Ξένια Καλαϊτζίδου, Casus belli

6783827443_bef1863383

Μια φίλη μου φορούσε βρεγμένα σπίρτα στα μαλλιά
και έφευγε μόλις ερχόταν η άνοιξη.
Έτρεχε να τη φτάσει προς την αντίθετη κατεύθυνση
γιατί πριν βραδιάσει
αλλάζει η μυρωδιά της
και όλα γύρω φωνάζουν: Εκδίκηση!
Εκδίκηση!
Μέσα στην ανθισμένη νύχτα χόρευε,
έρμαιο της Μάνας Γης,
εκεί που η λύτρωση είναι πάντα
τελετή θανάτου.
Να τη γιουχάρουν οι νεκροί
κι αυτή εκεί
να πατάει την ιστορία
να πατάει να μη θυμάται το άλλο πρωί
τους εξήντα χιλιάδες Πολωνούς
πώς ουρλιάζουν από το χώμα
εκείνο που έβγαλε το βλαστό του Στραβίνσκυ.
Πώς ουρλιάζουν με φωτιές μαυροκόκκινες
και καφέ.
Κοίτα πώς ξαναβγαίνουν στην πλατεία του κόσμου
με καροτσάκια, πατερίτσες και ψηλά τακούνια,
πώς ανάβουν τους φούρνους τους
με τα παλιόχαρτα του Καλαφάτη…
Κι εμείς ακόμα εδώ στεκόμαστε,
μπας και βάλουμε φωτιά στο κεφάλι μας.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2014, σελ. 123.

Θοδωρὴς Βοριᾶς, Δύο ποιήματα

dsc_0304

Μὴ σπαταλήσεις τὰ ὄνειρα

Μὴ σπαταλήσεις ὅλα τὰ ὄνειρά σου
μονάχα σὲ μιὰ νύχτα.
Φύλαξε κάτι γιὰ τὴ νύχτα-φωτιά,
νά ’χεις κι ἐσὺ ν’ ανάψεις
ἕνα δαυλὸ γιὰ τὸ δρόμο.
Φύλαξε κάτι γιὰ μιὰ νύχτα απόγνωσης
-ποὺ ἡ ψυχὴ θὰ λαχταράει-
νά ’χεις νὰ στρώσεις δίπλα σου
κορμὶ καὶ πόθο,
ἱδρώτα ν’ ανταλλάξεις.
Φύλαξε κάτι γιὰ μιὰ νύχτα πόνου,
στίχους νὰ κάνεις τὰ ὄνειρα,
νά ’χεις νὰ σκάβεις μέσα στὴν καρδιά,
νὰ μὴν πνιγεῖς,
πάτο νὰ βρεῖς γιὰ νὰ πατήσεις.
Φύλαξε κάτι γιὰ τὸ τέλος.
Πρῶτα θὰ φύγει ἡ ψυχή,
μετὰ τὸ χούι
κι ὕστερα τ’ ὄνειρο.

***

Ὅπως οἱ ποιητὲς

Οἱ χτύποι τῆς καρδιᾶς σου
-απότομοι ἦχοι νεκρῶν βαγονιῶν-
μέταλλα παροπλισμένης  τμομηχανῆς
ποὺ συστέλλονται,
ποὺ τρομάζουν
απὸ ἐκτροχιασμοὺς ὀνείρων.
Τὰ χέρια σου βιδωμένα
στὰ ἔμβολα τῶν ακίνητων τροχῶν
μὲ τὸ ρολόι, στ’ αριστερό, σταματημένο.
Τὰ πόδια σου μισοφαίνονται·
χορταριασμένες ράγες
-ἄνεμοι παίζουν μὲ τὰ λυμένα σου κορδόνια.
Ἡ σιωπή σου σκοτάδι,
σφιγμένο στομάχι,
κόμπος στὸ λαιμό.
Τὸ πρόσωπό σου ανέκφραστο
φεγγάρι,
μάτι δακρυσμένο.
Διάσπαρτη κόκκινη σκουριὰ
σὲ ζωγραφιὰ
τὸ βλέμμα σου.

*Από τη συλλογή “Χαμένες ψηφίδες”, Θεσσαλονίκη 2012.

Κατερίνα Κούσουλα, Το άροτρο

ScannedImage-69

λύσε τις βέργες από πάνω μου
ιμάντες πέτσινοι βρεγμένοι σφίγγουν
κι απ’ τα μηνίγγια μου το σκότωμα θεριό

για το χωράφι μας κινήσαμε πρωί
όταν η νύχτα αχνοφέγγιζε
και το
φεγγάρι φυλλοροώνχας έρωτα
έβλεπε τα βουνό γαλάζια όνειρα νυκτός
τη μέρα επίμονη τα πρέκια του παράθυρου να βάφει

μύριζε χώμα γιασεμί της άνοιξης κρυφό
το πρώτο κρώξιμο κρυβόταν λάθρα
να μην ξυπνήσει τα στοιχειό του έαρος ακόμη
κι όπως πηγαίναμε μαζί αργό συντροφικό
γύριζα και σε κοίταζα μ’ όλη μου την αγάπη
εσύ κοιτούσες πέρα το ξημέρωμα κι ωστόσο
κάποια φορά στρέφοντας χαμογέλασες

φτάσαμε στο χωράφι μας κι είχε χαράξει πια
τα ζούδια μου ξεγλύστραγαν στον κάματο που αρχίζει
νέοι βλαστοί και έσπερνες σπορά
κι εγώ καμάρωνα κρυφά με το κεφάλι κάτω
τη γη μου πάντα να κοιτώ μην κάπου ξεστρατίσω
κάθε βραγιά χαράζοντας πυκνά του μόχθου αυλάκι
για τον σπορέα να περνά ελεύθερος εδώ

αγκάθι με βουκέντρισες ξάφνου χωρίς να θέλω
τι ήθελα την βούκεντρα να κάνω το σωστό
τι άλλο είναι τ’ άδηλο που τώρα μου ορίζεις
γιατί δε με φοβήθηκες μην ίσως και πληγώ

γύρισα και σε κοίταξα πάλι μ’ εμπιστοσύνη
ξανά βουκέντρισες σκληρά το ένα μου πλευρό
αυτό απ’ όπου γέννησα τον έλεο για το χώμα
αυτό απ’ όπου ακούμπησα τη συντροφιά γλυκιά

να μου θυμίσεις την αρχή που πρέπει να θυμάμαι
την τύχη του υποζύγιου μηντύχει κι αρνηθώ

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2014, σελ. 121-122.

Αργύρης Μαρνέρος, Ησυχία το μυαλό κοιμάται

12190038_165776920440386_3688550419295573767_n

Η εξουσία δεν φοβάται τις μολότοφ
Που πέφτουν μέσα στο δρόμο και
Ούτε που τη νοιάζει αν η πόλη ξυπνήσει
Η εξουσία φοβάται τις μολότοφ που

Πέφτουν μέσα στο κεφάλι γιατί έτσι

Υπάρχει φόβος να ξυπνήσει το μυαλό

Βασίλης Κουστούδας, Αρκετή

Painting by Georg Baselitz

Painting by Georg Baselitz

Ποτέ δεν μου΄φθανε η ζωή
και πάντα περισσότερη ζητούσα
και μέσα της ολάκερος βυθιζόμουν
για να ζήσω
μα τώρα πια που δεν μπορώ
να την αναγνωρίσω
τώρα που χάθηκα
και χάθηκε και αυτή
τώρα που στένεψε και μίκρυνε
απ΄την θλίψη
τώρα που κρύφτηκε πικρά στην προσμονή
τώρα αξόδευτη στο χρόνο μου απομένει
και είναι πια νεκρή και αρκετή.

26/4/2013

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Ποίηση – η καρδιά της τέχνης

beauty

Η ποίηση
ρουφήχτρα αστραπής και κεραυνού
αίμα τρελό στις αρτηρίες
στραπάτσο φύλλο
ή φλέβα νταμαριού.
Η ποίηση κόκκινη φέτα σελήνη
και κρύπτη μυστική
ήχος σε πηγάδι με μπαμπάκι
το μουγκρητό
ο παφλασμός
και το κλάμα 
στις πανάρχαιες κοίτες.

Ποίηση είναι η καρδιά της τέχνης. Είναι οι εκρήξεις της εσωτερικής έντασης πέρα από τις διαστάσεις του ορατού και του αόρατου, από τα όρια του χρόνου, του μύθου και της Ιστορίας, η ολοκληρωτική κατάλυση των φραγμών του υπαρκτού και του επινοημένου.

Αυτό που ονομάζουμε έμπνευση στην ποίηση, είναι η εκδήλωση της ανθρώπινης ελευθερίας. Η διεργασία της είναι σαν τον αέρα. Έρχεται, σε χτυπάει, σε ζεσταίνει, σε δροσίζει ή σε κρυώνει και πάντοτε φεύγει. Φέρνει μέσα της τα σπέρματα του αιφνίδιου. Υπάρχει μια υποδόρια ταραχή και οι ξαφνικές λάμψεις των πρώτων οιωνών που σηματοδοτούν το μυστηριώδες αλφάβητο μιας άγνωστης μετάλλαξης. Οι φλέβες της διογκώνονται, αποκαλύπτονται οι υπόγειες διαδρομές, οι πόροι της γεμίζουν από τους υπόκωφους τριγμούς του επικείμενου.

Περισσότερο υπαινίσσεται ο ποιητικός λόγος και λιγότερο εκφράζει καθαρά, κοφτός, αγωνιώδης κι ελλειπτικός πάντα. Εκτός από εκείνο που λέγεται, συντίθεται και από εκείνο που δε λέγεται κι από εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Με τα κενά, τα διφορούμενα και τα σκοτεινά του σημεία Σημαίνει και Δείχνει.

Η ποιητική εμπειρία δεν είναι άλλο από ρυθμός ενσαρκωμένος με λέξεις, χωρίς καθορισμένα μορφικά μέτρα. Ρυθμός που εισδύει ανεπαίσθητα, γρήγορα ή ακατάληπτα και άλλοτε βίαια στο βάθος των πραγμάτων, στο λόγο που διέπει τις σχέσεις τους. Είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ιδιαιτερότητας του ποιητικού λόγου, το μόνο στοιχείο που μπορεί να αντισταθεί στην τυποποίηση της γλώσσας και στην εκφραστική της αφυδάτωση.

Ιέρεια των μυστηρίων της ύπαρξης η ποίηση, εξανθρωπίζει την ύλη. Με λέξεις οδηγούς και ρήματα κλειδιά, περνάει από περάσματα μυστικά, από λάμψεις πυκνές, φως δυνατό, σκοτάδι άχρονο. Έχοντας τις ρίζες της στο βαθύ και αόρατο πυρήνα της αλήθειας, εισέρχεται σε χώρους πανανθρώπινους, βιώνοντας, έτσι, την ιστορία όλων των ανθρώπων.

Στη σιωπή βρίσκει η ποίηση τον εαυτό της και την έκφρασή της, γνωρίζοντας καλά, πολύ καλά, να μετουσιώνει τη σιωπή σε δημιουργία, σε ανάταση, σε έκπληξη και κατάπληξη, σε ευδαιμονία ή εξαίσια απόγνωση. Όσοι έζησαν τη γοητεία της, εκείνοι που ένιωσαν διαρκή τη νοσταλγία του απόλυτου και καταστράφηκαν προσπαθώντας να αγαπήσουν, μόνον αυτοί μπορούν να καταλάβουν το όνειρό της και το δράμα της.

Η ποίηση αρνείται το φθαρτό υλικό της καθημερινής πραγματικότητας κι εκτοπίζοντας κάθε φορά ένα μέρος από τα ύδατα της λογικής, εκφράζει την αόρατη πραγματική πραγματικότητα που είναι η ευθύτητα της ζωής και του θανάτου, η άφθαρτη επιθυμία του ανθρώπου να υπερβεί την καθημερινή του κατάσταση.

Φύση και θέση η ποίηση είναι αντεξουσιαστική. Η διαδικασία της είναι μια συνεχής εικονοκλαστική πρόοδος, η κατάργηση κι αμφισβήτηση κάθε κανόνα και αρτηριοσκληρωτικής ακαδημίας, μέσω της αναζήτησης νέας φόρμας και αιτίας. Είναι από μόνη της ελευθερία. Ελευθερία επιλογής, ελευθερία κινήσεων, απελευθέρωση των συναισθημάτων, των οραμάτων, των σκέψεων, των ονείρων.

Το αν η ποίηση ξεσηκώνει ακόμη τις συνειδήσεις ή ανάγεται σε πρωτογενές όχημα κάθε επαναστατικής σκέψης, η απάντηση είναι «ναι». Το θέμα είναι να ανακαλύψουμε τα μαγικά συστατικά της και να δούμε τι είναι αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει από τη μονιμότητα, την κανονικότητα και τον ισοπεδωτικό λόγο. Γιατί, ποιος ξέρει, ίσως οι κατά Σαίξπηρ τρελοί, οι ερωτευμένοι και οι ποιητές, να κατακτήσουν κάποια στιγμή τον κόσμο.

Συνήθως οι τεχνοκράτες απωθούν την ποίηση, γιατί είναι εκείνο το κομμάτι της ύπαρξης που δεν ελέγχεται. Δεν την επικαλούνται ή μάλλον καλύτερα έχουν νομιμοποιήσει την τάση όλων όσων ποτέ, και κάτω από όποιες συνθήκες κι αν ζούσαν, δε θα ένιωθαν την ανάγκη της πλατιάς και σύνθετης ικανοποίησης που δίνει η τέχνη. Παρ’ όλα αυτά και μη μπορώντας να βρουν πληρότητα, κάποια στιγμή της ζωής τους θα αισθανθούν την ανάγκη να πλησιάσουν τον κόσμο αναζητώντας τον ξεχασμένο άνθρωπο μέσα τους, που η απουσία του θα σημάνει αδιέξοδο, φτώχεια και υποβάθμιση, αδυναμία του ανάπηρου ανθρώπου μπροστά στο μέγεθος των μονομερών επιτευγμάτων του.

Στο σύγχρονο κόσμο μας μπορεί να διατηρούμε τη γνώση σε σκληρούς δίσκους, αλλά δεν πάψαμε ποτέ να κρατάμε τις μεγάλες και σπουδαίες αλήθειες φυλαγμένες μέσα μας, με τη βοήθεια του μέτρου και του στίχου της ποίησης που ζεσταίνει τις καρδιές μας. Η ποίηση έρχεται κοντά μας ανά πάσα στιγμή. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, χαρίστε ένα ποίημα, ανταλλάξτε ένα ποίημα, στείλτε ένα ποίημα, γράψτε το σε ένα κομμάτι χαρτί και πετάξτε το κάτω από την πόρτα, δώστε ένα ποίημα στον άλλον.

Η ποίηση θα είναι άχρηστη μόνον όταν οι άνθρωποι ολοκληρωθούν, γίνουν τόσο διάφανα πλάσματα από την έκσταση που φέρνει η ολοκλήρωση, που θα καταντάει πια ανούσια, θα πέφτει σαν ξεραμένο φύλλο η όποια προσπάθεια περιγραφής της ζωής μας. Ως τότε, η ποίηση θα περπατάει πλάι μας.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2015/11/blog-post_9.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Εκδόσεις-Περιοδικό Πανοπτικόν – Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιτσίμη, περιοδικό Ένεκεν, τχ. 30, Δεκέμβριος 2013

12107797_10153761778874887_4439856233434672890_n

Η ποιητική συλλογή “Kλέφτικο’ του Γ. Πρεβεδουράκη είναι τελείως διαφορετική και μη συνηθισμένη στη δομή της από τα συνήθη “ποιητικά σχέδια” της εποχής μας. Αυτός είναι και ένας λόγος που την εκδώσατε, η εκκεντρικότητα σε σχέση με το ουσιώδες περιεχόμενο σάς ώθησαν ως αφετηρία έκδοσης;
Το «τελείως διαφορετική» και «μη συνηθισμένη» που αναφέρετε, αν ισχύει, αρκεί από μόνο του για να εκδώσω ένα ποιητικό βιβλίο· αλλά αυτό δεν συνιστά κατ’ ανάγκη «εκκεντρικότητα» (η εκκεντρικότητα πολλές φορές μπορεί να συνοδεύεται από απουσία περιεχομένου, γι’ αυτό και δεν μ’ αρέσει ως όρος). Μπορεί να είναι τόλμη, τάλαντο, καινοτομία. Το «Κλέφτικο» το εξέδωσα γιατί ήταν ένα ποιητικό κείμενο που μου ήρθε από τον άγνωστό μου τότε Γιώργο Πρεβεδουράκη, το οποίο με συγκίνησε βαθύτατα. Θεωρώ ότι είναι από τα σημαντικότερα ποιητικά βιβλία νέων ανθρώπων που έχουν βγει τα τελευταία χρόνια (τουλάχιστον από όσα έτυχε να δω) και περιμένω πολλά από τον άνθρωπο που το έγραψε.

Τι είναι αυτό που εσείς θα αποκαλούσατε “εκδόσιμη ποίηση” στα 2013;
Ό,τι δεν είναι παραλογοτεχνία (που δυστυχώς αφθονεί γύρω μας) θεωρώ ότι είναι καταρχήν εκδόσιμο. (Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι και πολύ καλό). Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι επειδή τις περισσότερες φορές οι ποιητές χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις εκδόσεις των βιβλίων τους (και σε ορισμένους οίκους πανάκριβα) πολλοί εκδότες είναι έτοιμοι να τυπώσουν οτιδήποτε, χωρίς κανένα κριτήριο, αρκεί ο υποψήφιος συγγραφέας να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Έχω δει με τα μάτια μου Θεσσαλονικιό εκδότη να κλείνει οικονομική συμφωνία με νεαρό συγγραφέα δίχως να έχει κοιτάξει καν το δακτυλόγραφο που του προσκόμισε. Και είναι επίσης γνωστό ότι πολλοί εκδότες δεν διαβάζουν ούτε τα βιβλία που οι ίδιοι εκδίδουν…

Πόσο μακριά από την ποίηση βρίσκεται ο μέσος έλληνας αναγνώστης και ειδικά ο νέος κατά την άποψή σας; Πού οφείλεται αυτό;
Οι Έλληνες γενικά δεν διαβάζουν. Περαιτέρω, η ποίηση είναι κατ’ ουσίαν εκτός εμπορίου (αυτό βέβαια ίσως και να την σώζει με μια έννοια). Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι η εκδοτική βιομηχανία (υπάρχει και τέτοια και καταλαμβάνει το 80% της πιάτσας) έχει ρίξει το βάρος της στο μυθιστόρημα που είναι ογκωδέστερο, συνεπώς και ακριβότερο. Δεν ξέρω ποια άλλη εξήγηση μπορεί να δοθεί, γιατί κατά τεκμήριο η Ελλάδα είχε πάντοτε καλύτερους ποιητές από ό,τι πεζογράφους.

Θεωρείτε ότι οι μεγάλοι ποιητές της χώρας μας κατά τα παρελθόντα έτη στοιχειώνουν τους σύγχρονους δημιουργούς και τους οδηγούν σε τέλμα μάλλον αξεπέραστο και σε μιμητικές επαναλήψεις;
Τίποτα δεν είναι αξεπέραστο, απλώς ενώ η ματαιοδοξία πέφτει με το τουλούμι, το ταλέντο πέφτει με το σταγονόμετρο. Μεγάλοι ποιητές (και θεωρώ ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λέξη με φειδώ) δυστυχώς βγαίνουν ελάχιστοι. Έτσι συνέβαινε πάντα. Κατά τα άλλα, μάλλον δεν είμαι αρμόδιος να απαντήσω πιο συγκεκριμένα στο ερώτημά σας, μιας και δεν έχω εποπτεία της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής.

Τι εκπροσωπούν λοιπόν οι εκδόσεις “Πανοπτικόν”, με ποια φιλοσοφία αναζητούν μια θέση στα βιβλιοπωλεία της ζωής μας;
Δεν εκπροσωπούν τίποτα (συγγνώμη, αλλά η λέξη εκπροσώπηση μου προκαλεί δυσφορία, σε ό,τι κι αν αναφέρεται). Όπως έχω ξαναπεί, το Πανοπτικόν είναι ένας μικρός, προσωποπαγής, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος, έξω από τα κυκλώματα της διαφήμισης και της οργανωμένης προβολής. Είναι ένας οίκος που τον ξεκίνησα με ανύπαρκτο –κυριολεκτικά– αρχικό κεφάλαιο και περίσσευμα από μεράκι το 2001, μαζί με το ομώνυμο περιοδικό, όπου τα πάντα σχεδόν τα κάνω μόνος μου. Εκδίδω λίγα βιβλία κάθε χρόνο και δεδομένου ότι δεν βιοπορίζομαι αποκλειστικά και μόνο απ’ το Πανοπτικόν (επί χρόνια η βασική πηγή βιοπορισμού μου ήταν μεταφράσεις και επιμέλειες εκδόσεων που έκανα για λογαριασμό τρίτων) έχω την πολυτέλεια να εκδίδω βιβλία που μου αρέσουν, χωρίς να λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη μου εμπορικά κριτήρια. Η θεματολογία των εκδόσεων χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: είναι κυρίως πολιτικά δοκίμια (ελευθεριακής και αντιεξουσιαστικής, με την ευρεία έννοια, κατεύθυνσης), υπάρχει μια λογοτεχνική σειρά, με κείμενα που θέλω να «ξεφεύγουν» από την πεπατημένη, τόσο ως τρόπος γραφής όσο και ως συνολική αντίληψη για το τι είναι και ποιον ρόλο επιτελεί η λογοτεχνία στην εποχή των βιομηχανοποιημένων best-seller, η συγγραφή των οποίων διδάσκεται σε κάτι απερίγραπτα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί η σειρά των Απάντων του Φρίντριχ Νίτσε, στις κλασικές πλέον μεταφράσεις του Ζήση Σαρίκα. Μακάρι τα βιβλία που εκδίδω να είναι για κάποιους –όπως θα το ήθελε ο Κάφκα– τα τσεκούρια που θα σπάσουν την παγωμένη θάλασσα μέσα τους.

Έρμα Βασιλείου, Δυο γυναίκες, η Μούργα και η Μούρσα

the_river[1]

Μούργα,
Αν θα μου πάρεις τη λέξη ελιξήριο
Μην πεις ποτέ πως είναι δική σου
Εγώ σου την έδωσα
Την έκανα δική από τα τραύματα του ήλιου της ποίησης
Γιατί αυτή και δυο τρεις άλλες που σου χάρισα
έβαψαν τα παπλώματά μου με αίμα θεράπευσης
όταν με πνίγαν παλιά οι αυθάδικες γλώσσες των πραματευτάδων
…Εγώ σου την έδωσα!

Χωρίς ευθύνη περπατάς υπεύθυνη-λες είσαι- στην Καρχηδόνα
Με λίγο χρώμα ποίησης που σου εμπιστεύτηκα
Είναι λιγότερα τα πράγματα που κουβαλώ, γιατί κουράστηκα
Μα τα γνωρίζω όσα έδωσα
γράφουν το πάντα το γιατί, σε ποιον και πότε
Κάθισα στον ήλιο τη μέρα αυτή, αν θυμάσαι,
σου έγραψα στην άμμο τη λέξη ελιξήριο
είναι αραβική κι ελληνική μαζί, δεμένη λέξη
άρθρο το ελ, αραβικό…μια αλοιφή ξερή η ελληνική
το αφυδατωμένο σώμα των λέξεών σου την χρειάστηκε
που έπαψε πια να έχει κρύσταλλο νερό και ποίηση στα χέρια
που το πήραν, τα δικά σου…
‘Ανοιξες τη φούχτα σου και ήπιες,
κάτω από τον ήλιο της Αφρικής που δεν γνώρισες
τη δική μου λέξη, το δικό μου ποιητικό βότανο…και
το καρτόρθωσες να μη μας δει κανένας
Ω, ναι, δεν άφησες κανένα χνάρι
Κι η ταυτότητα των λέξεών μου
όταν τη ζήτησα
ήταν μια παραχαραγμένη σιωπηλή πέτρα

με ανορθογραφίες για να πεις
πως δεν υπάρχει άλλο από αυτό που δεν θυμάσαι

Μούργα, το κατόρθωσες να σβήσεις όλα τα στοιχεία δανεισμού…
μα με θυμάται η μνήμη η παλιά η Μούρσα της Ερήμου η δίκαιη
Γι αυτήν την τράβηξα τη λέξη ελιξήριο από τα στόματα των
τεράτων της θάλασσας κολυμπώντας χρόνια να σου την φέρω
Από τις παραλίες της Βόρειας Αφρικής
Στις παραλίες της Αυστραλίας
Δεν ήταν δική σου…
Και λες πως αναγνώρισα εμένα στα δικά σου!
Μα ξέχασες πως αυτά που λες σου ήταν ξένα
Τα χαράματα που σου έβγαλα τον επίδεσμο της
Στεγνής γραφής και σου έβαλα τα ενόργανα
Της ποίησης
Αυτά που χαίρεσαι είναι όλα όσα άλλαξα για να ομορφύνεις
Την ιστορία σου
…Τα δικά μου αναγνώρισα μέσα σε όσα είδα μετά από χρόνια
Όταν μεγάλωσαν οι μέρες
στα λεπτά πέπλα των μίσχων των λέξεων
όχι τη δική σου τέχνη!
Με τα δικά μου καλλώπισα το κρεμασμένο δέντρο σου που
Με το σχοινί της ανίας στο λαιμό
η λέξη ελιξήριο, η δίκαιη Μούρσα
το ανέστησε…

Μύριαμ Μιχαέλις (1908- 2004), Η ιστορία της Ανούσκας

images

Τότε που ήμουν ακόμη πόρνη
και στεκόμουν στη γωνιά του δρόμου μου,
ήρθε μια φορά ένας ποιητής.
Μίλαγε, μίλαγε αλλά δε νοούσα τα λόγια του.
Έλεγε αενάως:Έρωτας! Έρωτας!
Τελικά με πήρε μαζί του,
ξάπλωσε επάνω μου,
έκανε ό,τι όλοι κάνουν
και μού’δωσε χρήματα.
Με αυτά αγόρασα ένα νέο καπέλο.
Όμως μια φορά,
ήταν φαιά σαν ομίχλη η μέρα,
περπατούσαν οι άνθρωποι πιο αποκαμωμένοι
και γρηγορότερα απ’ ότι συνήθως,
στάλαζε η βροχή,
φουγάρα κάπνιζαν πολύ.
Τούτη τη θαυμάσια μέρα ήταν
που ήρθε ένας εργάτης από τη φάμπρικα
με φωτεινά μαύρα μάτια, λαμπερά.
Μού είπε:
Έλα μαζί μου!
Τον ρώτησα :
Έχεις χρήματα;
Χρήματα δεν έχω.
Αλλά θέλω ένα ποτό να σου δώσω να πιεις,
ένα ποτό, ένα ποτό,
να μεθύσεις όπως ποτέ άλλοτε
στον οικτρό σου βίο.
Με πήρε από το χέρι…
Με πήρε από το χέρι και πήγα μαζί του.
Ένιωθα σα να ήταν ένας φίλος,
και μού μίλαγε,
ο λόγος του έπεφτε εντός μου,
και μίλαγε, μίλαγε:
Χίλιοι τροχοί στρέφονται ρυθμικά,
χίλιες φωτιές μέρα τη μέρα υποδαυλίζονται,
ατμοί ανέρχονται με αναβρασμό ολολύζοντα,
στην αυλή του εργοστασίου ένας πλάτανος φυτρώνει.
Άνθρωποι συρρέουν στο σχόλασμά τους.
Κι εγώ είμαι γερός κι εσύ ωραία,
Ανούσκα!
Μα και βέβαια δεν είσαι καθόλου πόρνη
γιατί είσαι μια γυναίκα
κι ωραία.
Καμιά φορά τραγούδαγε ένα πουλί.
Κάπου ρέει ένα πλατύ,ζεστό, ορμητικό ποτάμι ,
Ανούσκα,
Ζήσε ,ζήσε!
Νόμιζα πως θα με σκότωνε…
Νόμιζα πως θα με σκότωνε όταν με αγκάλιασε,
μα δεν θα κραύγαζα.-
Τώρα πια πάλι έφυγε,
για εκεί όπου τα λευκά σιδηρά έμβολα
καθρεφτίζονται μες στα μαύρα φωτεινά μάτια του,
το χέρι του φυτρώνει γιγάντειο μέσα από τις μηχανές…
Και μένα πίσω με άφησε
με το τραγούδι μες στην καρδιά μου,
που τώρα μέρα τη μέρα του παιδιού μου τραγουδώ:
Αγάπησε,αγάπησε.

*Aπόδοση από τα Γερμανικά: Βούλη Ζώγου. Στη μορφή αυτή δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού “Παρέμβαση”.

Κώστας Δεσποινάδης: Οἱ κυνηγοί

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Despoiniadis,Kostas-OiKynigoi-Eikona-01

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης

 

Οἱ κυ­νη­γοί

03-PiΑΡΑΘΕΡΙΖΩ σ’ ἕ­να μι­κρό, ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο σπί­τι στὴ νῆ­σο Σκ. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος τοῦ «πο­λι­τι­σμοῦ» δὲν φτά­νει ἐ­δῶ· τὸ πλη­σι­έ­στε­ρο σπί­τι βρί­σκε­ται στὰ τρί­α χι­λι­ό­με­τρα. Ἀ­κού­γον­ται μό­νο τζι­τζί­κια, κο­κό­ρια, τὰ βε­λά­σμα­τα τῶν προ­βά­των ἀ­πὸ κά­ποι­α μα­κρι­νὴ στά­νη καὶ τὸ θρό­ι­σμα τῶν φύ­λ­λων. Φύ­ση καὶ ἡ­συ­χί­α.

       Κά­θε τό­σο, ὅ­μως, ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς λαγ­κα­διᾶς, ἀ­κού­γον­ται πυ­ρο­βο­λι­σμοί. Ἕ­νας ξε­ρὸς κρό­τος σπά­ει τὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ κα­λο­και­ρι­νοῦ το­πί­ου, σέρ­νε­ται γιὰ λί­γο ἡ ἠ­χώ του κι ἔ­πει­τα χά­νε­ται.

       Κυ­νη­γοὶ εἶ­ναι ποὺ πυ­ρο­βο­λοῦν τὰ ἐ­λεύ­θε­ρα κι ἀ­νέ­με­λα που­λιά.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010.

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης (Κο­ζά­νη, 1978). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐκ­δί­δει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­νο­πτι­κόν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ με­τα­φρά­σεις καὶ ἐ­πι­μέ­λεια ἐκ­δό­σε­ων. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, ­νε­κεν, Πλα­νό­διον

View original post 58 more words