Ντέμης Κωνσταντινίδης, 29.10

velouhiotis-a__1

Σε κάθε τράνταγμα
τα κεφάλια χτυπούν πέρα-δώθε
στα μεριά του αλόγου.

Ό,τι πολύτιμο κι αξίας
καταστράφηκε.

Το ρολόι κάτω από
μια πέτρα
άχρηστο για τα αρπακτικά.

Να ξέρεις μάνα
δεν παρέδωσα τα όπλα.

Manolis Anagnostakis / Μανώλης Αναγνωστάκης, I speak / Μιλώ

I SPEAK

I speak of the last trumpeting of the defeated soldiers.
of the last rags from our festive garments
of our children who sell cigarettes to the passers-by.
I speak of the flowers that wilted on the graves and
rain rots them
of the houses gaping with no windows like toothless
skulls
of girls begging and showing the scars of their breasts.
I speak of the shoeless mothers who crawl among the ruins
of the conflagrated cities the corpses piled in
the streets
the pimps poets who during the night shiver by the front
steps.
I speak of the endless nights when the light is dimmed
at dawn
of the loaded trucks and the footsteps on the wet
cobblestones.
I speak of the prison yard and of the tear of the moribund.
But I speak more of the fishermen
who abandoned their nets and followed His steps
and when He got tired they didn’t rest
and when He betrayed them they didn’t reject Him
and when He was glorified they turned their eyes the other way
and their comrades spat at them and crucified them.
Though they, serene, took the road that had no end
and their glance didn’t ever darken nor bowed down
standing up and lonely amid the horrible loneliness of the crowd.

ΜΙΛΩ

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών.
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα.
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες.
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους
και τα σαπίζει η βροχή.
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία
ξεδοντιασμένα.
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια
τις πληγές τους.
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα.
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους
δρόμους.
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα
κατώφλια.
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα
ξημερώματα.
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές
πλάκες.
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ
των μελλοθανάτων.
Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες.
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του.
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν.
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν.
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια.
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν.
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει.
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

*Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη / Translated by Manolis Aligizakis

**Αναδημοσίευση του ποιήματος από το ιστολόγιο του Μανώλη Αλιγιζάκη στο http://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/150fe8453e53fe4d

Ιωάννης Ν. Τσίρκας, Πέντε ποιήματα

images-1

Επίλογος

Θα ‘μαι παντού.
Να ελπίζω να σκοτώνω να ψεύδομαι.
Να περιμένω.

Δυο χιλιάδες λεύγες πάνω από τον ουρανό
κι ακόμα παραπέρα.


Ο Θεός κι η σκέψη μου μαζί σου.

***

Τα εντελβάϊς των Εξαρχείων


Ξύπνησες με την επιθυμία να σκοτώσεις.
Γευόμενος την ευωδιά των κρίνων.
Τα μάτια σου οι φύλακες της αθωότητας σου.
Οι ελπίδες σου τα λιγοστά εντελβάϊς.
Στο πέρασμα αιώνων απαξίωσης και πόνου.
Οι ξεχασμένες μνήμες σου
ανασταίνουν το γλυκό συναίσθημα της αγάπης.
Ο φόβος αποσυντίθεται.
Η ηρεμία των επόμενων στιγμών μιας τρελής σου πράξης
σου μαθαίνει πως οι φίλοι
κάτι στιγμές σαν κι αυτές
αποτελούν ανέλπιδες λάμψεις.
Το σκοτάδι της φυγής και του μένους
κι ο δρόμος της απόγνωσης σε περιμένει.
Σου θύμισε τα Εξάρχεια.
Είχες πεθάνει κάποτε εκεί,
μα πέρασε καιρός για να θυμάσαι.

***

Crazy Love

Ό,τι απομένει από μια τρελή αγάπη είναι μονάχα η κου-


ρελαρία του κολαστηρίου.


Η ακατάπαυστη ροή του μένους και των εμμονών για ό,τι
απέμεινε από αυτή


μπορούν να ανήκουν μονάχα στην αποσυντεθειμένη ψυχή


μιας πουτάνας με άδειο ταμείο.


Σπουδή στο βίτσιο η όποια προσπάθεια για μια καταστο-


λή των συνεπειών της.


Πλήρης παρακμή.


Σάπιες φράουλες και ξερασμένα βατόμουρα το οξυγόνο της


εξορίας.
Φιλιά στις καρατομημένες φιλίες και τα παράπονα τους


στους τάφους τους.


Τίποτα δεν κρατάει πάνω από μια ζωή.


Το σπίτι μου το έχτισα δίπλα στο λιμάνι.


Οι εξόριστοι λατρεύουνε τους δρόμους που γυρίζουν στην πατρίδα.

***

Μεθαδόνη

Εξόριστος σε μια πόλη δίχως μόνιμους κατοίκους
καίω από το πρωί μέχρι το τέλος της μέρας
τις όποιες αναμνήσεις μιας γλυκιάς χαμένης πατρίδας.
Έχω ξεμείνει με αγάπες συμβατικές
και χάδια που αξίζουν λιγότερο από αυτό που προσφέρουν.

Η κακή πλευρά της ζωής είναι εδώ.


***

Trypanosoma

Τα ξεχασμένα σου συναισθήματα στις συνελεύσεις τους
ζητούν εμένα.
Σε άδεια δωμάτια με πατώματα γεμάτα ρωγμές
σπάω σαν κρύσταλλο την αγάπη μας πάνω τους
(προσφέροντας σου ένα δείγμα
έντονης ζωής
αυτή τη στιγμή ακριβώς).
Η απόφαση σου είναι μύγες που τρυπούν το σώμα σου
και
το στήθος σου αξίζει μονάχα γυμνό
και
είναι το μόνο που θα αφήσουν να σαπίζει περήφανο στο
τέλος

*Από τη συλλογή Σκεψίρροια (2008)

Γιάννης Στίγκας, Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο

stigas1

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ.

Μονίμως ονειρεύομαι
μια ανηφόρα που θα βγάζει ολόισια στα σπλάχνα σου
να μπαίνω και ν’ αλλάζω τους αλγόριθμους
έτσι που η καρδιά
να ξεκουφαίνει ενδελεχώς την νόηση
Αγχειβατείν – Pallasck
που λέγαν κι παππούδες μου
(πατώντας με τα πόδια τους τον μούστο)
υπονοώντας σκοτεινά

Αίμα που’ χει το μέλλον μας
και πως να το χορέψεις

 *


Ίσως
εάν ερχόταν σήμερα ένας άνθρωπος
μονάχα με το τυπικό προσόν της εποχής
αυτή τη γεύση πρόχειρου γκρεμού
-ξέρετε-
ένας απ’ τους χιλιάδες παραγιούς του πανικού
 —
όπως τους έραβε ο Θεός
ξέχασε μια βελόνη μες τα στήθια τους
 —
εάν ερχότανε
και κοίταζε
 —
από  το μάτι  της  βελόνας  που  σας  έλεγα
 —
θα του στοιχειώναν όλα τα φωνήεντα
Θα του πατούσε το μυαλό ένα τραύλισμα
 —
τ-τ-τ-τ-τ…τ-τ-τ-τώρα π-π-π-π-π…π-π-π-που
ζ-ζ-ζ-ζ-ζ-ζ….ζ-ζ-ζ-ζ-ζορίσανε τ-τ-τ-τ-τα-τα-τα-τα
π-π-π-ππ-πρα-πρα….π-π-πράγματα ν-ν-ν-νο-νο…
νο-νο-νομίζεις π-π-π-π….π-π-π-πως το-το-το-το…
το-το-το-το…το φ-φ-φ-φ-φ….φ-φ-φ-φ-φω-φω-φως
κ-κ-κ-κ-κ-κ…κ-κ-κ-κα….κ-κ-κ-κκ-κκ-κ-κ………..
κ-κ-κ-κα-κα-καταλαβαίνει;
 —-
 —-
 
Δεν έχω φυσικά καμιάν απάντηση
 —
σηκώνω το λοιπόν στους ώμους μου όπως όλοι σας
μ’ εκείνο το παλιό
κουσούρι μου της Άνοιξης
ακόμα δεν ξεμπέρδεψα
κι αφήνω να μου βόσκουν το λαιμό
κάτι σημάδια κόκκινα
δεν είναι φευ από φιλιά
 —
την λένε πνιγμοσύνη τη λεγάμενη
 —
αλλά δεν είναι η ποίηση που βάζει τη θηλιά
 —
αλλά
κλωτσάει το σκαμνί
 —
 *

Γιατί η ποίηση
-ψιτ μεγάλε-
δεν είναι αιώρα ρεμβασμών
δεν ειν’ το φτερωτό σου κατοικίδιο
-ψιτ μεγάλε-
Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι
να το υποδύεσαι και στη χάση του
-δεν θα στο κάνω πιο λιανά –
Αν το νοείς αυτό
έχει καλώς
αλλιώς
Ε ρε Mαγιακόφσκι που σου χρειάζεται

*
 —
Πού να’ σαι τώρα βρε Βλαδίμηρε
Τώρα που και τα δυο μας νόμπελ έγιναν συμπληγάδες
Κανείς δεν αρμενίζει πια για τ’ άρμενα
Κανείς για το γαλάζιο
μονάχο του συχνάζει στα μεγάλα υψόμετρα
και στις παλιές αγάπες
 —
*

 
Η Δώρα
Η Κωνσταντίνα
Η Ευανθία
Όποτε αλλάζω το πλευρό στον ύπνο μου
μου ξεκουρδίζουν σιωπηλά το ζώδιο
μέχρι να γίνει το ποτέ
το τυχερό μας νούμερο
–         τι ρώσικη ρουλέτα Παναγία μου –
εσύ γνωρίζεις απ’ αυτά Βλαδίμηρε
έγινε
έγινε στην Οντέσσα
 —
εδώ να δεις τι γίνεται

*
 —
Εδώ
 —
τhe evil eye is working overtime
 —
λυπάμαι που το γράφω αλλά
το φως το καταντήσαμε
την τέλεια -για το τίποτε- κρυψώνα
-Τι άλλο θέλεις να σου πω-
εχθές το βράδυ στο μετρό
αγγίζονταν χιλιάδες σώματα
κι ούτε ένα τσαφ για τα προσχήματα
ούτε ένα τόσο δα ηλεκτρόνιο
κάτι
ν’ ανατριχιάσει τα χαμένα βλέμματα
μήπως και δούμε την Ιθάκη ολόγυμνη
κάτω από τα ταγιέρ
και τα πουκάμισα
 —
*
 —
 
Είναι που να τρελαίνεται κανείς
Όπως ξηλώνουν έτσι τα μερόνυχτα
Το αίμα σου κλωστή –κλωστή
Οι τρεις σου μοίρες να πανιάζουνε
Τι περιμένεις ν’ αρχινίσει βρε κουτέ
Δεν είναι παραμύθι αυτό
 —
Είναι
 —
μονάχα το κουφάρι του
           —
*
 —
Η τραγωδία του τόπου μου
Αν εξαιρέσεις βέβαια τους σεισμούς
Όλοι οι υπόλοιποι    – ισμοί
Μας πούλησαν κατάμουτρα
Καλέ μου λόρδε Βύρωνα
Τσάμπα την λούστηκες την έξοδο
Τσάμπα την άναψες την έξοδο
Ο πυρετός σου σήμερα
Υπάρχει – δεν υπάρχει στα συγγράμματα
Του’ χουν κοτσάρει κάτι ελεεινά μικρόβια
Ενώ ήταν σκέτη λεβεντιά
Οκτώ μποφόρ Χριστός
Κι ακόμα τόσα
 —
Τότε –χαμένα μες στις καλαμιές
Τώρα- χαμένα στα σκυλάδικα
 —
*

THIS THE PLACE GENTLEMEN
 —
Πολλές οργιές κάτω απ’ το τίποτα
έτσι
που τα μαλλιά μας μπλέκονται στις ρίζες του
υιέ μου υιέ μου Αβεσσαλώμ
σαν εκκρεμές δεν θα’ χες πέραση
έτσι κι αλλιώς εμείς
τον χρόνο τον εισάγουμε απ’ το Γκρήνουιτς
γιατί ο δικός μας
έχει λαγούμια μαύρα κι ανεκπλήρωτα
 —
φωνάζεις την αγάπη
και σου επιστρέφει ο αντίλαλος αιμόφυρτος
 —
έχει μυριάδες χέρια που κοπήκανε
δεν ήταν αγαλμάτων
όλα τους
αργότερα μαρμάρωσαν
 —
 *
 —

*Από το http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2012/09/09/yannis-stigkas-kiosk/

Θανάσης Τζούλης (1932-2010), Τρία ποιήματα

WINDOW2

Ποιήματα που τα παίρνει νωρίς ο θεός σχεδόν αβάφτιστα και αναμάρτητα

Στο τέλος φωτίζεται το ποίημα

με αρχές μετατόπισης προς τα έξω όσο που σε κλείνουν

οι ανταύγειες

κι εκεί είναι το σημείο του Σταυρού

μην περάσεις τα οριζόμενα κι έχουμε θεομηνίες

πριν προφτάσεις τα νερά που συνέρχονται

Σίγουρα ο Ηράκλειτος θα κανοναρχούσε αλλιώς

όπως ο Αλκιβιάδης που έβλεπε επερχόμενη τη θαλασσοφαγή

και τη σχεδίαζε ανάποδα με τον εαυτό του στο κέντρο

όπως τα ποιήματα που τα παίρνει νωρίς ο Θεός

σχεδόν αβάφτιστα και αναμάρτητα

[Η γλώσσα του Αδάμ, 1982]

***

Τα σπίτια είναι οικότροφοι της τρέλας τους

Τα άδεια σπίτια αυτοκτονούν αλλιώς

σκοτώνουν ένα ένα τα όργανά τους
αλλά δε γίνονται πτώματα

ασπρίζουν από το λαιμό ως κάτω

κι άλλα είναι ψυχές άλλα φαντάσματα

άλλα ανοίγουν από κάτω την καταπαχτή

και περισσεύουν στον ορίζοντα

κι άλλοι τα λένε φυγάδες

άλλοι αυτόχειρες

κι αυτά είναι οικότροφοι της τρέλας τους

***

Τα σπίτια είναι έξω από τους τοίχους

Γι’ αυτό τα σπίτια είναι έξω από τους τέσσερις τοίχους

όπως τα ζωντανά του κατωγιού που ξενυχτούν

απλωμένα στα γειτονικότερα βουνά

κι έρχεται ο νεκρός γείτονας που τα μετράει κάθε νύχτα
φυσώντας από μέσα του μιά φλόγα

να τον γνωρίζουν και να χάνονται

[Και γάμον Έβρου του ποταμού, 1996]

Nanja Noterdaeme, Here and than

duck_magic_in_the_moonshine_____by_heart_in_my_head-d7uih5q

It’s here
It’s next the spiral wall
full of graffiti now
by the acacia
I write.
What for
the real story
if the words
are never true?
Whatever,
I cannot lie
I am in pain
Moonshine in my head
I pick up the stars
that ramble on in my pocket
I see over my shoulder
the shadows
in the car mirror
three shadows
of your being
both presence and threat.

Για την παρουσίαση του βιβλίου «Το γέλιο του νερού» από τον Χ.Π.Σοφία

Unknown

«Με τέτοια έλλειψη λογοτεχνίας που υπάρχει σήμερα , τι μπορεί να κάνει ένας ευφυής άνθρωπος αν όχι να γίνει ο ίδιος λογοτεχνία;»
FERNANDO PESSOA

Ήμασταν όλοι εκεί μέλη μιας κοινότητας που αντιστέκεται και ήθελε μες από το «γέλιο του νερού» να δηλώσει παρών . Οτι παραμένει αλληλέγγυα, πολιτικά ανθρώπινη μη έχοντας χάσει τον πολιτισμό της ενάντια και απέναντι στη βαρβαρότητα της οικονομικής και πολιτικής ελίτ και των υποτελών της, των κάθε είδους δημοσιογράφων, διανοούμενων, δικαστών.

Εκεί στα σπλάχνα της ΑΣΟΕΕ σ’ ένα αμφιθέατρο που παραχωρήθηκε από τα παιδιά του ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΕΝΟΥ ΣΤΕΚΙΟΥ της σχολής, πραγματοποιήθηκε όχι μια λογοτεχνική βραδιά σαν αυτές που γίνονται στους πολυχώρους και τα καφέ της εμπορευματικής και καταναλωτικής κοινωνίας από σκυφτούς συγγραφείς, κοινό, χειροκροτητές και χορηγούς κρασιού.

Η ανταπόκριση ήταν μεγάλη αν κρίνω από τη σιγή που επικρατούσε και τη συγκίνηση στα πρόσωπα όλων αυτών που συμμετείχαν.

Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε από τον Σαμψών Ρακά ένα νέο λογοτέχνη χαμηλών τόνων ταπεινό μπροστά στο κοινό της  εκδήλωσης, που αναφέρθηκε στη συγγραφέα και στη προσωπική του σχέση μ’αυτήν  που τον έχει καθορίσει και μετά πέρασε όχι στην κριτική του βιβλίου αλλά σε μια συγκινησιακή καταβύθιση στο υγρό στοιχείο των λέξεων των 21 αφηγημάτων διηγημάτων του βιβλίου.

Σε αυτήν την καταβύθιση που έχουμε κάνει όσοι έχουμε διαβάσει το γέλιο του νερού.

Στη συνέχεια μας προετοίμασε ότι θα μα αναγνώσει κάτι δικό του ως μορφή αντίδωρου: ήταν σαν ο Νετσάγεφ στο σκοτεινό και υγρό δωμάτιό του, στο φως του κεριού, με την εκρηκτική του μελάνη να τελειοποιούσε τη συνδεσμολογία των λέξεων.

Η συρμάτινη φωνή της Αθηνάς Τσάκαλου μαζί με τον ήχο της βροχής έφθασε στα αυτιά μας από τον τόπο της εξορίας της τη Σαλαμίνα.

Ήταν γλυκιά, ευθυτενής, συγκινησιακά τονισμένη υπερήφανη μας μίλησε όπως θα μιλούσε στους δικούς της ανθρώπους για την αναγκαιότητα του πετάγματος, το πρώτο πλάνο της εξέγερσης.

Το πολιτικό κείμενο που γράφτηκε στο υπόγειο του Κορυδαλλού από το Δημήτρη Κουφντίνα και διαβάστηκε μας ξαναθύμισε τους Τουπαμάρος «τα λόγια μας χωρίζουν η πράξη όμως μας ενώνει».

Η Εύη Στατήρη από την εξορία του Γκύζη διαχύθηκε στο αμφιθέατρο μας μίλησε για τον αγώνα της ενάντια στη λήθη και την εξουσία.

Για την αλληλεγγύη τη δύναμη της επαναστατικής συνείδησης  που αντιστέκεται και δεν υποτάσσεται ακόμα και όταν φυλακίζουν το σώμα της.

Το λογοτεχνικό κείμενο της Ιωάννας Καρυστιάνη που διαβάστηκε μας μίλησε για την περιεκτικότητα και την ποιητικότητα του διηγήματος σε αντίθεση με το μυθιστόρημα, τη δυσκολία της γραφής του, που στα χέρια της Αθηνάς Τσάκαλου έγινε ονειρική μαγεία.

Η φυλακισμένη μητέρα Μαρία Θεοφίλου μέσα από κείμενό της που διαβάστηκε  μας επεσήμανε τη δίωξή της ως συγγενής του πολιτικού κρατούμενου Τάσου Θεοφίλου.

Έγιναν τοποθετήσεις και ερωτήσεις προς την Εύη Στατήρη από το κοινό που συμμετείχε ενεργά.

Τοποθέτηση έκανε και μια εμβληματική μορφή του επαναστατικού κινήματος, ο Χρήστος Τσιγαρίδας.

Τα κείμενα του Δημήτρη Κουφοντίνα ,της Ιωάννας Καρυστιάνη, της Μαρίας Θεοφίλου και αποσπάσματα από το βιβλίο το γέλιο του νερού της Αθηνάς Τσάκαλου διάβασαν με σωστή άρθρωση μέλη της συλλογικότητας «Συγγενείς-Φίλοι κρατουμένων και διωκόμενων αγωνιστών» που διοργάνωσε την εκδήλωση.

Έπειτα από σχεδόν 2 ώρες όλοι εμείς που συμμετείχαμε φύγαμε γεμάτοι πιστεύοντας ότι αξίζει να αντιστέκεσαι σε βροχερούς  καιρούς αλλά πιο πολύ αξίζει να παραμένεις άνθρωπος.

Εγώ
Κληρονόμος πουλιών
Πρέπει
Έστω και με σπασμένα φτερά
Να πετάω

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
 
Παρασκευή 23/10/ ΑΣΟΕΕ

Χ.Π.Σοφίας
http://www.Xpsofias.com

AFISA_indy

Leroy Maisiri , Dear Mama

xeno

Anarchist poetry against the anti-foreigner pogroms in Grahamstown, South Africa

Dear Mama

36 whatsapp messages, 16 missed calls later and mama still wants to know how I am. I try and tell her:

I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again. I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again.

42 whatsapp messages later, 23 missed calls and mama still wants to know how I am.

In the midst of loudness have you ever experienced days without sound, in the midst of feet stomping, drum beating, spear handling, have you ever felt the weight of silence.

As the mobs approached, with the snitch of hatred, intention to kill, to end a life based on difference, I have to imagine that type of fear is paralyzing.

I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again. I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again.

To fall in love, marry have children, watch them grow in a foreign land long enough to watch them, get to watch you being beaten to death. To have your 8 year old first born son get pinned down as the crowds does whatsoever they please with his mother.

I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again. I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again.

I have always thought there is nothing more industrious than a “foreigner”. The ability to begin again against all odds in another land.

To never look back at what was, with no understanding of what will be, but to be brave enough to assert themselves in new communities.

The story of a foreigner brings backs remnants of Abraham’s story, Moses story, Josephs story. Even Jesus as an infant had to flee into Egypt and become a foreigner. You would think by now the story of the foreigner is one to uplift and uphold.

62 whatsapp messages, 30 missed calls, mama desperately needs to know how I am, the quivering fear in her voice, her insistence for me to distance myself, to abandon heroism. To “Just stay put”, “It is well, but stay put”.

Mama wants to know how I am

I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again. I am okay, I am alive, I am indoors, I won’t go outside again.

Mama wants to know how I feel.

Dear Mama for the first time today, I woke up a makwerekwere [a despised ‘foreigner’]

*This poem was written by Zimbabwean Zabalaza Anarchist Communist Front comrade Leroy Maisiri, against the backdrop of the a wave of riots against African and Asian ‘foreigners’ that started to sweep Grahamstown, South Africa, from Wednesday 21 October 2015. By Saturday, around 300 shops, mostly small businesses, owned by people from countries like Bangladesh, Nigeria, Pakistan, and Somalia, had been targeted, many burnedand looted. Perhaps 500 people have been displaced, many are in hiding. While university and college student protests across town faced down the state in the fight against high fees in a heroic struggle, mobs provoked by rumours of murders and mutilations by ‘foreigners,’spurred on by malicious forces including local taxi drivers, attacked the ‘foreigners.’ Heroic efforts by the local Unemployed Peoples Movement (UPM) and some other township residents were not enough to halt the carnage. Working class, see this divide-and-rule for what it is! You have nothing to gain from this. As the UPM says, “We are all the victims of colonialism and capitalism. We all need to stand together for justice. If unemployed young men chase a man from Pakistan out of Grahamstown they will still be unemployed and poor the next day. The students have shown us what unity can do.” The students have shown us the way forward.

**Related Links:
http://zabalaza.net/2015/11/09/dear-mama-anarchist-poet…rica/
http://anarkismo.net/article/28705

Νίκος Εμμ. Παπαοικονόμου, Γκρίζα πόλη

url

Στέκομαι γερμένος στην τελευταία στάση του συρμού,
περιμένοντας το τελευταίο βραδινό δρομολόγιο
του λεωφορείου που έρχεται από την γκρίζα πόλη
Κανείς δεν φαίνεται, όλα τυλίγονται στην πράσινη ομίχλη που παχύρευστα
καταπνίγει στέγες, φτέρες και ψυχές
Κανείς δεν περιμένει στην τελευταία στάση του συρμού,
έχουν πάει όλοι στην γκρίζα πόλη από το χάραμα
Μόνο η κάφτρα του τσιγάρου μου ψυχορραγεί λαμπυρίζοντας μέσα στη μονό-
τονη σιωπή που στάζει από το ρυτιδιασμένο πάπλωμα του ασβεστωμένου θόλου
Στην ακρογωνιά του ματιού μου πλέει το τελευταίο βραδινό λεωφορείο, φτάνει
μεσοπέλαγα μέχρι να σταθώ στα πόδια μου
—Τέρμα, ξεφυσάει ο οδηγός
Κατεβαίνουν όλοι μηχανικά, σαν λάμψη νερού που όρμησε βίαια στ’ αυλάκι
Κανείς δεν κοντοστέκεται, κανείς δεν σηκώνει τα μάτια του,
λες και έχουν καταπλακωθεί από τον ανελέητο καταναγκασμό της βοής της γκρίζας πόλης
Κανείς δεν ακούει το φάλτσο σφύριγμα της φυσαρμόνικάς μου, που καλωσορίζει
ανόρεκτα τους κουρασμένους ταξιδιώτες
—Αύριο πάλι, ξεφυσάει ο οδηγός
Το τελευταίο βραδινό λεωφορείο αράζει απάνεμα στην τσιμεντένια φωλιά του,
οι ταξιδιώτες χάνονται γοργά μέσα στα στενά του λαβύρινθου των μυρμηγκιών
κι εγώ απομένω να σφυρίζω φάλτσα τον παιάνα της γκρίζας πόλης που νίκησε
για μια ακόμα μέρα

*Ο Νίκος Εμμ. Παπαοικονόμου γεννήθηκε το 1977 °τη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, από το οποίο αποφοίτησε και με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, με ειδίκευση στην κλασική αρχαιολογία. Δημοσίευσε τη συλλογή Ουρλιαχτό, εκδ Ιωλκός, 20ΐι, και Ανθολογία Ποίησης-Αφιέρωμα στον Κ.Π. Καβάφη, 150χρόνιο από τη γέννησή του, εκδ. Σαρτίνας, 2013.
**Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2014, στη Θεσσαλονίκη (σελ. 124).

Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη

Η ΚΙΒΩΤΟΣ

«Θέλω» της είπε «να φτιάξω μία κιβωτό
Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου
τα παχύδερμα απογεύματα
που περπατούν αργόσυρτα
τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα
τις αγριόχηνες των φιλιών
τις λαίμαργες ύαινες του πόθου
τους σκορπιούς της απουσίας»
Αυτή χαμογελούσε τρυφερά
όπως νανουρίζουμε τον πόνο
«Αχ, εσείς οι ποιητές» αναστέναξε βαθιά
«με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο»
Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι
κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα
Κι ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό
Το ολόγυμνό της σώμα

***

ΟΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Θα μπορούσε να είναι
μία φλέβα στον καρπό μου
ή ένα αιλουροειδές
Μία πινακίδα οδοσήμανσης
Ή σήματα μορς για τυφλές κουκουβάγιες
Στην πλατεία με πήγαινε παλιά ο παππούς
Του ζητούσα να με συστήσει στα παιδάκια
Τα περιστέρια ήταν όλα ύπουλα και παχουλά
Ράμφιζαν τα χέρια και το πρόσωπο
Η οδός Αριστοτέλους θα μπορούσε να είναι
Χθες ή αύριο
Σήμερα δεν είναι παρά ένας δρόμος ταχείας αδιαφορίας
ανθρώπων την ώρα της αιχμής

***

ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΜΕΡΕΣ

Πάνω σε τσιγκέλια
κρεμασμένες
ωμές και ψόφιες
οι μέρες της ζωής μας
Ο κρεοπώλης χρόνος
τρίβει τα χέρια με χαρά

*Από τη συλλογή “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012.