Αλέξης Αντωνόπουλος, Απόσταση

hoppervupar1

Την ξέθαβε κάθε βράδυ
τη ρωτούσε τι βλέπει.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπο http://www.alexantonopoulos.com .

Γιώργος Γέργος, Δύο ποιήματα

giannena

.απογευματινή βροχή

βρέχει βροχή αιώνων

ας φιληθούμε κάτω απ’ αυτό το νερό

εσύ τυλίξου στο λαιμό μου

εγώ στερεώνω το κεφάλι μου στην άβυσσο

να τραγουδήσω στη μανία της

για σένα

είμαστε μαζί

της πιο μεγάλης Άνοιξης το αειθαλές υπονοούμενο

το άπειρο στα χέρια μας

Θα είναι μία του ουρανού ακόμα

ολόφωτη ηλεκτρική εκκένωση


(21/5/04)

***

.εκπαιδευτικόν

έμαθα στην επιφάνεια

στην επιφάνεια ξαναγυρνώ

τρέφομαι με πάθη
γη και οργή καθώς το όνομά μου το επι-

βάλλει

γιαυτό και φλέγομαι και

χαίρω άκρας ουσίας
μνήμη μανίας μητέρα
ή κήτος ή κλείνω ανισοτρόπως προς την Άνοιξη
την ημέρα εξάλλου κανονίζω το Αδιανόητο

διδάσκοντας μορφασμούς

περί της παραβίασης της πραγματικότητας

λειαίνοντας δακρυδόχους

κοινώς: προγυμνάζοντας ζέσεις

*Από τη συλλογή “.ο εαυτός ήχος”, Εκδόσεις Εξάρχεια, 2013

Massimiliano Damaggio, Δύο ποιήματα

BOOK flying

«Ανοίγω τα χέρια, γεμάτα με άχρηστα δάχτυλα

που ξέρουν μόνο να γράφουν λέξεις»


(Μ. Νταμάτζιο)
*Από τη συλλογή «Τα κτίρια τα επισφαλή»

Η απόλυση του Τζανλούκα

Τζανλούκα, έχεις ένα πληγωμένο χαμόγελο

απ’ την ψαλίδα μεταξύ στόχου και τζίρου

στη θωρακισμένη καρέκλα της συνάντησης

γεμίζεις την κάννη με τον τελευταίο απολογισμό

και σε ακούμε

γύρω σου μια άπλετη σιωπή, και στο θόρυβο

της εσωτερικής σου διαταραχής ο καθένας

κάθεται στη συμβατική του θέση

Πίσω από αυτά τα κάδρα τα μικρά

κινούνται οι άνθρωποι οι γαβγισμένοι

απ’ το σκυλί του καθημερινού δόγματος

Εσείς τώρα ανήκετε, σου λένε,

στο αρχείο ονομάτων σε αχρηστία

∗ ∗ ∗

Μάνα

Δεν είναι πρέπον

και δεν είναι ποίηση

να μαζεύω έναν πόνο

για να γράφω λέξεις

εάν στα δυο είσαι διπλωμένη από τον πόνο

στο δωμάτιο, στον πρώτο όροφο

του εγκαταλειμμένου σπιτιού

καθώς φωνάζεις στο βουβό σκυλί

που το σκάει και πέφτει στα σκαλιά, και κρύβεται

μες στο δίχως όρια σκοτάδι, ακούει

το αλύχτισμα του πόνου σου

που τρυπάει την οροφή.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου. Από το Ποιείν http://www.poiein.gr

Vedem: Λογοτεχνικό περιοδικό σε στρατόπεδο συγκέντρωσης

1024px-%C4%8Casopis_Vedem

Vedem (του), ήταν ένα λογοτεχνικό περιοδικό στην Τσέχικη γλώσσα που υπήρξε από το  1942 έως το 1944  στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Terezin κατά τη διάρκεια του Oλοκαυτώματος.Δημιουργήθηκε  από  μια ομάδα αγοριών που ζουσαν  σε  στρατώνες, με επικεφαλής τον Petr Ginz. Συνολικά, περίπου 700 σελίδες του Vedem επέζησαν κατά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το περιοδικό  έγραψαν ,επιμελήθηκαν και εικονογράφησαν εξ ολοκλήρου  νεαρά αγόρια, ηλικίας δώδεκα έως δεκαπέντε, που  έζησαν στο Στρατόπεδο L417, ή ένα Σπίτι που  αναφέρεται ως Δημοκρατία της Shkid . Το περιεχόμενο του  Vedem  περιελάμβανε ποιήματα, δοκίμια, αστεία, διαλόγους, λογοτεχνικά περιοδικά, ιστορίες και  σχέδια. Τα θέματα αυτά στη συνέχεια αντιγράφονται με το χέρι και να διαβάζονταν γύρω από τους στρατώνες κάθε Παρασκευή βράδυ. Για κάποιο χρονικό διάστημα, το πόσταραν  στον πίνακα ανακοινώσεων του στρατώνα , ωστόσο, αποφασίστηκε να σταματήσει αυτή την πρακτική, επειδή κρίθηκε επικίνδυνο σε περίπτωση SS επιθεωρήσεων.

Περισσότερα διαβάστε εδώ: http://en.wikipedia.org/wiki/Vedem

*Το πήραμε από το http://varelaki.blogspot.com

Γιώργης Παυλόπουλος, Άσκηση

1544520_743003695734539_1330777888_n

Άρχισε τότε να βγάζει προσεχτικά τα φτιασίδια

Η μορφή του σαν του πνιγμένου

κάτω από το νερό

κυμάτιζε περνώντας ολοένα

μέσα στον καθρέφτη

χωρίς να βουλιάζει

Σιγά-σιγά φανερωνόταν

πιο καθαρά το πρόσωπό του

Ξαφνικά το είδε

να πλησιάζει γρήγορα μικραίνοντας

και πάλι γρήγορα να μεγαλώνει

καθώς χανότανε σβησμένο

σε μια καταχνιά

Έκλεισε τα μάτια και στα τυφλά

πήγε ν’ αγγίξει το κρύσταλλο

μα δεν ήταν εκεί κανένας καθρέφτης

Τρομαγμένος ψηλάφισε τον αέρα

ψάχνοντας για το πρόσωπό του

φώναξε δυνατά ν’ ακούσει τη φωνή του

και η φωνή δεν έβγαινε από πουθενά.

Τότε κατάλαβε πως βρισκότανε πάλι

σε μιαν αόρατη σκηνή

χωρίς να τους βλέπει και χωρίς να τον βλέπουν

έτοιμος ν’ αρχίσει

υπολογίζοντας τώρα στην τέλεια παράσταση.


*Από “Το σακί”.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Η θάλασσα

106539-237114

Από στιγμή σε στιγμή
από στίχο σε στίχο
από ποίημα σε ποίημα

η θάλασσα
Μέδουσα μεταμφιεσμένη σε γοργόνα
Παναγιά ή το αντίστροφο

μονίμως εγκυμονούσα
επίμονα
επίμονα
ξεχειλίζει

να δείξει τα φυλακισμένο αίμα
να δώσει λόγο στους πνιγμένους.

Giannis Patilis–Γιάννης Πατίλης

vequinox's avatarManolis

ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ τοῦ παρόντος τόμου ἀποτελοῦν νέα, ἐπαυξημένη καὶ ἀνασυγκροτημένη ἔκδοση τῆς ἑνότητας «Εἰκόνες ἀπὸ μιὰ νέα. Σὰν χάϊκου», τελευταίου μέρους τῆς συλλογῆς Γραφέως Κάτοπτρον (ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1989). Στὰ σαράντα τρία τρίστιχα ἐκείνης τῆς ἑνότητας προστέθηκαν ἄλλα δεκαέξι τῆς ἴδιας περιόδου, ἀπὸ ὅσα δὲν εἶχαν συμπεριληφθεῖ σ’ ἐκείνη τὴν ἔκδοση. Ὁλόκληρο τὸ ὑλικὸ ἀναδιατάχθηκε σὲ τέσσερις ἑνότητες μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδειχτεῖ καλύτερα τὸ ἀφανὲς ἐρωτικὸ ἄνυσμα ποὺ τὸ διέτρεχε.
Ἔτσι στὴν παρούσα ἔκδοση, κάτω ἀπὸ τὸν συμβατικὸ ἐποχικὸ κύκλο Ἄνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο – Χειμώνας, ἐπιχειρεῖται νὰ ἀποτυπωθοῦν οἱ τέσσερις στιγμὲς τοῦ γήινου ἐρωτικοῦ πάθους: ἡ γέννηση, ἡ κορύφωση, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἐπειδὴ τὰ τρίστιχα οἰκειοποιοῦνται τὸν τριμερῆ δεκαεπτασύλλαβο ποδισμὸ τῶν χάικου, τὰ ὀνόμασα «Σὰν-Χά¬ϊ-Κου» – μιᾶς καὶ οἱ στίχοι αὐτοὶ πιθανότατα νὰ μὴν ἀνταποκρίνονται στὸ πνεῦμα του, ἐὰν ὑπάρχει κάτι τέτοιο ἐφάπαξ ὁρισμένο.
Διαβάζοντας, ὡστόσο, λίγα χρόνια μετά, στὴν μετάφραση τοῦ Παναγιώτη Εὐαγγελίδη…

View original post 122 more words

Βάσσος Γεώργας, [Τι θα γινόταν αν συνέχιζα να κοιμάμαι νύχτα μέρα για πάντα;]

10301054_10205250069467152_3586538474311995401_n

αργά το μετάνιωσα συνένοχο κάθαρμα

κι εγώ – δεν αισθάνομαι λύπη – πανικός

με σκέπασε με ματωμένη φανέλα – ποιος

θεός μπορεί να υπερισχύσει των αθώων;

χαμαιλέοντας αντί να γκαρίζω με όλη μου

τη ψυχή – ακέφαλε δολοφόνε σε ξένο χώμα

με στολή σταυροφόρου – σε ποιας μανούλας

τα μάγουλα ζωγράφισες παντοτινά δάκρυα

και πότε επιτέλους θα βρεις λίγο κουράγιο

να ζητήσεις συγγνώμη; – αυτήκοος μάρτυρας

αιματηρής επίθεσης – μνημείο ντροπής

ανθρώπινης κακίας που ευλογήθηκε
μου λένε πως είμαστε φτιαγμένοι γι αυτό
για κατορθώματα που προκαλούν θάνατο
σε ένα εύφλεκτο παράδεισο η πύλη στενή
το πνεύμα μου δύσκαμπτο – βάρυνα από
τύψεις με την εικόνα των θυμάτων σε στεριά
και θάλασσα – και ο πιο μεγάλος θάνατος
η πάση θυσία εκδίκηση που δεν βγάζει νόημα
μικρές και μεγάλες απώλειες χωρίς όνομα
χωρίς επώνυμο ακολουθούν τους κενούς
λυγμούς μου καιρό τώρα – τι κουβέντες
περιμένεις να ακούσεις φουρνέλο να σκάει
απ΄το στόμα μου ένα λυπημένο πρωινό;
το σχοινί κρέμεται μπροστά στη σκάλα
στους δρόμους σε ήθελα ανάσα μου – εκεί
να ζήσεις – να γυμνωθείς σε οδοφράγματα
με άσπρα λουλούδια στα χέρια – να θυμάσαι
πότε πότε πως είσαι ακόμα άνθρωπος – όχι να
γράφεις στοίβα από ποιήματα – να κλαίνε
τα μάτια σου από συνήθεια – διχοτομημένος
ανάμεσα στο σωστό και το άδικο του κόσμου
που άταφος έχει νικηθεί προκαταβολικά
εν καιρώ ειρήνης – πληρώνω με το χάος και
ρωτάω – ας μην υπάρχει κανείς να με ακούσει
– αφού δεν υπάρχει ζωή πριν το θάνατο πως
υπάρχει μεταθανάτιος ζωή; – και αν υπάρχει
ας μη μοιάζει ούτε κατ΄ ελάχιστον με αυτή
που ζούμε

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Nο 1138 (χωρίς σιωπή)

Artist: Joan Ponç

Artist: Joan Ponç

~
μια μέρα,
κρυφάκουσα
τη νύχτα, 

ήταν που ο χρόνος ξέφυγε με τις φτερούγες 

της ανάμνησης

κι έγινε

νόμιμη άμυνα στα δακρυγόνα

του

παρόντος

~

τότε έμαθα τι κρύβεται πίσω από 

το φράχτη,

τόσα άχρηστα

όσο και ένοχα,

αλλά δεν σας τα πω, 

είναι ζήτημα 

τιμής,

ιδιόχειρης

~

μόνο πως,

φύτρωσαν λάφυρα ως συμπτώματα, 

από οφειλές 

και ήττες

και πως το σήμερα

τρέφει το θάνατο, 

~

και το αύριο;

είναι τύχη ή σύμπτωση 

~
(alexmil) ©
Artist: Joan Ponç