Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Παραμυθία και απάντηση

2010010913_003

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου κάποιοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη ζωή μέσα από μια επίπλαστη, πέρα για πέρα ψεύτικη εικόνα, αυτή που τους προσφέρεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και την καταπίνουν αμάσητη, επειδή η πραγματικότητα που ζουν δεν μπορεί να τους προσφέρει κάποια διαφορετική διέξοδο, μια κάποια χαραμάδα προς την κατανόηση του κόσμου, τον αυτοσεβασμό τους.

Οι άνθρωποι έχουν χάσει τον πραγματικό χρόνο, τον ουσιαστικό χρόνο που ωριμάζουν τα πράγματα, έχουν χάσει την αναγκαία βραδύτητα – απαραίτητη για τη σκέψη, για την αίσθηση και την απόλαυση της ζωής. Θεωρούν υπέρτατη αξία το χρήμα, μαθαίνοντας να εκτιμούν μόνον ό, τι αγοράζεται και πουλιέται. Οπότε ακόμα και η εκπλήρωση βασικών αναγκών τους, όπως το φαγητό, ο έρωτας, η ανάγνωση, έχουν καταντήσει «προϊόντα» προς εκμετάλλευση.
Ζούμε σε έναν κόσμο διαδικτυακού παιχνιδότοπου, που τρέφει την ψευδαίσθηση της «ανοιχτής, πανανθρώπινης ελευθερίας», του «δημόσιου διαλόγου», αγνοώντας ότι ο πολύχρωμος αυτός κόσμος της διαδραστικής εικόνας είναι απλώς προέκταση του φυσικού μας κόσμου. Αγνοώντας ότι στο βαθμό που ο φυσικός κόσμος έχει καταντήσει μια στυγνή και βάρβαρη αγορά, που υποτάσσει κάθε δίκαιο και ηθική στους νόμους του άγριου χρηματιστικού κέρδους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και στον διαδικτυακό. Πέρα από την όποια αδιαμφισβήτητη χρησιμότητα του διαδικτύου, ως εργαλείου, ζούμε σε ένα απέραντο ψηφιακό εργοστάσιο, όπου οι πάντες, είτε μας αρέσει είτε όχι, διαθέτουμε ακατάπαυστα τις υπηρεσίες μας, το χρόνο μας, τη ζωή μας.

Οι άνθρωποι πορεύονται, πλέον, διδασκόμενοι να μην ελπίζουν κάτι καλύτερο από το προσωπικό, εθισμένοι στο να αντικρίζουν τον κόσμο με τα τρύπια μάτια της Μπάρμπι, μαθαίνοντας ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι το εύκολο, γρήγορο κέρδος, χάνοντας το βιβλίο και το διάβασμα ως εργαλείο ζωής.

Ωστόσο, βιβλίο εστί παραμυθία και απάντηση. Με το βιβλίο γαληνεύουν ο νους και η ψυχή, για να μπορέσουν να ξανακοιταχτούν στο μαγικό τους καθρέφτη και να πλάσουν το όραμα της επόμενης μέρας. Βιβλίο και διάβασμα οδήγησαν το ανθρώπινο γένος στην εξέλιξη, μέσα από την ευγένεια κάθε συναισθήματος. Με το βιβλίο και το διάβασμα θα αντιμετωπιστούν, εκ νέου, οι παραλογισμοί των δύσμοιρων καιρών μας. Με όπλα διαχρονικά πνευματικά, με στρατούς εννοιών, με ήθος και αξιοπρέπεια θα αντιμετωπιστούν οι ξύλινοι έως ανόητοι λόγοι, οι γυρολόγοι πωλητές των ανθρώπινων αναγκών. Η αναδημιουργία ενός καλύτερου, δικαιότερου κόσμου, ξεκινά από εδώ, από τις σκέψεις που αναδύονται μέσα από τις γραμμές των βιβλίων και των κειμένων.

Ας γίνουν οι τόποι του βιβλίου τόποι απόδρασης, η σκέψη τόπος προορισμού, οι χάρτινες σελίδες ριπές θαλασσινής αύρας χειμώνα – καλοκαίρι και οι γειτονιές των καταφρονεμένων γειτονιές των βιβλιοφάγων: οι καταφρονεμένοι θα πάψουν να είναι οι αμελητέοι του συστήματος και θα γίνουν οι σκεπτόμενοι κριτές του.

Ας διαβάζουμε στους δρόμους. Σε πεζούλες, σε παγκάκια, σε πάρκα. Εκεί που το κείμενο αναπνέει μακριά από τα θερμοκήπια της πλήξης. Εκεί που οι λέξεις μπλέκουν με τις μορφές, η ποίηση των στίχων με τον πεζό των πεζοδρομίων, εκεί που οι εικόνες μπλέκουν με τις εικόνες. Ας διαβάζουμε στο μετρό, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία, αφήνοντας τον συνειρμό να τρέχει γρηγορότερα από το συρμό.

Ας κάνουμε τα πάντα στη ζωή μας έχοντας δίπλα μας ένα βιβλίο. Ας τρώμε παρέα με ένα βιβλίο, ας πίνουμε κρατώντας ένα βιβλίο, ας κοιμόμαστε συντροφιά με ένα βιβλίο. Οι σελίδες του αναζητούν χώρο στα πιο πυκνοκατοικημένα ράφια της ψυχής μας. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, ας χαρίσουμε ένα βιβλίο, ας ανταλλάξουμε ένα βιβλίο, ας στείλουμε ένα βιβλίο, ας δώσουμε ένα βιβλίο στον άλλον. Είναι η μόνη απάντηση στους διαταραγμένους καιρούς μας, όπου η ψυχή ψάχνει κάπου να πιαστεί, όπου τα μάτια αναζητούν την ελπίδα, όπου ο νους αγωνιά να γοητευτεί για να πράξει.

Ήρθε η ώρα να ξαναμυηθούμε στη σοφία των αιώνων, με το βιβλίο. Ας γίνει, λοιπόν, η ανάγκη γνώση και επίγνωση. Οι βιβλιοθήκες, οι τόποι βιβλιοσυναντήσεων είναι ανοιχτά και μας περιμένουν. Ας πράξουμε μια επανάσταση. Ας αντισταθούμε στην απομόνωση και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Ας σηκωθούμε από τον καναπέ της τηλεόρασης κι ας πάμε σε μια συνάντηση συγγραφέων. Για μας γράφουν, ακόμη κι όταν είναι κλεισμένοι στο σύμπαν τους. Το δικαιούμαστε, καθώς τα βιβλία είναι ανοιχτά σε όλους ανεξαιρέτως, είναι πιο ελεύθερα και δημοκρατικά ακόμη κι από αυτούς που τα γράφουν.

Και ναι, είναι η φυγή από την πραγματικότητα μέσα στην πραγματικότητα, είναι το νυχτερινό ραντεβού, η ανάπαυλα την ώρα της ξεκούρασης, η απογευματινή σιέστα με παγωμένο κοκτέιλ κάτω από τον ήλιο ή με παγωτό σοκολάτα.
Οι λέξεις, οι σκέψεις, μας ανοίγονται απλόχερα. Είναι εκεί για μας. Ο αναγνώστης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ο πολίτης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ας γίνει, λοιπόν, ο πολίτης αναγνώστης και ο αναγνώστης πολίτης. Τότε, το συλλογικό νόημα της επίγνωσης θα’ ναι τόσο εκκωφαντικό που κανείς δεν θα μπορεί να το αγνοήσει.
Τότε η επανάσταση της ανάγκης θα έχει γίνει πράξη.

Μίλτος Σαχτούρης, Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών

untitled63

Στὴν Ἑλένη Θ. Κωνσταντινίδη

Εἶναι τὰ λυπημένα Χριστούγεννα 1987

εἶναι τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987

ναί, τὰ χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!

σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…

Ἄ! ναὶ εἶναι πάρα πολλά.

Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ὁ Διονύσιος Σολωμὸς

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ὁ Νίκος Ἐγγονόπουλος

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ὁ Μπουζιάνης

πόσα ὁ Σκλάβος

πόσα ὁ Καρυωτάκης

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα

πέρασε ὁ Σκαλκώτας

πόσα

πόσα

Δυστυχισμένα Χριστούγεννα τῶν Ποιητῶν.

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Τραγούδι του Δεκέμβρη

12391453_10208013288949196_602126942654870511_n

Δεκέμβρης

Κι επιστρέφει ο ουρανός

Με την κορνίζα μόνο

Ενός καθρέφτη

Απογυμνωμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Μ’ ένα φέρετρο να επιπλέει
Στην απεραντοσύνη του
Καταρρακωμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μιαν εφτάχορδη λύρα
Και μ’ όλο το ασήμι του
Αλλαγμένος
Δεκέμβρης
Κι επιστρέφει ο ουρανός
Με μια φάτνη
Και μ’ ένα δέντρο χριστουγεννιάτικο
Στολισμένος

*Από τη συλλογή “Τα δώρα των μάγων” (1999)

Kiki Dimoula//Κική Δημουλά

vequinox's avatarManolis

kiki-dimoula

REPORT

Draw two columns
one for the day’s gains
and one for its losses.

The serious concepts
your bright thoughts and readings
your from one side to the other
unsparing passages
mark on the column of the gains.

The daydreams
with their little chasms
the easy jumps of your imagination
for all these tricks against your boredom
I don’t know, do not rush
perhaps tomorrow’s column of the gains you may need.

But all this day that has passed
don’t fool yourselves and don’t forget
under the column of the great losses
to write.

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
Δυο στήλες χαρακώστε
για τις ζημιές της μέρας τούτης
και τα κέρδη της.

Τα σοβαρά νοήματα
τις φωτεινές σας σκέψεις, τα διαβάσματα
τ’ από τη μια γραμμή στην άλλη
άτεγκτα περάσματα
στη στήλη των κερδών να σημειώσετε.

Τα ονειροπολήματα
με τα μικρά τους χάσματα
της φαντασίας σας τα εύκολα πηδήματα
για όλα αυτά της πλήξης…

View original post 42 more words

Lionel Fogarty, Mad Souls / Τρελές ψυχές

Ο Lionel Fogarty με τις ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει έως τώρα

Ο Lionel Fogarty με τις ποιητικές συλλογές που έχει εκδώσει έως τώρα

I am a moody Murri
my temper as black as me.
I am a moody Murri
drink and smoke.
Sail me away to Africa.
Yes, I’m a moody Murri
I live to swear
and shit anywhere.
I am the moody Murri
don’t like Aussies
don’t like Asians.
You’d love to meet me.
I’ll tell you
go live where you come from.
I am the Murri black
here forever.
Sometimes can’t stand my own people
some sell off
some sell out.
I am the blackfella you need
in governments.
If I am asked about, pay the rent
I’ll give it a go mate.
I am the moody blue Murri.
Please don’t take offence
your own negative reply.
I am not mad
but glad.
Roots grown out
mingling with shining desire
free our dreams.
Yet you people miss what I am
and
I am the moody Murri
my temper as black as me.

Τρελές ψυχές

Είμαι ένας μπουρινιασμένος Murri*
η οργή μου μαύρη όπως εγώ.
Είμαι ένας μπουρινιασμένος Murri
πίνω και καπνίζω,
στείλε με μακριά στην Αφρική.
Ναι, είμαι ένας μπουρινιασμένος Murri
ζω για να βλαστημώ
και να χέζω όπου βρω.
Είμαι ο μπουρινιασμένος Murri
δεν γουστάρω τους Αυστραλούς
δεν γουστάρω τους Ασιάτες.
Θα σ’ άρεσε να με συναντήσεις.
Θα σου ‘λεγα
γύρνα από κει που ‘ρθες.
Είμαι ο Murri μαύρος για πάντα εδώ.
Μερικές φορές δεν αντέχω ούτε τους δικούς μου
κάποιοι ξεπουλιούνται κάποιοι σε πουλάνε.
Είμαι ο μαύρος που χρειάζεσαι
στην κυβέρνηση.
Αν με ρωτήσουν σχετικά, πλήρωσε το νοίκι
και είμαι μέσα φίλε.
Είμαι ο μπουρινιασμένος μπλε Murri.
Κάνε μου τη χάρη, δεν προσβάλλεσαι
από την αρνητική σου απάντηση.
Δεν είμαι τρελός αλλά χαρούμενος.
Ρίζες ξεπετάγονται
Αναμιγνύονται με λαμπερές επιθυμίες
Ελευθερώνουν τα όνειρά μας
Κι όμως εσείς δεν καταλαβαίνετε ποιος είμαι
και
Είμαι ο μπουρινιασμένος Murri
Η οργή μου μαύρη όπως εγώ.

*Murri: αυτόχθονες που ζουν κυρίως στην περιοχή του Queensland.

**Μετάφραση: Jazra Khaleed

00P5170042-short31

Εκεί που τα φίδια δεν αλλάζουν δέρμα – Η ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας

Αborigines-7

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Shon Arieh-Lerer, Jazra Khaleed. Μετάφραση: Δανάη Σιώζιου, Jazra Khaleed.

Αν και οι Αβορίγινες ζουν στην Αυστραλία εδώ και 40.000 χρόνια, σήμερα αποτελούν μια μικρή μειονότητα, λιγότερο από το 2% του συνολικού πληθυσμού. Δεν ήταν πάντα έτσι. Όταν ο Captain Cook πάτησε το πόδι του στην Αυστραλία το 1788, ανακήρυξε το νησί terra nullius, χώρα έρημη και ακατοίκητη, αν και από την πρώτη στιγμή ήρθε σε επαφή με τους αυτόχθονες. Οι αποικιοκράτες κατάλαβαν από νωρίς ότι ο τρόπος ζωής των φυλών που ζούσαν στην Αυστραλία ήταν τελείως διαφορετικός από αυτόν των Ευρωπαίων. Επιπλέον, ήταν φανερό ότι δεν μπορούσαν να τους διώξουν από τη γη τους χαρίζοντάς τους καθρεφτάκια και χάντρες. Κάτι τέτοιο θα γινόταν μόνο με τη βία. Η συστηματική γενοκτονία των αυτοχθόνων από τους αποικιοκράτες διήρκησε περισσότερο από εκατό χρόνια, έως τις αρχές του εικοστού αιώνα. Χιλιάδες Αβορίγινες απομακρύνθηκαν από τις εστίες τους, βασανίστηκαν, βιάστηκαν και οδηγήθηκαν στη σκλαβιά -περισσότερο από το 75% του πληθυσμού εξολοθρεύτηκε. Οι άποικοι κατέλαβαν τη γη τους και απαγόρεψαν τις τελετές και τις διαλέκτους που μιλούσαν.

Ακόμα και μετά το 1901, όταν η αποικία της Αυστραλίας ανακηρύχτηκε κυρίαρχο και αυτόνομο κράτος, οι διωγμοί δεν σταμάτησαν. Οι αυτόχθονες ήταν αναγκασμένοι να ζουν σε συνθήκες apartheid. Χιλιάδες παιδιά απομακρύνθηκαν από τους δικούς τους και είτε δόθηκαν σε λευκές οικογένειες είτε κλείστηκαν σε ιδρύματα που έμοιαζαν περισσότερο με στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ακόμα και όταν το 1948 τους δόθηκε η ιθαγένεια, πολλοί Αβορίγινες δεν είχαν το δικαίωμα να ψηφίσουν μέχρι τη δεκαετία του ’60. Μάλιστα, μέχρι το 1967, το Σύνταγμα της Αυστραλίας διευκρίνιζε ότι «οι αυτόχθονες Αβορίγινες δεν πρέπει να υπολογίζονται» ως κομμάτι του πληθυσμού της Αυστραλίας.

Αυτή η αδυσώπητη επίθεση στη ζωή και τον πολιτισμό των αυτοχθόνων δεν έμεινε αναπάντητη. Από την πρώτη στιγμή, οι φυλές που κατοικούσαν στην Αυστραλία απέδειξαν ότι ήταν «περήφανοι πολεμιστές», όπως γράφει η Bobbi Sykes (1945-) στο ποίημα «Ρέκβιεμ», που έχουμε μεταφράσει. Οι αγώνες των Αβορίγινων ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση κορυφώθηκαν στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Με το βλέμμα στραμμένο στην ανταρσία των μαύρων στην Αμερική και στα απελευθερωτικά κινήματα στην Αφρική, οι αυτόχθονες της Αυστραλίας εξεγέρθηκαν ενάντια στη λευκή εξουσία. Βασική απαίτησή τους ήταν, και παραμένει, το δικαίωμα στη γη των προγόνων τους.

Μέσα από αυτές τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες ξεπήδησαν οι ποιητικές φωνές που παρουσιάζουμε. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι παρόλο που η ποίηση και το τραγούδι των αυτοχθόνων της Αυστραλίας έχουν παράδοση αιώνων, αποσιωπήθηκαν και καταπιέστηκαν συστηματικά από τους αποικιοκράτες. Όλοι οι ποιητές και όλες οι ποιήτριες που φιλοξενούνται σ’ αυτό το τεύχος του Τεφλόν υπήρξαν θύματα ρατσιστικών επιθέσεων, διωγμών και καταπίεσης, ειδικά στα νεανικά τους χρόνια. Η Bobbi Sykes συνελήφθη σε διαμαρτυρία. Ο Kevin Gilbert και ο Mudrooroo φυλακίστηκαν για εγκληματικές ενέργειες -ο Gilbert για φόνο. Τραγικότερος όλων ο Robert Walker (1958-1984), ο οποίος ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τους φρουρούς της φυλακής.

Το μικρό αυτό αφιέρωμα στην ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας ξεκινάει με δύο ποιήματα από τη συλλογή We Are Going (1964) της Oodgeroo Noonuccal (1920-1993), την πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσε ποτέ Αβορίγινας ποιητής ή ποιήτρια. Η Noonuccal -επιφανής ποιήτρια, συγγραφέας και ακτιβίστρια- χρησιμοποιεί συνειδητά τον στίχο ως μέσο προπαγάνδας με σκοπό να διατρανώσει την περηφάνια για την καταγωγή της, να περιγράφει τα δεινά της φυλής της και να απαιτήσει ισότητα και ισονομία. Όπως φαίνεται και στο ποίημα «Η δυστυχισμένη φυλή», η Noonuccal στρέφεται ενάντια στον τρόπο ζωής των λευκών, την εκμετάλλευση της εργασίας και την ιεραρχική δομή εξουσίας.

Την ακολουθούν ποιητές όπως ο Jack Davis (1917-2000) και ο Kevin Gilbert (1933-1993). Ο πρώτος, ιδιαίτερα δραστήριος πολιτικά, δίνει συχνά στα ποιήματά του μία παγκόσμια διάσταση εκφράζοντας τις σκέψεις του για γεγονότα που συμβαίνουν εκτός Αυστραλίας και πέρα από την καθημερινότητα των Αβορίγινων. Ο δεύτερος υιοθετεί έναν πιο καυστικό, ορμητικό τρόπο γραφής και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ιδιωματισμούς των αυτοχθόνων. Στο ποίημα «Δέντρο», που θα διαβάσετε παρακάτω, καταπιάνεται με ένα θέμα που συναντάμε συχνά στην ποίηση των Αβορίγινων: τους πανάρχαιους δεσμούς τους με τη γη και τη φύση.

Η πλειοψηφία της κριτικής στην Αυστραλία αντιμετώπισε από την αρχή την ποίηση των Αβορίγινων με καχυποψία και αρκετές φορές με εχθρότητα. Όπως οι άποικοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν ή θεώρησαν εχθρικό προς αυτούς τον τρόπο ζωής των Αβορίγινων, έτσι και οι λευκοί διανοούμενοι, είτε συνειδητά ως απολογητές της εξουσίας είτε λόγω της αδυναμίας τους να δουν πέρα από τον ποιητικό «κανόνα», αρνούνται να αναγνωρίσουν τη δύναμη και την αμεσότητα του ποιητικού έργου των αυτοχθόνων. Η ποίησή τους ενοχλεί, καθώς αποτελεί όχι μόνο υπενθύμιση των κτηνωδιών του παρελθόντος και του ρατσισμού του παρόντος αλλά και απειλή για την εξουσία και τη νομιμοποίησή της.

Παρά τις όποιες τεχνικές αδυναμίες τους, πολλά από τα ποιήματα των Αβορίγινων αψηφούν και ταρακουνούν τους ποιητικούς κανόνες. Δεν είναι λίγοι οι ποιητές και οι ποιήτριες που πειραματίζονται με την επαναληπτικότητα, τον ελεύθερο στίχο, τον ρυθμό και τις διακυμάνσεις στον βηματισμό. Ταυτόχρονα, όμως, το έργο τους συγκλονίζεται από, πολλές φορές οδυνηρά, αδιέξοδα και αντιφάσεις, καθώς συχνά βρίσκονται εγκλωβισμένοι/ες μεταξύ της προφορικής παράδοσης της φυλής τους, η οποία έχει ιστορία χιλιάδων ετών, και μιας γλώσσας ξένης προς αυτούς/ές, η οποία όχι μόνο τους επιβλήθηκε μέσω μιας ελλιπούς εκπαίδευσης αλλά και κουβαλάει μέσα της επώδυνες αναμνήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιοι/ες από τους Αβορίγινες ποιητές και ποιήτριες υιοθετούν συχνά, ίσως και λόγω έλλειψης αυτοπεποίθησης, απλοϊκές και συμβατικές φόρμες της ευρωπαϊκής ποιητικής παράδοσης (όπως ο Jack Davis στο ποίημα «Οι Αβορίγινες των πόλεων»).

Οι δεσμοί της ποίησης των Αβορίγινων με τη Δύση διαρρηγνύονται με την εμφάνιση των Mudrooroo (1938-) και Lionel Fogarty (1958-). Αυτοί οι δύο ξεκινούν τη δεκαετία του ’80 ένα σημειωτικό αντάρτικο ενάντια στην αγγλική γλώσσα φέρνοντας στο προσκήνιο την προφορική παράδοση των αυτοχθόνων. Και οι δύο συχνά χρησιμοποιούν στοιχεία των διαλέκτων που μιλούν οι φυλές τους, λέξεις και φράσεις που κάνουν δύσκολη την κατανόηση των ποιημάτων τους από τους μη Αβορίγινες. Ο πρώτος, ο οποίος το 1988 άλλαξε το όνομά του από Colin Johnson σε Mudrooroo, χρησιμοποιεί σε ποιήματα όπως το «Δίνουν στον Jacky δικαιώματα» στοιχεία από τον παραδοσιακό «κύκλο» τραγουδιών των Αβορίγινων. Αλλού μπλέκει τα Αγγλικά με λέξεις της διαλέκτου των Nyungar (ΝΔ Αυστραλία) και επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο μιλιέται η διάλεκτος αυτή (Neo-Nyungar). Ο Fogarty, ο οποίος συστήνεται ως ρήτορας και όχι ως συγγραφέας, χειρίζεται την αγγλική γλώσσα όπως «ένας δερβίσης χειρίζεται ένα ραβδί», σύμφωνα με τον Kevin Gilbert. Χρησιμοποιεί τη γλώσσα των αποίκων με σκοπό να ακυρώσει την επιβολή της και να δημιουργήσει μια νέα αντι-γλώσσα ελεύθερη από κανόνες και περιορισμούς, μια έκρηξη αμφισημίας και πολυσημίας.

Επιτρέψτε μας να κλείσουμε αυτή την εισαγωγή με τα λόγια του ίδιου του Lionel Fogarty: «Η ποίησή μου είναι μια παράσταση της λογοτεχνικής προφορικής παράδοσης, ένας τρόπος να χρησιμοποιήσω τα αγγλικά που μιλά η φυλή μου ενάντια στα Αγγλικά. Με τα γραπτά μου θέλω να καθοδηγήσω τις επερχόμενες γενεές των Αβορίγινων μακριά από τον ευρωπαϊκό αποικιοκρατικό τρόπο γραφής (…) Στο έργο μου δεν πιστεύω στον συμβιβασμό σε καμία περίπτωση. Δεν θέλω να είμαι ένας συγγραφέας της συμφιλίωσης ή ένας ρεφορμιστής. Θέλω να χτυπάω στο μυαλό και να ξεπερνάω τα όρια. Δεν έχει σημασία αν χρησιμοποιώ τους σωστούς γραμματικούς κανόνες ή το δικό τους στιλ γραφής, γιατί ο λευκός πάντα θα επικρίνει τα γραπτά. Ο λευκός δεν θα καταλάβει ποτέ πλήρως τι σκέφτεται ένας μαύρος όταν γράφει. Ίσως αυτό αλλάξει στις επερχόμενες γενεές».

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ποιητικό περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-2010, απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Από τα ποιήματα του αφιερώματος αυτού του περιοδικού ‘Τεφλόν”, θα καταβάλουμε προσπάθεια να τα (ανα)δημοσιεύσουμε όλα, αρχίζοντας από το ποίημα του Lionel Fogarty “Τρελές ψυχές” σε μετάφραση Jazra Khaleed.

Νικόλας Άσιμος, Κάλαντα

Καλήν ημέραν άρχοντες κι ανοίχτε τα στραβά σας
η ιστορία που θα πω θα μπει μες τα μυαλά σας
Όταν την έπινε ο Θεός την πίναν και οι αγγέλοι
την πίνανε και οι άνθρωποι και όλα γάλα μέλι
Ήταν παράδεισος η γης ολόγλυκα τραγούδια

ανθρώποι και πουλιά μαζί και τα αγγελούδια

Μα ένα διαολόφιδο αμάν κακό στη φύση
τους πρωτοπλάστους 
γέλασε και έκλεψε το χασίσι

Τότε ξενέρωσε ο Θεός και χαρμανιάσαν όλοι

οι ανθρώποι γίνανε κακοί και οι άγγελοι διαόλοι

Έγινε κόλαση η γης παντού, παντού φωτιές να καίνε

Και τώρα τα τραγούδια μας μόνο, μόνο για πόνο λένε

Καλήν σας μέρα άρχοντες και βάλτε στο μυαλό σας
αυτά
που σας τραγούδησα θε να βγουν σε καλό σας.

Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, Αριάδνη

Κωνσταντίνα-Κορρυβάντη-Μυθογονία

Ας πιούμε
στα μακρόσυρτα απογεύματα του Ντε Κίρικο.
Στους βόλους των παιδιών που μπλέκονται στα πόδια μας
καθώς ξεμακραίνουν λευκά και μαύρα πανιά
νοθεύοντας το απέραντο γαλάζιο.
Στην ουρά της γάτας και στο κουβάρι που διασκεδάζει την πλήξη της.
Στο ειδύλλιο που δεν εκτυλίσσεται στην πόρτα μου.
Σε κάθε περίπτωση ας πιούμε,
στην σφαιρική αντίληψη των πραγμάτων.
 
*Από την συλλογή “Μυθογονία“, εκδόσεις Μανδραγόρας.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Τὸ σκάκι

images (1)

Ἔλα νὰ παίξουμε…
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη
Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…
Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…
Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα…

*Από τα “Ποιήματα”, εκδ. Νεφέλη.

μπαλάντα του ανατέλλοντος πρωινού, η

φωτογραφία: niwse

φωτογραφία: niwse

ένα πρωί θα ξυπνήσω
και όλοι μου οι εφιάλτες θα με κοιτούν ειρωνικά
θα σηκωθώ απ’ το κρεβάτι
και θα σφουγγαρίσω από το πάτωμα κάθε όνειρο με χλώριο
θα γεμίσω το νεροχύτη με φωσφορούχο νερό
και θα ρίξω μέσα όλες μου τις δεκαετίες
θα ανοίξω τις κουρτίνες για να μπει μέσα η αλήθεια
και θα σκουπίσω προσεχτικά από τα τζάμια την ουτοπία

ένα πρωί θα ξυπνήσω
και θα βράσω γάλα με οινόπνευμα φωτιστικό για να πιω
μετά θα βγω έξω πυρκαγιά καιόμενη
και θα σταθώ με ευλάβεια δίπλα στης πόλης μου τις τράπεζες
ύστερα θα κολυμπήσω στα μπαζωμένα ποτάμια του άστεως
και έτσι βρεγμένη απ’ το τσιμέντο του πολιτισμού
θα βρω ένα πεζοδρόμιο που θα μυρίζει δακρυγόνο
και θα γελάσω με τους θανάτους που δεν πρόλαβαν να έρθουν

ένα πρωί θα ξυπνήσω
και στη θέση των ματιών μου θα ‘χουνε φυτρώσει παπαρούνες
πάνω στο ψυγείο θα βρω σημειώματα πολύχρωμα
απ’ τους νεκρούς του αιγαίου − τα αδέρφια μου −
στης πόρτας το χαλάκι θα ‘χει φυτρώσει ένας τεράστιος λωτός
και γω λυγμώντας ίσως βγω στο δρόμο
ψάχνοντας με αγωνία σε κάδους πράσινους και μπλε
τις μνήμες που τεχνηέντως μου ‘σβησε ο πολιτισμός

ένα πρωί ίσως να μην ξυπνήσω όπως πάντα
ίσως εκείνο το πρωί να ‘χω ξυπνήσει νύχτα
να ‘χω ανάψει όλα τα καντήλια σε κάποιο κοντινό νεκροταφείο
ίσως και να ‘χω κλάψει πάνω στον ώμο της νεκρής ελευθερίας
στο χάραμα μπορεί να έχω φτάσει μέχρι των σκλάβων τη γαλέρα
πάνω στο ξύλο να ‘χω χαράξει στίχους από ωδές ποιητών αστών
ένα πρωί ίσως ο χρόνος σταματήσει να κυνηγάει την ουρά του
και αποφασίσει την οργή λαού να ακολουθήσει προς τα εμπρός

ίσως ξυπνώντας εκείνο το πρωί να καταφέρω
να ‘χω από αγάπη σκοτώσει όλα μου τα όνειρα
ίσως ακόμα ξυπνώντας εκείνο το πρωί να είμαι κομμάτι
αυτού του κόσμου που με τη βία θα αντικρίζει πια την αλλαγή του

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ: http://nullapoenasinelege.wordpress.com

φωτογραφία: niwse