου δεν τον ψάξαμε. Η ζωή.
– Ήταν λοιπόν αυτό;
– Και το όνειρο φρεσκάρισε.

***

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Οι άμαξες ασημένιες και χάλκινες –
Οι πλώρες ατσαλένιες κι ασημένιες –
Δέρνουν τον αφρό –
Ανασηκώνουν τα κούτσουρα απ’ τα βάτα.
Οι δρομείς του χερσότοπου,
Και τα απέραντα χνάρια της άμπωτης,
Τρέχουν κυκλικά προς τη δύση,
Προς τους στύλους του δάσους, –
Προς τις βάσεις του κυματοθραύστη,
Που η γωνιά του έχει χτυπηθεί από τους στροβίλους του φωτός.

*Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης.

Στρατής Παρέλης, Πλοιάριο…

995802_182635855423759_4921218709077042855_n

Πέλμα του ουρανού πάνω στην νυχτωμένη θάλασσα,
Κι ένα ιστιοφόρο που αγαπά να πλέει μες το φως
Της ελπίδας-
Σκαρφαλώνει τις μυστικές κλίμακες της σιωπής
Σκίζει η πλώρη του τις χαρτονένιες όψεις των κυμάτων-
Φτάνει στα σύνορα της χαοτικής θεωρίας
Καμία ποίηση δεν το φιλοξενεί
Πλέει και πλέει, μαραμένο σαν ένα λουλούδι που έμεινε απότιστο
Στον κήπο του ζοφερού πουθενά..

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγο του ποιητή στη διεύθυνση http://stratisparelis.blogspot.com.au/2015/12/blog-post_28.html

Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο ποίημα

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ's avatarΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

kantin

Φτάνω ως το τέλος μονορούφι το ποίημα
Σχεδόν ξεχνώ την τελεία
Κι άλλοτε πάλι δεν την ξεχνώ
Και καθώς παίρνω τον ανήφορο σταματώ για ν’ αναπνεύσω
Σταματώ για να διεισδύσω στην Αγαπημένη
Δέντρα πανάρχαια κι έρημα κιόσκια
Καντίνες στο δρόμο για τη Ρώμη
Φορτηγά με δαμάσκηνα και ρουλεμάν
Όχι χάπι εντ
Αλλά καφές ελληνικός σε πλαστικό ποτήρι
Φρέσκο βαμβάκι στα μουστάκια του θεού
Κορφούλες δυόσμου
Μπούτια
Ασβεστωμένος νους υγρός
Το φαλλικό Μετέωρο αφίσα στο αρχαίο καφενείο
Λίπος και κόκκαλα βραστά στο δρόμο για το ποίημα
Και σταματώ στη Θεοτόκο ατενίζοντας το Γράμμο
Τη στύση μου που τη γαβγίζουν τα σκυλιά
Αυτό το χούι ν’ απολαμβάνω το κάτουρό μου τ’ αχνιστό
στα μονοπάτια δίπλα που διαβαίνουν
χαιρέκακοι αστοί με τα μπιστόλια τους
κοπέλες που λοξοδρομούν στα ερεβικά θαμνάκια για να χέσουν
αγριογούρουνα όλο μύγες
μύγες που πιάνουν το σφυγμό μέσα στις φλέβες
αραχνοΰφαντο έναστρο
αποκαΐδι κεραυνού
ο λυρισμός
το ποίημα μου…

View original post 8 more words