Εγώ δεν μπορώ να γίνω Μπουκόφσκι.
Δεν μπορώ ν’ αγκαλιάζω γυμνές γυναίκες
μπροστά σε φωτογραφικές μηχανές
και να χαϊδεύω το πράμα τους.
Ο Μπουκόφσκι ήταν μεγάλος ποιητής.
Εγώ δεν είμαι.
Δεν πίνω παρά ελάχιστα
ο καιρός της κραιπάλης
έχει παρέλθει.
Εγώ δεν μπορώ να γίνω Μπουκόφσκι.
Δεν έχω τη δύναμη
να τα βάλω με όλους
χρειάζομαι στηρίγματα.
Οι στίχοι του Μπουκόφσκι
χτυπούσαν το στόχο στο κέντρο
εγώ βολεύομαι
με μια καλή βαθμολογία.
Κανείς δεν μπορεί να γίνει σαν τον Μπουκόφσκι.
Όλοι έχουν κάτι να χάσουν.
Yearly Archives: 2015
Για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο
Θα μπορούσα να συνυπογράφω το editorial αυτού του τεύχους –γραμμένο, όπως πάντα, από τον Κώστα Δεσποινιάδη– χωρίς να αλλάξω ούτε λέξη. Βλέπετε, για εμάς που εμπνευστήκαμε από τα γραπτά, τις ιδέες αλλά κυρίως την ηθική στάση του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου δεν υπάρχουν και πολλά να διαφωνούμε. Ο Λυκιαρδόπουλος είναι για εμένα ένας από τους μεγάλους δασκάλους. Από αυτούς που διαβάζεις ξανά και ξανά όχι μόνο γιατί θέλεις να εντοπίσεις πάλι αυτά που ήδη έχεις δει αλλά για να νιώσεις αυτή την απεριόριστη πνευματική γαλήνη που εμπνέουν τα γραπτά του. Γιατί μέσα στις καταιγίδες και τους ανεμοστρόβιλους, μέσα στις λυσσασμένες θάλασσες και τα απέραντα αδιέξοδα των ωκεανών που βρεθήκαμε, η σκέψη του είναι ένα μικρό αλλά αβύθιστο ιστιοφόρο.
Αποσπώ μόνο ορισμένα χωρία από τα κείμενα:
Ένας παλιός σουφικός θρύλος λέει πως υπάρχουν πάντα στον κόσμο τρεις κρυφοί άγιοι που με την ύπαρξή τους τον κρατούν στην πορεία του. Αν λείψουν, θα βυθιστεί στο χάος. Είναι η μυστική θεωρία του κουτμπ (άξονας) στην αραβική παράδοση. Αν υπάρχει ένας τέτοιος αόρατος άξονας που φυλάει ό,τι εξακολουθητικά λέμε νεοελληνικό πνεύμα από την απόλυτη σήψη, ένας αφανής άτλας που σηκώνει στους λιγνούς ώμους του το βάρος τής σκέψης ενός αιώνα στις άγονες ημέρες μας, θα ήταν ένας άνθρωπος που έχουμε το προνόμιο να βαδίζει ακόμα δίπλα μας, να συνομιλεί μαζί μας, μεταγγίζοντας ακατάπαυστα στη ζωή μας πολύτιμες ποιότητες: θα ήταν ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος
Φώτης Τερζάκης
ο Λυκιαρδόπουλος ακολουθεί τα χνάρια μιας ανανεωμένης παράδοσης, με σταθμούς σε ποιητές που στήριξαν το ποιητικό οικοδόμημα που δεν κατεδαφίστηκε (π.χ. Βάρναλης, Καρυωτάκης), παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες διαφόρων εποχιακών -ισμών, ευκαιριακών επιδιώξεων, βερμπαλιστικών διαθέσεων και άλλων ηχηρών παρομοίων, εχθρός της ασάφειας και των μπιχλιμπιδιών που κρέμονται από τους στίχους κουδουνίζοντας σε κάθε στροφή, τα αντιπαρέρχεται «πηγαίνοντας προς την τιμή και την υπόληψή του».
Τάσος Πορφύρης
Η ποιητικότητα είναι αυτή που γεννά το ποίημα του Λυκιαρδόπουλου. Η ποιητικότητα είναι η ψυχική αφετηρία του ποιήματος, το ψυχικό του εκ των προτέρων. Το ποίημα πάντα ακολουθεί σαν λαχάνιασμα, είναι εκ των υστέρων, είναι η λογοτεχνική μορφή της ποιητικότητας, και επιπλέον είναι μια γλώσσα αντιληπτή στο μεταίχμιο που εγκαταλείπει τον ήχο της στην ανάγνωση ή στην παρανάγνωση – πράγματι, έχει αυτή την ικανότητα – του αναγνώστη.
Στέφανος Ροζάνης
Η οξυδερκής πολιτική σκέψη τού Λυκιαρδόπουλου και η θεωρητική του συγκρότηση δεν τον οδηγούν ούτε σε έναν εύκολο, κανοναρχούμενο από μια άκριτη εξύμνηση μιας εργαλειακής εκδοχής του Διαφωτισμού, αντι-ανατολισμό ή φιλοδυτικισμό, ούτε στην εμμονική υπεράσπιση εκείνου που αυτή η εργαλειακή εκδοχή σκοτώνει, απομαγεύει, μεταλλάσσει, καταστρέφει ή διαστρέφει. Καμιά νοσταλγία για ένα «οργανικό παρελθόν» και κανένας εύκολος «φίλαθλος» μανιχαϊσμός (βασικό σχεδόν χαρακτηριστικό στην πολιτική σκέψη εκείνης της μεταπολιτευτικής περιόδου) δεν χαρακτηρίζει τη γραφή, καθώς υπερασπίζεται τη νομαδικότητα της κριτικής σκέψης που αναγκαίος όρος ύπαρξής της είναι η a priori καταστατική εναντίωσή της προς το υπάρχον, και η συγκρότησή της ως μια «κακορίζικη, αρνητική, “αρρωστημένη” διάθεση που δεν αφήνει κανέναν αστό στη χώνεψή του, κανένα φασισμό στην ευτυχία του, κανέναν πιστό στην ησυχία του ύπνου του» (σσ. 17-18). Μια κριτική σκέψη που σαφώς δεν έχει πατρίδα και ιθαγένεια, και η ίδια δεν είναι ούτε βόρεια ούτε νότια, ούτε ανατολική ούτε δυτική (για να μας θυμίζουν κάποιοι την αμαρτωλότητά της: «λες κι όλη η ουσία της “δυτικής σκέψης” συμποσούται στο εμπράγματο σκατό της που είναι ο καπιταλισμός» και λες «σαν να ’ταν από κόσμους διαφορετικούς ο Νίτσε και ο Ντοστογιέφσκι, ή σαν να μην ήταν η ιστορία της ανθρώπινης σκέψης μια ιστορία των αδιεξόδων της»).
Βασίλης Αλεξίου
Απόψε βρέχει
κάποιοι στον κόσμο
κρυώνουν – όπως πάντα
κλείστε τα όλα
τηλεοράσεις, κινητά, διαδίκτυο
τον θόρυβο του κόσμου
και διαβάστε
μόνοι,
παντέρημοι
Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο
Κώστας Δεσποινιάδης
Δεν θα ’ρθούμε. Τα χρόνια τα κύματα μας έβγαλαν αλλού. Το σπαθί βρέθηκε είναι χαρτοκόπτης, το εμβατήριο μακρινό τραγούδι μες στη νύχτα. Εδώ χρειάζονταν ταμπούρλα και αντοχή εδώ χρειάζονταν λαοί ολόκληροι με τα μπράτσα τους και τα κεφάλια τους. Τι να σου κάνει ο φίλος εκείνος που ξεχάσαμε κι ο άλλος που μας ξέχασε ή θα μας ξεχάσει; Τι να σου κάνουνε τα λίγα εκείνα χρόνια που μπορέσαμε να σταθούμε όρθιοι γύρω σε μια ιαχή; Εδώ χρειάζονταν αιώνες καθαρής γεωμετρίας, κανόνες ανοξείδωτοι σε όλους τους καιρούς, κι εμείς δεν είχαμε ούτε δυο στέρεα χρόνια. Μονάχα λέξεις αφήσαμε πίσω μας, λέξεις κλεμμένες από φτωχούς άρρωστους προγόνους που ξεχάσαμε κιόλας τ’ όνομά τους. Δεν θα ’ρθούμε. Πέρασε η πλώρη μας στ’ ανοιχτά του μέλλοντος, η λάμψη του χαράχτηκε για πάντα στα μάτια μας και στα χειρόγραφά μας αθάνατη σαν την πληγή της πρώτης μας αγάπης.
….
Κάνε τουλάχιστο σωστά τις τελευταίες κινήσεις
γιατί ο καιρός είναι στη μπάντα μας
κι ο ναύτης που ‘ρχεται να πιάσει το τιμόνι
ανήξερος και φοβισμένος.
Εσύ που ξέρεις πότε θα πνιγούμε
δείξε του πού πονάει το καράβι
κι άσ’ τον στην τέχνη σου που δεν είναι πια δική σου.
Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος
*Αναδημοσίευση από το http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2015/10/blog-post_30.html#more
Arthur Rimbaud, Μετά τον Κατακλυσμό
Μόλις η ιδέα του Κατακλυσμού ξανακάθισε,
Ένας λαγός σταμάτησε μέσα στα χόρτα και στις καμπανούλες που κουνιόντουσαν και είπε μια προσευχή στο ουράνιο τόξο μέσα απ’ της αράχνης τον ιστό.
Ω! οι πολύτιμοι λίθοι που κρύβονται,- τα λουλούδια που κιόλας κοιτάζουν.
Στο μεγάλο βρώμικο δρόμο οι πάγκοι με το κρέας στήθηκαν και τραβήξαμε τις βάρκες προς τη θάλασσα στημένη εκεί ψηλά όπως στις λιθογραφίες.
Το αίμα κύλησε, στο σπίτι του Κυανοπώγωνα, -στα σφαγεία, – μέσα στα τσίρκα, όπου η σφραγίδα του Θεού χλόμιασε τα παράθυρα. Κύλησαν το αίμα και το γάλα.
Οι κάστορες έκτισαν. Τα ποτήρια του καφέ άχνιζαν μέσα στα μικρά καφενεία.
Μες στο μεγάλο σπίτι από γυαλί ακόμα μουσκεμένο τα παιδιά με τα πένθιμα κοίταξαν τις υπέροχες εικόνες.
Μια πόρτα χτύπησε, -και πάνω στην πλατεία του μικρού χωριού, το παιδί γύρισε τα χέρια του, και αντιλήφθηκε τους ανεμοδείκτες και τα κοκόρια των καμπαναριών από παντού κάτω από την εκκωφαντική βροχή.
Η Κυρία *** τοποθέτησε ένα πιάνο μέσα στις Άλπεις. Η λειτουργία και οι πρώτες μεταλήψεις γιορτάστηκαν στις εκατό χιλιάδες άγιες τράπεζες της μητροπόλεως.
Tα καραβάνια έφυγαν και το ξενοδοχείο Splendide χτίστηκε μέσα στο χάος των πάγων και της νύχτας του πόλου.
Από τότε το φεγγάρι άκουγε τα τσακάλια να σκούζουν απ’ τις ερήμους του θυμαριού,- και τα ποιμενικά ποιήματα φορώντας τσόκαρα να γκρινιάζουν μέσα στο φρουτόκηπο. Μετά, μέσα στο βιολετί δρυμό με τα μπουμπούκια, ο Εύχαρις μου είπε ότι ήταν η άνοιξη.
Κουφοί, λιμνούλα,- Αφρέ κύλησε πάνω στο γεφύρι και πάνω από τα δάση,- σεντόνια μαύρα και όργανα,- αστραπές και κεραυνέ,-ανεβείτε και κυλήστε,- Νερά και θλίψεις ανεβείτε και ζωντανέψτε τους Κατακλυσμούς.
Γιατί από τότε που έχουν εξαφανιστεί,- ω! οι πολύχρωμες κρυμμένες πέτρες, και τα λουλούδια ανοιχτά!- είναι μια πλήξη και η Βασίλισσα, η Μάγισσα που ανάβει τα κάρβουνά της μέσα στο πήλινο τσουκάλι, ποτέ δε θα θελήσει να μας διηγηθεί αυτό που εκείνη γνωρίζει και που εμείς το αγνοούμε.
*Από τα ποιήματα σε πρόζα της συλλογής “Εκλάμψεις “(“Illuminations”), 1872. Μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης. Από το Ποιείν http://www.poiein.gr
Coriolano Golzalez Montanez, Ποιήματα
Η φωτογραφία δείχνει την εικόνα
ενός νεαρού άντρα που κρατά ένα μωρό
λίγων μηνών
και δίπλα σ’ αυτούς μια γυναίκα
που είναι μητέρα και γιαγιά.
Είναι κοντά σε ένα παράθυρο που βλέπει στο δρόμο
και μια μεγάλη φωτοβολίδα διασταυρώνει το στιγμιότυπο
σε διαγώνιο φθίνουσα απ’ τα δεξιά στ’ αριστερά.
Το άσπρο και μαύρο της φωτογραφίας
τονίζει τη φωτεινότητα.
Υπάρχει μια λεπτομέρεια που δείχνει
τον αυθορμητισμό της στιγμής:
ο νεαρός άντρας έχει τη ζώνη ξεκούμπωτη.
Έχω αναμνήσεις καθημερινές από αυτόν τον άντρα.
Τελευταία με κατατρέχουν
εκείνες στις οποίες ξυριζόταν.
Θυμάμαι το ξυρισμένο πρόσωπο του νεαρού άντρα,
του ώριμου άντρα, του άντρα στο σημείο του θανάτου,
αν και αυτό δεν το ήξερε κανείς.
Θυμάμαι τις χνουδωτές τρίχες
που αντιστέκονταν στο ξυράφι.
Θυμάμαι ακόμα όταν με ξύρισε
για πρώτη φορά στα δώδεκά μου χρόνια.
Αλλά με τον ίδιο τρόπο που αυτές οι αναμνήσεις
με κατατρέχουν, το κάνει επίσης κι η αμφιβολία,
η οξεία αμφιβολία πως στην πραγματικότητα
δεν μένουν αναμνήσεις
αλλά εικόνες άλλων φωτογραφιών
που αντικαθιστούν το κενό πια όχι μόνο στο νου
αλλά και στα συναισθήματα.
Πραγματικά αγαπάμε εκείνο
και εκείνους που έχουν φύγει;
Δεν θα κατοικίσουν αυτές οι συγκινήσεις στα χαρτιά,
στις φωτογραφίες, στην ύστατη ανάγκη του να μην αναγνωριστεί
πως μόνο στην αμεσότητα υπάρχει αγάπη και μίσος;
Θα είναι ο θάνατος όχι μόνο μια λέξη
αλλά μια ψυχική κατάσταση που μας συνοδεύει
γιατί όλοι οι καθημερινοί θάνατοι
μας οδηγούν στο τέλος και στην εγκράτεια;
Το σπίτι πια δεν υπάρχει.
Πάνε πολλά χρόνια που δεν υπάρχει παράθυρο
για να εισχωρήσει το φως
και, γι’ αυτό, ούτε η πιθανότητα
να το φανερώσω σε μια προσπάθεια
αναβίωσης φωτογραφίας και παρελθόντος.
Το σπίτι κατεδαφίστηκε για να κτιστεί άλλο
που πήρε τις αναμνήσεις του, τις σκιές του.
Τίποτα δεν απομένει πια
αλλά το φως όταν διαπερνά τα τζάμια…
*Από το βιβλίο Η άλλη ακτή (Τετράδια του Γκιγιέρμο Φόντες), Santa Cruz de Tenerife, Εκδ. Baile del Sol, 2008.
Ο ΤΖΙΜΙ ΧΕΝΤΡΙΞ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΟΥΝΤΙΓΙΑ
Στην άμμο, μέσω των ακουστικών,
ακούω τον Τζίμι Χέντριξ στο Γούντστοκ.
Στο βάθος η καταλαγιασμένη διάδοση των κυμάτων.
Έχει πανσέληνο και η παλίρροια είναι μεγάλη.
Σιγά σιγά φέρνει την άμμο
που η θάλασσα του χειμώνα σήκωσε.
Τα βότσαλα εξαφανίζονται˙
μία νέα παραλία, ένα νέο τοπίο.
Αφαιρούμαι στον καθαρό ορίζοντα.
Ο ήλιος πέφτει. Ίσως η πράσινη ακτίνα.
Τα παιδιά μου μες στο νερό, πάνω σε ένα στρώμα θαλάσσης,
επίσης παρατηρούν και αναμένουν.
Την τελευταία στιγμή ένα σύννεφο
εμποδίζει το φαινόμενο.
Τα παιδιά βγαίνουν τρέμοντας
και σκεπάζονται με την πετσέτα.
Αύριο.
Hear my train a’comin.
*Από το βιβλίο Κείμενα της Εξορίας. Ανέκδοτο.
**Ο Κοριολάνο Γκονθάλεθ Μοντανιέθ (γεν. Σάντα Κρουζ, Τενερίφη, 1965), έχει σπουδάσει Ισπανική Φιλολογία. Έχει εκδώσει πολλά βιβλία ποίησης και έχει λάβει μέρος σε ανθολογίες σύγχρονης ποίησης των Κανάριων Νησιών, ποίησης σχετιζόμενης με το ιαπωνικό είδος χαϊκού καθώς επίσης και ποίησης μεταφρασμένης στα ρουμάνικα. Ως κριτικός έχει δημοσιεύσει σχετικά με τον Eugenio Millet Rodríguez. Έχει μεταφράσει από τα ρουμάνικα το «el camino hacia Tenerife (drumul spre tenerife)», βιβλίο του Eugen Dorcescu. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ρουμάνικα, στα γαλικιανά και στα αμασίκ. Διαθέτει προσωπικό ιστολόγιο στο http://coriolanogonzalez.blogspot.com/
***Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε επιμέλεια και μετάφραση Άτης Σολέρτη.
Jessica Likar reviews Andy Jackson’s Immune Systems
Immune Systems
by Andy Jackson
Transit Lounge, 2015
Andy Jackson’s viscerally potent anthology Immune Systems exposes the reader to the bloodline of medical India, where medical tourism leaves the general population battling fraught poverty and the medical afflictions which accompany it.
Tripartite in structure, the series begins with a verse novella which explores medical tourism with an uncanny and thought provoking lens. A series of quick witted haiku’s offering small dense exposures of humour follow, while the series ends in a suite of complex and lyrically engaging Ghazals.
Jackson uses the insights of poetry to blur the lines of the physical experience, dissolving the state of otherness which exists when rigid physical boundaries are used to establish a sense of self and other. Jackson demonstrates the personal body and the societal body of urban India, to be experiencing the same contingencies and complications. This allows the reader to establish an empathic solidarity for the portraitures and circumstances presented throughout the series, rather than generating feelings of sympathy and otherness.
Jackson attaches you to the beating transport – ‘ the heart of this city of millions’ (15) – with a warm touch which takes in and acknowledges the desperation of people, evolving a tourist experience beyond the untouchable and distancing ‘ clichéd images of India’ (11). Abject vagrant bodies are observed with an eerie silence as city noises are decomposed and images are evoked like a ‘light film’ (15) which settles over the eyes.
An intimate connectivity is developed Immediately as the boundaries separating tourist from local are scattered by the reflective mirror surface present in the anthologies first poem, ‘Apollo Hospital’. Beginning at a point of vulnerability, the sweat fuelled and panicked speaker searches skyward for a hospital – an emergent layer – amongst a population condensed within an unrelenting street level filled with ‘crushed plastic and food scraps’ (11). The skyline holds a ‘white and mirrored’ (11) luxury hotel. The hotel’s reflective state creates a symbolic socio-economic barrier which perpetually projects poverty back onto its own reflection. Whereas the non-reflective steadfast ‘white–grey’ (11) water of the canal – which the speaker passes on the way to the hospital – threatens to pull its surroundings ‘down [into its] … banks’ (11). With these images Jackson illustrates the post-colonised space which the poverty afflicted are forced to hover in between. Progression is left ‘unfinished’ (11), and medical infrastructure suffers; ‘a British surgeon gives up translating/ Ayurvedic texts’ (31). The speakers taxi driver later says ‘The British brought good things,/ but divided us, kept people uneducated’ (15). Taking this in the speaker ‘keep(s) walking’ (11) and instead focuses on the portraitures of people – observing them with a tender observatory gaze – without letting the ‘shocking/ clichéd images of urban India‘(11) amount people to a state of caricatured otherness.
Jackson breathes humanity into the societal body locked out of medical treatments and forced to live ‘in clusters of concertinaed flesh/outside the best hotels, the five-star hospitals’ (19). He uses space and rhythm to symbolically embody the state of the medical infrastructure in a man with ‘no legs … crossing the road,/ using his calloused hands,/ moving slowly towards the gutter, backwards/ [while] An autorickshaw honks in protest/or warning’ (31). All encounters are felt with a devastation, as the sense of normalcy with which ‘you just have to accept suffering’ (25) is felt like the bloody reports of ‘newsprint (staining) your fingers … black’ (14).
The language is hygienically simple and unflinching and, despite the haze brought on by the sheer density of desperation, the anthology does not shy from questioning the fraught system which perpetual cycles poverty.
The speaker’s anger emerges in ‘Whatever exists in the universe’ where statistics of ‘unlicensed medicine factories’ (33) cover a prose type space, while excerpts for medical tourism marketing sit neatly aligned and centralised attempting to cover the poverty fuelled edges;
India is an extraordinary destination,
Ideally suited for recovery and unwinding
after a stressful surgical intervention. Our after-care … (33)
Jackson turns a fraught interwoven society characterised by poverty into an ‘inverted jewel’ (17, Sadhu) through its efficacious portraitures. He skilfully demonstrates urban India as an intrinsically and inextricably connected body, characterised by ancient tradition and globalised entrepreneurialism. The series feels as intimate as a heat driven dream in the first few glossy moments of waking and ‘the sun is everywhere … swollen’ (22) and unforgiving.
Jackson forces poverty to be seen as a unattended wound, which despite ‘police/ resorting to batons to subdue’ (14), remains a festering limb infecting and disturbing the whole immune system of society; he refuses to let poverty be reduced to a phantom limb. Immune Systems raises pertinent issues about the effects of medical tourism on an already impoverished society, while its efficacious portraitures itch and stay with the body like a ‘mosquito’ (37) bite.
*Jessica Likar is a passionate, vivacious writing and literature student at Deakin University on the homestretch of her BA degree. She writes poetry reviews for Rabbit, volunteers with Writers Victoria and was the Creative Producer of the 2015 Digital Writers’ Festival.
**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au
Γεωργία Τρούλη, Η μίτωση
Πώς κρέμονται σαν διάφανες κερήθρες
Πάνω στα αγκάθια οι μπουρμπουλήθρες
Η μία πάνω στην άλλη
Σε διαφορετικό μέγεθος η κοιλότητα
Η μίτωση γίνεται με αντιπαροχή
Του κυττάρου σε οξείδωση
Από ήλιο ανέχειας
Πυρηνική αντίδραση μέσα Στο
Διάφανο και στην χλωροφύλλη
Του λίγο Αέρα
Σαν μόρφωμα που αναπαράγεται
Διστακτικά
Σαν νέο άνθος πάνω το άγριο μωβ
Εκεί μέσα ελάχιστοι κόσμοι
Κατοικούν αόρατοι
Και με διαύγεια φαίνεται
Το εύθραυστο για στολίδι
Το δίχρωμο για αμφιβολία
Το σκούρο για ύπαρξη
Καμία βασίλισσα μέλισσα
Μέσσα αιμάσσουσα εκεί δεν κσσέρει
Βασσιλικό τρόπο να προφυλάσσει
Τα ασσημένια φτερά της
Αλλά με
Την ακκίδα μιας ακκανόνιστης
Ακκακίας που θα έρθει με νερό
Να συγχωνεύσει το σίγμα το κάππα
Στο ξ
Θα μείνει ξξερό το λουλούδι
Μόνο με αγκάθια
Και με μια
Αίσθηση
Λυγερόκορμου τρόμου
Αέρα
Θα μετατοπιστούν
Οι μπουρμπουλήθρες
Τα αγκάθια
Οι καταπακτές
Και η μίτωση
Που τώρα λέγεται Σφαγή
Θα αρχίσει
Να λαμβάνει χώρα
Σε
Άνθρωπο
Πέτρος Γκολίτσης, Θεσσαλονίκη 2013 μ.Χ (Πόλη κάτω απ’ την πόλη)
Ήρθε ο Ηράκλειτος στην πόλη μας απόψε
μίλησε με σωζόμενα ρητά
−κι άλλα που χάθηκαν−
ακούγονταν
τα πλέον σκοτεινά:
«φωτιές-αιώνιες και ψυχές-αναθυμιάσεις»
«είμαστε και δεν είμαστε»
«στις ίδιες πόλεις κατοικούμε
νεκροί και ζωντανοί»
«ο ένας μες στον άλλον αναπνέουμε»
«νεκροταφεία βρίσκουμε μετράμε τους νεκρούς»
−σε γλώσσα τρέχουσα σαν νά ‘λεγε−
δεν έχει η ανθρώπινη ροή επιστροφή
(εδώ και το ποτάμι)
η αλληλουχία των γενεών
πάνω στη γη, μέσα στην πόλη
1000 και κάτι οι τάφοι
του 4ου αιώνα προ Χριστού
στο Συντριβάνι
και 411 στα δυτικά, στο ενδιάμεσο
η decumanus
και μ’ ένα άλμα μετά
απ’ τη σφαγή του Ιππόδρομου
στο Άουσβιτς
Θεσσαλονίκη πόλη με ανοιχτά τα σωθικά
δείξε μας δώσε μας
την πόλη κάτω από την πόλη
κράτα την πόλη την πληγή σου ανοιχτή
πόλη μέσα σε πόλη
κάτω απ’ τα πόδια μας τάφοι και δρόμοι
στους αστραγάλους σου νεκρά φτερά
−στεφάνια δόντια όλα χρυσά−
εγχυτρισμοί
ενταφιασμοί
και καύσεις
δεν θα παύσεις
Θεσσαλονίκη πόλη πάνω σ’ άλλη πόλη
με τους νεκρούς σου να αιωρείσαι εσαεί
νέα ξανάρχεσαι
λειψή μεταβαλλόμενη
κι εμείς
οι επόμενοι νεκροί
γυαλίζουμε τα μάρμαρα
−in situ−
νεκροί και ζωντανοί
*Από τη συλλογή “Η σάρκα των προσωρινών”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη.
Ξαναδιαβάζοντας την ποίηση του Γιώργου Ιωάννου
Του Δημήτρη Ι. Καραμβάλη
Τριάντα ολόκληρα χρόνια από την εκδημία του ποιητή και συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, του λογοτέχνη που σφράγισε με τον δικό του, ανεπανάληπτο τρόπο και το ξεχωριστό του ύφος και ήθος, τη λογοτεχνία μας. Γυρνώντας, μετά από τρεις δεκαετίες στο ποιητικό έργο, καταθέτουμε μερικές ίχνιες σκέψεις για το ποιητικό του σώμα και αίμα.
Τα περισσότερα ποιήματα έχουν ένα ή δύο στίχους στο τέλος, που λειτουργούν σαν επιμύθιο ή συμπέρασμα ή καρπός αντίθεσης με το όλο σώμα του ποιήματος, ή ακόμη λειτουργούν σαν μπούσουλας και σαν σηματωρός στη συνέχεια του ποιήματος, στη συνέχεια της ζωής, όπως:
«Ας κατεβούμε γρήγορα – ξέρει ο Θεός τι κάνει» (δράση) ή
«Αυτοί αντλούνε από κάπου εξουσία»
(ή προσπάθεια ερμηνείας του απύθμενου θράσους) ή
«Τώρα γυρίζω για να βρω τον εαυτό μου»
(η αλήθεια – η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας)
ή ακόμη
«Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο»
(η διέξοδος-λύση)…
Μέσα στους στίχους του Γιώργου Ιωάννου, αναπτύσσεται με σφοδρότητα μεγάλη η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους – της σιωπής της γόνιμης και της φλύαρης και ανούσιας πολυλογίας, η υποκρισία και το ξέσπασμά της με την αιμάσσουσα καταγραφή της ειλικρίνειας, το μαρτύριο γιατί τα πάντα οδηγούν στην απευχόμενη λύση:
«Κι όμως για κει όλα τραβούν.
Το βλέπω με τα μάτια μου, το ξέρω»…
Ο Γιώργος Ιωάννου υπήρξε ένας «ελεύθερος πολιορκημένος» από τους σκληρούς ανθρώπους των γραφείων, με μια «σφραγίδα μοναξιάς» στο μέτωπο, αρνούμενος παρ’ όλ’ αυτά να συνθηκολογήσει:
«Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω
από γραφείο σε γραφείο
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,
να κάνω υποκλίσεις»…
Έτσι περνά με αλληλοδιαδεχόμενα ρεύματα από την ελπίδα («Πάλι θαρθεί όμως ο καιρός/πάλι θα πάμε ραντεβού όλο γλυκά απρόοπτα») στην απελπισία («Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτή τη νύχτα;») μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πεδίο βολής με τη νοσταλγία των αγαπημένων του προσώπων όπως «η μάνα του των πρώτων πρώτων παιδικών του χρόνων» με την ιδιαίτερη επισήμανση ακατάλυτη και καθοριστική «Τότε που τον φωνάζαμε μοναχογιό»…
Τα ποιήματα του Γιώργου Ιωάννου είναι προπομπός για τη δημοσίευση των πεζογραφημάτων του, μέσα από μια διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται και οριοθετεί το ποίημα αλλά και μια γόνιμη αμφιβολία και μια σκληρή αυτοκριτική απολογισμού που τρυπά κατάσαρκα τον ίδιο:
«Και δεν σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,
Γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν»….
Η αναμονή, η διάψευση, η προσμονή, η απογοήτευση, η αξία και η απαξία, το ανελέητο μαστίγωμα και η αναζήτηση της ταυτότητας, η πίκρα και η απογύμνωση μέσα σε τρεις μόνο στίχους, το παράπονο, το μεγάλο σχολείο του πόνου, η συνειδητοποίηση πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα, το γενικότερο κλίμα αδυναμίας διαφυγής μέσα από μια έξοδο κινδύνου:
«Νιώθω σαν σπόρος αγκαθιού
με γαντζωμένο το κεντρί
στην αγκαθένια την καρδιά μου»…
Μέσα στο καμίνι της ερημιάς ψυχής του ο ποιητής νιώθει αδύνατο να περιγράψει αφού θα πρέπει πρώτα να διαγράψει κι αυτό το ρολόι είναι ανήμπορο να δείξει τα πραγματικά όρια του χώρου και του χρόνου. Η μοναξιά φτάνει φορές που δεν παλεύεται αφού εξαντλημένη η φαντασία αδυνατεί να φέρει πίσω τις ξεθωριασμένες μνήμες. Και μπορεί να έχει την αίσθηση του ρολογιού, όμως αυτό σε τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τα λιμνάζοντα και τα σήποντα:
«Ύστερα έχασα τον ύπνο.
………………………………….
Άκουγα μόνο το ρολόι ως το πρωί»…
Δεν επιθυμεί τέτοια σιγουριά κι ασφάλεια, προκαλεί ακόμη κι αυτό τον ίδιο το θάνατο, ν’ αλλάξει κάτι, και μέσα σ’ αυτή την εξομολόγηση τη λυρική, η σπαραχτική κραυγή του ανθρώπου όπου γης, προσλαμβάνει πλατύτερες διαστάσεις, όταν θυμάται τις εκτελέσεις των αθώων, τις ριπές των πολυβόλων τις ανατριχιαστικές!
«Ο τοίχος είναι απέναντί μου που τους έστηναν
στο δέντρο που ακουμπάω τους κρεμνούσαν.
Το όπλο αυτό ζωντάνεψε κάτω απ’ τη νύχτα»…
Η ερωτική προσμονή, η αφοσίωση, έστω και η καταδίκη και η τιμωρία αντέχεται φτάνει ναρθεί το αγαπημένο πρόσωπο που χρόνια έχει να φανεί. Ως τότε κάποιο σημείωμα, η θολή μνήμη, η ψευδαίσθηση θα συντηρούν την ελπίδα:
«Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους
να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου.
Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε»…
Ποίηση με θραυσματικές απολήξεις, με αγώνα και αγωνία, γνήσιες λυρικές καταθέσεις, απόσταγμα ζωής:
«Και με το στήθος ίδιο ρόδι να τριζοβολά,
να χαίρεται να αποστάζει την ανάσα»!
Σημ.: Αναδημοσίευση από το βιβλίο “Γιώργος Ιωάννου – οκτώ κείμενα για την ποίησή του” του Δ. Ι. Καραμβάλη (εκδ. Δρόμων, 2015) στο οποίο ο συγγραφέας επιχειρεί μια προσέγγιση στο ποιητικό έργο του Ιωάννου “Τα χίλια δέντρα” (εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1963), όπου “βρίσκεται σε μικρογραφία το κατοπινό πεζογραφικό του έργο”. Τα κείμενα που περιλαμβάνει το βιβλίο έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr
Ζήσης Δ. Αϊναλής, Μυθολογία (απόσπασμα)
Ε, λοιπόν από μικρός είχα την μάλλον παράδοξη δοξασία πως ένα κι ένα δεν κάνουν κατ’ ανάγκη δύο, πως δύο και δύο δεν κάνουν κατ’ ανάγκη τέσσερα. Εκεί όπου οι άλλοι βλέπαν δύο εγώ δεν έβλεπα παρά ένα και ένα κι έτσι αδυνατώντας να δω ένα σύνολο ως άθροισμα πορευόμουνα προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι αφού όλοι οι άλλοι νομοτελειακά στο ένα κι ένα αντιλαμβάνονταν δύο εγώ πρέπει μοιραία να ήμουν παράφρων. Γιατί όμως να ήμουν εγώ ο τρελός; Τι είχαν οι άλλοι περισσότερο από μένα κι η δική τους εντύπωση βάραινε περισσότερο απ’ τη δική μου; Γιατί ετούτη η μαζική πίεση, ο φασισμός ν’ αναγνωρίσω τη λογική τους; Γιατί να μην είναι κάλλιστα όλοι οι άλλοι τρελοί; Ε, πώς να το κάνουμε τώρα, αφού ένα κι ένα δεν κάνουνε δύο! Ένας φυσικός νόμος δεν μπορεί να στηρίζεται στην νομοτελειακή αλληλουχία αιτίου αιτιατού αν το κάθε εγώ βλέπει διαφορετικά αποτελέσματα να εκπηγάζουν από διαφορετικά αίτια έτσι κι εγώ αποφάσισα πως δεν θα αναγνώριζα για νόμο φυσικό παρά ότι εγώ όριζα ως νόμο φυσικό. Βέβαια, αυτό προξενούσε ορισμένα προβλήματα διότι όταν εγώ έλεγα γυναίκα εκείνοι καταλάβαιναν άλογο. Τελικά μεγαλώνοντας ανακάλυψα πως ήμουνα θύμα μιας σκοτεινής διαπλανητικής συνωμοσίας. Ζούσα σ’ έναν κόσμο παρανοϊκών που από μιας αρχής το είχανε βάλει στόχο να τρελάνουν και μένα. Στερώντας μου την επικοινωνία θέλανε να με φυλακίσουν στον κόσμο τους να με κάνουνε να λέω τη γυναίκα γυναίκα και το άλογο άλογο. Κλείνοντας μου το στόμα θέλανε να μου κλείσουν όλους τους δρόμους όλες τις εναλλακτικές και ή να με φυλακίσουν στον κόσμο τους να με αυλίζουνε τις μέρες με λιακάδα ή να μ’ αφήσουνε να σαπίσω ελεύθερος αλλά μόνος μου στο δικό μου. Δεν θα τους περάσει όμως. Βάλθηκα λοιπόν να αποκαλύψω την ειδεχθή τους απάτη αποδεικνύοντας τους ότι ένα κι ένα δεν κάνουνε δύο καθόσον εγώ ο ίδιος που αντικρίζοντας με βλέπανε έναν δεν ήμουν στην ουσία ποτέ ένας παρά πολλοί μαζί συγκολλημένοι σ’ έναν. Αν κατάφερνα να τους κάνω να λένε δύο, τρία, πέντε, δέκα όταν θα αναφερόταν σε μένα θα είχα πετύχει το σκοπό μου διότι βέβαια ένα κι ένα δεν μπορούν ποτέ να κάνουνε δύο όταν το ίδιο το ένα δεν είναι ένα αλλά τουλάχιστον δύο. Τώρα όσο περνάνε τα χρόνια πείθομαι ολοένα και περισσότερο πως ένα και ένα δεν μπορεί δεν πρέπει να κάνουνε δύο αλλά ένα και ένα και πως δύο και δύο δεν πρέπει να κάνουνε παρά ένα και ένα και ένα και ένα. Έτσι χτίζω πετραδάκι πετραδάκι το δικό μου πλανήτη δίνοντας στέγη σ’ όλους τους αποκλεισμένους παράφρονες που επιμένουν να λένε το ένα κι ένα ένα κι ένα. Κι όταν θα γίνουμε ένα ωραίο μεγάλο σύνολο από μονάδες και πια δεν θα έχουμε ανάγκη τη φυλακή τους θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί με μια φωνή το χαρούμενο τραγούδι της αντεστραμμένης βαρύτητας τους όπου όλα θα είναι αληθινά και ένα και ένα θα κάνουνε ένα και ένα κι οι γυναίκες άλογα θα μας παίρνουνε καλπάζοντας μακριά τους τρυφερά κουβαλώντας μας μες στην αγέρινη αγκαλιά τους.
*Ζ. Δ. Αϊναλής, Μυθολογία, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ
**Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία: Ηλεκτρογραφία, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006, Αποσπάσματα, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008, Η σιωπή της Σίβας (e-book), Βακχικόν, Αθήνα, 2011. Έχει μεταφράσει Antonin Artaud: Πούτσα και ξύλο, Ουαπίτι, Αθήνα 2011, καθώς και στο πλαίσιο του εκτενούς αφιερώματος στον Artaud «Εξέγερση και Ουτοπία», Πλανόδιον, τ. 49, Αθήνα, 2010 (σε συνεργασία με τους Ήλιο Chailly & Ειρήνη Παπαδοπούλου). Επίσης έχει μεταφράσει δοκίμια των William Wordsworth και Samuel Taylor Coleridge στον τόμο Ρομαντική Αισθητική. Οι ποιητές των Λιμνών και η Σχολή της Ιένα, Κριτική, Αθήνα, 2011 (σε συνεργασία με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο). Έχει επιμεληθεί και προλογίσει την έκδοση Μιχάλης Τάτσης, Με το καδρόνι στα χέρια, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2011. Ποιήματα, πεζά, μεταφράσεις και δοκίμια του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.
Γιώργος Πρίμπας, Ολιγόγραμμα II (αποσπάσματα)

Photo by Neal Ulevich (c) 2009. All rights not explicitly granted in writing are reserved to the photographer. nulevich@watermargin.com. Sunrise over Denver International Airport October 31, 2009. Airport is 14 miles from camera.
Ώ! Λεύκα, όνειρο μου
Κατισχύεις της καταχνιάς.
Γιώργος Πρίμπας
Ολιγόγραμμα.
κάθε ανατολή έλκεται από τη δύση της
από την επιρροή στην εξουσία
λογοκρισία
στο κυπαρίσσι ύψος ρίζα καμιά δεν περισσεύει
cine 8 1/2
μάτια 8 1/2
παγκάκι 8 1/2
μια τίγρης ξαποσταίνει φως
πόση κούραση να σηκώσει τη μέρα;
σταγόνες χαλαζία αναφύονται στο βλαστό δροσιά εαρινού ρόδου
άνανθη ομορφιά
η πεταλούδα πέταγμα μεταβάλλοντας τον καιρό ποιήματα γράφει
αιτιοκρατία
το φως κάνει το χώρο
η αλλαγή μόνον όταν η φαντασία (μας) ξεπεράσει τον καπιταλισμό
προβλέψιμοι
το κτήνος που στολίζει τις πράξεις του με μια θεωρία
άνθρωπος
το νυχτολούλουδο Φάνης διαρρηγνύει το ιδεολόγημα του ορίζοντα των αισθητών
ο Αύγουστος
της άμμου και των αμπελιών
του έρωτα και των ονείρων
ζωή στιγμή
ξύδι γλυκόπιοτο
στους λογιστές της ζωής ο έρωτας στα πρέπει
κατάθεση του σώματος στην ψυχή ο χορός
μόνη μου αντικειμενικότητα τα συναισθήματα από το πρόσκαιρο της εντύπωσης των πραγμάτων
το γιατί δε ρωτά εξουσιάζει
πως, λοιπόν, έγινε ο κόσμος;
ο χορός δεν έχει ηλικία
θέλω να κάνουμε έρωτα
οι σκιές μακραίνουν
αδημονούν τα αστέρια να τρεμοπαίξουν
κάτι να λογιστεί ως άκτιστο
κάτι να θωρηθεί ως άπλαστο
μια ανεμώνη
Ω! Γαία κόρη του γίγνεσθαι μητέρα της ζωής απ’ τα μαστάρια σου απλώνεις αμβροσία
Ισλανδία, Απρίλης 2010
***
ξέρουμε τη μοίρα των άστρων
πότε θα σβήσουν πως θα εκραγούν
στο τετράδιο της ζωής
ο ήλιος προσθέτει το επόμενο φύλλο
άσπρες χαρακιές ματώνουν το γαλάζιο
τόσα να δεις μα πόσα γνώρισες;
η χαλασμένη ενότητα στο προχωρημένο της διαστολής των καιρών όπου το φως νησίδες στο σκοτάδι καμβά
στο χρηματιστήριο λουκέτο ασφαλείας
μια καλή αρχή
μια πεταλούδα η ευτυχία στιγμή
***
Με τρόπο χαϊκού Ι
Δώσε της χώρο.
Θα σε γεμίσει άνθη.
Βοκαμβίλια!
Δυο δεκοχτούρες
Πάνω σε πεύκου κλαδί
Ερωτοτροπούν.
Μικρή ελπίδα
Στο βλέμμα του γεωργού.
Όστρια καιρός.
Μέρες του Μάη
Ο αγέρας λεβάντες.
Η φύση λάμπει!
Μέσα στη γλάστρα
Την απότιστη.
Κοίτα! Αγριόχορτα!
Στάζουν τη δροσιά.
Τα φύλλα στα μάρμαρα.
Αρχαίος ναός.
Ιστός αράχνης.
Πόσο όμορφος!
Κάποιος θα πεθάνει!
Καθώς πέρναγα
Το κοτσύφι σώπασε.
Βουή μελισσών!
Πόσα τζιτζίκια;
Φορτωμένα η ζέστη.
Από το πρωί.
Ένας αετός
Πετάει ψηλά.
Στη γη θα καταλήξει.
Μια παπαρούνα.
Κόκκινη από ντροπή;
Ή από ζωή;
***
η νύχτα ξέσπασε…
…
οι ψυχές των δέντρων
αναβλύζουνε τρεμοφεγγιές.
πυγολαμπίδες!
…
από το Ένα
αναβλύζουνε μορφές.
αγέννητο!








