Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

_2

Η επανάσταση δεν θα γίνει ούτε σήμερα.
Δεν ξέρω να σας πω γιατί.
Είχε φυσήξει ένας δυνατός άνεμος προηγουμένως, παρέσυρε
ζωντανούς και πεθαμένους μαζί με οδηγίες χρήσεως.
Κάτω από έναν ψυχότροπο ουρανό ευδοκιμούν τεχνητοί λόφοι
εκεί όπου οι μαστοί της Γης αδυνατούν να θρέψουν το τοπίο.

Κι η επανάσταση δεν θα γίνει ούτε σήμερα,
γιατί μικρές κοπέλες πάνε σε πάρτι, εκεί που κατοικούν
ετοιμοπόλεμες φυλές,
που σφάζονται μα αίμα δεν τρέχει.
Με τα μανίκια τους σκουπίζουν θολά τζάμια καφενείων,
ψάχνοντας τρυφερούς συνοδοιπόρους.
Και δεν θα γίνει ούτε σήμερα γιατί φαρμακώθηκε ο ουρανός,
σχίστηκε η γη και φύσηξε πολύ, όπως προείπα,
κάποιοι πήγαν να φέρουν τα παλτά τους και δεν ματαφάνηκαν.
Το σκοτωμένο αίμα τρέχει πίσω απ’ την ουρά του, σχεδόν
αυτοαπασχολείται.
Κι ούτε τους βάρβαρους φοβόμαστε πια, μας εξημέρωσαν
ψηλαφώντας τις πληγές μας.
Η Επανάσταση δεν θα γίνει ούτε σήμερα.
Ανατέθηκε αλλού.
Και δεν χρειάζονται, βρε παιδί μου, άλλες εξηγήσεις.

Είναι κακοί οι οιωνοί,
την ώρα που αντιστρέφεται το μαύρο στην κοιλιά της νύχτας,
καλπάζεις στην ενδοχώρα
μα δεν βλέπεις τίποτα.
Ανοίγεις τότε τα παράθυρα
να πάρουν τα όνειρα αέρα,
λουλούδια για του πεθαμένους, κόλλυβα για τους ζωντανούς.
Καλύτερα να σαπίζεις κάτω απ’ το νερό, σού ψιθυρίζουν.
Είσαι γερό σκαρί, θ’ αντέξεις.

*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, εκδόσεις Μελάνι 2014, σελ. 11 και 16.

Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα

03

Πορείας Εκτροπές

ΠΟΡΕΥΘΗΚΑΜΕ σε πυρακτωμένες διαδρομές
με τις σκέψεις να στροβιλίζουν,
σαν να θέλουν να μας τραβήξουν στους απύθμενους τόπους,
όπου η άναρχη διάσταση των πραγμάτων
και η αέναη κίνηση του σύμπαντος.

***

Σύντροφος

ΗΣΟΥΝ ο φάρος σε χαλεπούς καιρούς.
Αυτό το μικρό και τόσο πολύτιμο φέγγισμα
για το ναυαγό που προσπαθεί να βγει στη στεριά.
Ήσουν ο φάρος στο κρύο,
όπου η ανάσα σου φλόγα περίσσιας θαλπωρής,
όταν οι άλλοι, ξέρεις εσύ,
εγκατέλειπαν το όνειρο της ελευθερίας
εξαγοράζοντάς το με χυδαίο υλισμό.
Είσαι ο φάρος.

***

Χίμαιρες

ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΙ σε σκόρπιους χώρους
με την πραγματικότητα αντίθετη στη φαντασία
που καλπάζει κυνηγώντας χίμαιρες.
Χίμαιρα να μην υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο;
Χιμαιρα να μην γίνονται πόλεμοι;
Χίμαιρα να μην πεθαίνουν τα παιδιά από πείνα;

*Από τη συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα 2004.

Poet and Artist Ashraf Fayadh Sentenced to Death in Saudi Arabia

11190928_1604519553122521_124686960_n

Sarah Cascone
Friday, November 20, 2015

After nearly two years in prison, Palestinian poet and artist Ashraf Fayadh, age 35, was sentenced to death by Saudi Arabia on Tuesday, November 17.

Fayadh is a member of Edge of Arabia, a British Saudi art organization, which on November 16 installed two murals at the United Nations as part of “Our Mother’s House,” an arts initiative run with Art Jameel in support of the women of southwest Saudi Arabia. The two groups were highlighted at the Armory Show’s Focus Section 2015.

Ashraf Fayadh with a woman at an art opening during Jeddah art week, which may have been used as evidence against him at his trial.

“He was instrumental to introducing Saudi contemporary art to Britain and connecting Tate Modern to the emerging scene,” Edge of Arabia co-founder Stephen Stapleton told the Guardian. “He curated a major show in Jeddah in 2013 and co-curated a show at the Venice Biennale later that year.”

Fayadh was arrested on January 1, 2014, having been accused of having promoted atheism in his 2008 book of poems, Instruction Within. He was initially detained by police in August of 2013, but was released on bail just a day later. On social media, Fayadh’s friends have alleged that when police were unable to prove his atheism, they became critical of his long hair and smoking habit.

“They accused me [of] atheism and spreading some destructive thoughts into society,” Fayadh told the Guardian, explaining that his poems were “just about me being [a] Palestinian refugee… about cultural and philosophical issues. But the religious extremists explained it as destructive ideas against God.”

Initially sentenced to four years in prison and 800 lashes in 2014, Fayadh was subsequently retried. He has 30 days to appeal the new ruling, which was made in accordance with Sharia Islamic law, on which the Saudi justice system is based.

A prosecution witness who testified in the trial reportedly accused Fayadh of cursing God, Muhammad, and Saudi Arabia. Fayadh believes that the complaint stemmed from an argument he had at a cafe with another artist about contemporary art.

The Guardian reports that court documents quote Fayadh as saying “I am repentant to God most high and am innocent of what appeared in my book mentioned in this case.”

“I was really shocked,” said Fayadh of the new verdict, “but it was expected, though I didn’t do anything that deserves death.”

“We condemn these acts of intimidation targeting Ashraf Fayadh as part of a wider campaign inciting hate against writers and using Islam to justify oppression and to crush free speech,” reads an online petition pushing for the poet’s release.

Soon after his initial imprisonment, 100 Arab intellectuals demanded his release. The Arabic Literature website has begun translating his poems, starting with Frida Kahlo’s Mustache and Asylum, into English. The Freedom for Ashraf Fayadah Facebook group has 57 members.
“This case is yet another black mark on Saudi Arabia’s dismal human rights record in 2015,” Human Rights Watch Middle East researcher Adam Coogle told the Guardian. “The trial records in this case indicate clear due process violations, including charges that do not resemble recognisable crimes and lack of access to legal assistance.”

*http://news.artnet.com/people/ashraf-fayadh-sentenced-to-death-in-saudi-arabia-368849#.VlDq7ReC1M0.facebook

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ξέχασα τη μάνα μου

Nardi-1

ξέχασα τη μάνα μου
λησμόνησα τα πορφυρά μαλλιά της
με τις χρυσές ανταύγειες

κλείστηκα σ΄ απόμερο καταφύγιο
υποχώρησα αμαχητί
στην άλλη άκρη του κόσμου

ακίνητος αγναντεύω
τα πέρατα τα τρεμάμενα
χωρίς κανένα σκίρτημα επιστροφής

δεν συμβουλεύομαι πια χάρτες
οι πυξίδες έπαψαν να μού χρησιμεύουν
οι φράχτες εδώ κι εκεί διάσπαρτοι

στον δικό μου ορίζοντα
όλα είναι ματωμένα στο μεταίχμιο
πληγωμένα από ύπουλα βέλη

οι φαρέτρες στο μεγαλείο τους
την ώρα που σκίζεται η γη
κάτω απ’ τα πόδια μου

Γιώργος Μήλιας, Αιέν

Unknown

Στον φίλο μου Κωστή Παπαγιώργη

Ι
Ψηλά το κάστρο
Ψηλότερα το φεγγάρι
Θαρρείς ελαφρόπετρα

Σ’ ένα μόνον απόγευμα
Το ταξίδι το κέρμα

Ένα κοπάδι σκιές
Μια πύκνωση του χρόνου
Αιέν- Αιέν
Ψιθυριστά προς το νόημα

ΙΙ

Αιέν-Αιέν
Ψηλά η χλόη,
Ψηλότερα οι λέξεις ο άνεμος
Τα πουλιά που αστράφτουν

Μια ηλιαχτίδα στο μέτωπο
Μια μονοκονδυλιά που ανοίγει τα κλειστά

Η ομίχλη και το αίμα
Που χειμάζουν στη ρεματιά

Αιέν, Αιέν
Ψιθυριστά προς το νόημα
Και νυν και αεί

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης “Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2014 (σελ. 125).

Στρατής Πασχάλης, Επαύλεις

b_22551_or__fotopoilos_(2)

‘Ο κήπος πού άρχιζε μέ επιτήδευση
καί τέλειωνε σέ περιβόλι
ελεύθερο μά φροντισμένο
ένώνονταν σέ μία σύζευξη αρμονική
μέ τ’ δλο τοπίο των έλαιώνων
της λυγαριάς καί των σχίνων
ανάλαφρος μακάριος καί ειρηνικός: Στήν άρχή
άλέες σχήματα γύρω άπό σιντριβάνια
μεγάλες γλάστρες αρχαιοπρεπείς
μέ ιβίσκους καί γεράνια
στά μάρμαρα τά περιστέρια
πέρα ψηλά οί βραγιές καί τά σύδεντρα
κάπου κάπου μιά γάτα εξαίσια
τό σπίτι σχεδόν σβησμένο
στή ζέστη του καλοκαιριού.

Άλλ’ όμως μέσα
μόλις περνούσες τό κατώφλι
στό δροσερό σκοτάδι άλλη πανίδα καί χλωρίδα
τεχνητή
άγριας νύχτας: Απέναντι σκιά πυκνή σάν άπό ΰλη
πουλιά νεκρά πού κρέμονται καί δράκοντες άναπαυμένοι
δρυμός βαρύς πού άναρριχάται κισσός
ξυλόγλυπτος δλο απειλές· ένας μπουφές.
Μέσα στόν πάγο τού καθρέφτη
χειμερινά ξερόκλαδα· πτυχώσεις.
Κι ή οροφή συννεφιασμένη.
Βαθιά ο καναπές στό έρεβος
—ή ράχη έπιανε τά μισά τού τοίχου σέ ύψος—
τόν έστεφε μιά σκέτη κεφαλή έλαφιοΰ
βαρύτιμη καί απαθής (μισοφαινόταν)
ένώ στήν αγκαλιά του όγκος κρεάτων
μές σέ βελούδα περιδέραια φτερά βεντάλιας
καί μαξιλάρια σκοτεινά κουφάρι
ενός θηρίου- ή σωριασμένη δέσποινα…

Κι αυτοί οί δύο κόσμοι συνυπήρχαν
ο ένας κλειστός μέσα στόν άλλο
σάν σάρκα υπερώριμη άγουρου φρούτου.

*Από τη συλλογή “Ανασκαφή”, Εκδόσεις Ίκαρος, 1984, σελ.27-28.

e. e. cummings – επτά σημεία «σύγκλισης», επτά ποιήματα

cummings

Του Βασίλη Αμανατίδη

Η μετάφραση (κυρίως, μάλιστα, της ποίησης) όταν δεν υπαγορεύεται από στείρα επαγγελματική επιταγή (και στην ποίηση σπάνια υπαγορεύεται), είναι συνήθως μια αργή και απολαυστική διαδικασία, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις θα ήταν καλό να γεννιέται από περιέργεια, υποψία ή βεβαιότητα εκλεκτικής συγγένειας με το προς μετάφραση κείμενο. Μέσα από μια χρονοβόρα, πολύπλοκη και σχεδόν ατέρμονη διαδρομή αντιμεταχωρήσεων κι εγκολπώσεων, η μεταφραστική διαδικασία οφείλει πάντως να διατηρεί ως υψηλό στόχο έναν τελικό μεγαλειώδη «κανιβαλισμό»: ο μεταφραστής, αφού πολέμησε με την ατίθαση φύση του δυσμετάφραστου, προβαίνει κάποια στιγμή σε μια αποφασιστική «κανιβαλική ενσωμάτωση», δηλαδή «τρώει» το πρωτότυπο και το μεταμορφώνει σε «πρωτότυπο». Εννοώ πως: κάθε μετάφραση είναι, αναγκαστικά, μια παρερμηνεία, που για να μπορέσει να λάμψει με τρόπο ανάλογο αλλά διάφορο του πρωτοτύπου, οφείλει να είναι πραγματοποίηση μιας παράλογης αντίφασης – μια «αγαπώσα και σεβαστική άπιστη» ή μια «διαρκώς αμφιβάλλουσα και διερωτώμενη πιστή». Κοινώς, τίποτε στη μετάφραση να μη θυμίζει μετάφραση. Το μεταφρασμένο κείμενο ν’ αποτελεί ένα καινούργιο κείμενο που, αν και αναμετράται αδυσώπητα με τον αρχικό συγγραφέα ή ποιητή, ανήκει πλέον κυρίως στον μεταφραστή. Υπό την έννοια αυτή -και ασχέτως του δικού μου μεταφραστικού αποτελέσματος-, μια προσεγμένη και δημιουργική μετάφραση (δηλαδή μια μετάφραση -ό,τι άλλο θα έπρεπε να αποκαλείται «μεταγλώττιση», και είναι δυστυχώς η μεγάλη πλειονότητα) θα έπρεπε κανονικά να υπογράφεται εξίσου από τον αρχικό συγγραφέα και από τον δευτερογενή συγγραφέα (μεταφραστή), και επομένως από το αναγκαστικό δίδυμο αυτής της υπέροχα παρά φύσιν συνέργειας.

Όσο κι αν η ιδιοτροπία της ποίησης του e.e.cummings βολεύει έναν τέτοιον ισχυρισμό, δεν υπάρχει εύκολα ποίημά του που να μην μπορεί να μεταφραστεί. Νομίζω, άλλωστε, πως όλα τα ποιήματα είναι μεταφράσιμα, αν διευρύνουμε ελάχιστα το εννοιολογικό πλαίσιο της λέξης «μετάφραση». Απλώς, ένα δυσμετάφραστο ποίημα δε ζητάει διστακτική μετάφραση αλλά επανεγγραφή, η επιτυχία της οποίας, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη αυτού του νεφελώδους, δυσπρόσιτου αλλά υπαρκτού συνδετικού ιστού που δένει τον μεταφραστή με τον ποιητή, και το οποίο λέγεται «εκλεκτική συγγένεια». Κατευθύνθηκα προς τον e.e.cummings το 2000. Υπηρετούσα τη θητεία μου στην Πολεμική Αεροπορία. Βαριόμουν φρικτά. Μέσα σ’ ένα περιβάλλον που επιδιώκει την επανάληψη, τη ρουτίνα και την εξομοίωση, χρειαζόμουν επειγόντως ενέσεις αμετανόητης εφευρετικότητας και υπερήφανα ιδιοσυγκρασιακής διαφοροποίησης. Ξεκίνησα να τον μεταφράζω σαν ηδονικό παιχνίδι. Την εποχή εκείνη είχα ήδη αρχίσει να γράφω το τρίτο μου ποιητικό βιβλίο Τριαντατρία (Γαβριηλίδης 2003), στο πλαίσιο του οποίου κατευθυνόμουν συνειδητά προς μια απενοχοποιημένη υβριδοποίηση των στιλ και των ειδών. Παντιέρα του Τριαντατρία ήταν το εξής τριμερές σχήμα: Αποδοχή του ναρκισσισμού – Διαίρεση αλλά και τήξη των ειδών – Τεμαχισμός του εγώ, του ύφους, του στίχου. Ο e.e.cummings, που ήρθε σε μένα στα μισά της διαδρομής εκείνου του βιβλίου, καθόρισε αρκετά, υποθέτω, τον κυματισμό αυτής της παντιέρας. Η ελευθερία του, ο παιδευμένος παιδισμός του, η σοφή του αφέλεια, ο παραδόξως πειστικός και ιαματικός ρομαντισμός του, η «άτσαλη» φόρμα της γλώσσας του, ο αγέραστος μοντερνισμός του πειραματισμού του, η πρωτοπόρος δυναμική του προδρομικά λετριστικού κοσμοειδώλου του, σε συνδυασμό με την επανανακάλυψή του από τα καινούργια ιντερνετικά παιδιά, τους νέους ηλεκτρονικούς ποιητές και την αενάως παίζουσα αβάν γκαρντ της σύγχρονης μετα-ποπ σκηνής (Bjork) με ώθησαν κατά τρόπο αβίαστο να τον ανακαλύψω ως έναν παράλογα μοντέρνο, ως έναν εντελώς σημερινό, ως κάποιον το παράδειγμα του οποίου όφειλα ν’ ακολουθήσω. Αν ο Beckett είναι για μένα ο ένας πόλος που μπορεί να καθορίσει και τον αιώνα που διανύουμε, ο e.e.cummings -παρά το «μικρότερο» και πιο περιθωριακό δέμας του- έγινε αυτόματα ο άλλος. Γύρω από αυτούς τους τόσο διαφορετικούς πόλους, ανακάλυψα ένα άνυσμα που με τις άπειρες ταλαντώσεις του ορίζει, αλλά και διευκολύνει, την υπαρξιακή και καλλιτεχνική μου αναπνοή. Στην ποίησή του -μια ποίηση ιδιότροπα ατελή, τεμαχισμένα ολόκληρη- ανακάλυψα έναν σπάνιο αναπνευστήρα. Είμαι όμως σίγουρος πως το στόμιο αυτού του αναπνευστήρα ταίριαζε ήδη στο σχήμα του στόματός μου. Στο εξής, έπιανα τον e.e.cummings, δοκίμαζα, μετέφραζα. Πυρετικά ή οργανωμένα. Με διαλείψεις, παύσεις, επανακάμψεις, διαρκείς αναθεωρήσεις. Ξανά και ξανά. ‘Εχοντας πρoηγουμένως βρει ένα μεταφραστικό στίγμα, άρχισα να μαζεύω και τις λίγες μεταφράσεις του e.e.cummings στα ελληνικά που δεν είχα υπόψη μου. ‘Αρχισα έτσι να υποπτεύομαι τις ξεχωριστές προϋποθέσεις, τους συμβιβασμούς, τις επιτυχίες και τις διαφοροποιήσεις κάθε μεταφραστή, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου. ‘Εχοντας πια μεταφράσει πάνω από τριάντα ποιήματά του, προχωρώντας και σε άλλα, και ετοιμάζοντας σιγά σιγά ένα βιβλίο, διακρίνω πια αρκετά καθαρά πού κάνω τον e.e.cummings «κυκλικό» και πού τον «τετραγωνίζω». Πού αφήνομαι (ελάχιστα είναι η αλήθεια) να τον προδίδω και πού παρουσιάζομαι εμφανέστερα σαν ιδιωτικό «μας» παιχνίδι ανάμεσα στους στίχους, πού επιθυμώ να τον μπολιάσω (παράλογα, αλλά και ταιριαστά με ένα π.χ. «ελυτικό» ή ακόμη και «τσελανικό» στοιχείο) και πού να εφαρμόσω αναλογίες και να πάρω ελευθερίες. ‘Ετσι, μεταφράζοντας τον ποιητή που έχει αναγάγει το απόσπασμα και την τμήση σε αισθητική αξία, πώς θα μπορούσα π.χ. να μην προβώ μια-δυο φορές σε εσωτερικές τομές λέξεων, όταν η ελληνική γλώσσα το ευνοεί, ακόμη κι αν ο ίδιος στον στίχο εκείνο δεν το πράττει. (Το «spine», φερ’ ειπείν, έγινε με τομή στίχου «σπονδ/υλική στήλη», υποθέτοντας ότι η ευρηματικότητά του θα συναινούσε, αν ο ίδιος μπορούσε να γνωρίζει τις δυνατότητες επήρειας της ελληνικής επί του λόγου του). Το σίγουρο, πάντως, είναι το εξής: από τις μεταφράσεις αυτές δεν επιθύμησα ποτέ να εξαφανιστώ ως ποιητής. Αντιθέτως, επιδίωξα παθιασμένα να συμπλεύσω μαζί του εμφανώς, και -για να το πω έτσι- κατά έναν τρόπο ισότιμο: ως δύο ποιητές που συμπαθιούνται και αγαπιούνται, ακόμη κι αν ο e.e.cummings αυτό το αγνοεί. Δηλαδή, ενσωμάτωσα μερικά ποιήματα του e.e.cummings διά της βίας (αναγκαστικά, χωρίς τη συναίνεσή του), με την ελπίδα να βγουν από μέσα μου με καισαρική τομή προς το ενδιάμεσο πεδίο μιας άλλης γλώσσας, με φαινομενικά ανώδυνη ύπνωση, χωρίς εμφανείς τους πόνους του τοκετού, αλλά με τη μοιραία ρήξη της γέννας, και μάλιστα με το στίγμα του «μη φυσιολογικού» τοκετού. ‘Οπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε μετάφραση που επιχειρεί -με έκβαση επιτυχή ή μη- να σεβαστεί τον εαυτό και την πηγή της.

Η ποίηση του e.e.cummings, ειδικά η οψιμότερη, βασίζεται πολύ (θα έφτανα στο σημείο να πω ότι βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά) σε μια πολύ ιδιαίτερη χρήση του μέτρου, του ρυθμού και της ρίμας. Σε μεγάλο μέρος της ποίησής του γράφει σατιρικά ποιήματα ή δοξαστικά ερωτικά «τραγούδια», τα οποία μοιάζουν (περιέργως; τυχαία;) με μια ιδιόμορφη «λευκή» εκδοχή των γκόσπελ, ή ακόμη, όσο παρακινδυνευμένος κι αν ακούγεται ένας τέτοιος ισχυρισμός, του σημερινού ραπ. Πρόκειται για μια παιγνιωδώς λόγια εκδοχή «λαϊκής» και «αχειροποίητης» ποίησης, που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη φωνηματική και φωνητική λειτουργία του λόγου και των παρηχήσεων, στο παιχνίδισμα των ήχων και των σημασιών τους – στοιχεία, πάντως, που εγνωσμένα προορίζονται να ξετυλιχθούν πάνω στην οπτική παγίωση του λευκού «καμβά» της τυπογραφικής σελίδας. Με αυτόν τον υψηλά δημιουργικό περιορισμό κατά νου, στα περισσότερα ποιήματά του, παίζει διαρκώς με την ομοιοκαταληξία στο εσωτερικό των στίχων, και κυρίως μ’ ένα πολύ προσωπικό είδος «οπτικής ρίμας», που στην ηχητική της εκδοχή ακούγεται λοξή, ατελής, «στραμπουληγμένη» και παραφθαρμένη ή μπορεί και να προσπερνιέται ως αθέατη – και εννοώ ανήκουστη (π.χ. know-grow-how / proclaim-dream-seem / amaze-paradise-yes κ.ο.κ.). Αυτή, λοιπόν, η καίρια -για να μην πω πρωταρχική- ηχητική-οπτική διάσταση της ρίμας και του ρυθμού, η ακολουθία και η τήρηση της ιδιόρρυθμης ρυθμολογίας και μουσικότητας του e.e.cummings (που λόγω της εκτεταμένης αγγλικής χρήσης των μονοσύλλαβων λέξεων αποτελεί στην ελληνική μετάφραση ένα μάλλον δύσκολο εγχείρημα), στη συγκεκριμένη μεταφραστική προσέγγιση καταβλήθηκε προσπάθεια όχι απλώς να μην παραμεριστεί αλλά και να τηρηθεί απαρέγκλιτα, ακριβώς επειδή είναι κατεξοχήν ένας ποιητής «σωματικός» (δεν έχω άλλη λέξη), τα ποιήματα του οποίου είναι «πράγματα» που ηχούν και φαίνονται και όχι ιδέες που απηχούν και παραπέμπουν. ‘Αλλα βασικά μεταφραστικά ζητούμενα ήταν η αναλογική ισορροπία του ποιήματος ως μορφολογικής ολότητας και όχι απλώς η κατά λέξη ακρίβεια. Η ανάγλυφη αποτύπωση, και σε καμία περίπτωση η εξομάλυνση, των εσωτερικών ρήξεων, των ασυνεχειών, των επιτηδευμένων υπερβολών και των γραμματικών «λαθών», ακόμη και των αντιφάσεων της γλώσσας του. Ενώ ταυτόχρονα, και παρά την αντίξοη επιβάρυνση των προηγούμενων όρων και ζητούμενων, εδώ καταβλήθηκε προσπάθεια να τηρηθεί, κατά το δυνατόν απαράβατα, και η πιστότητα του νοήματος, φροντίζοντας να περιορίσω στο ελάχιστο ακόμη και τη χρήση των αναλογιών. Σε κάποιες περιπτώσεις έκρινα απαραίτητο να πάρω ορισμένες «χτυπητές» ελευθερίες, κυρίως όμως ως ένα εκ των υστέρων κλείσιμο του ματιού προς έναν πραγματικά ελεύθερο, ανένταχτο και ακατάτακτο ποιητή-εφευρέτη, που αποτέλεσε διά βίου μια ανακουφιστικά «αυθαίρετη» δημιουργική εξαίρεση. Θα θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, εάν μόνο λίγα από αυτήν την προσπάθεια φαίνονται διά γυμνού οφθαλμού στην τελική μετάφραση, και τελικά εάν αυτή δεν μοιάζει και τόσο με μετάφραση. Επομένως, εάν η «κανιβαλική ενσωμάτωση» του πρωτοτύπου έχει επιτευχθεί με ισορροπία απόλυτης βίας-ρήξης και απόλυτης τρυφερότητας-επανόρθωσης.

1.
άνοιξη!μάης –
το παντού είν’ εδώ
(με ένα χάμω πάνω χάμω
και το πουλί στο κλαδί)
πώς όμως; γιατί;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(φίλα με άρα)σεμνή μου γλυκιά με λαχτάρα και πιο
λατρευτή μου στον κόσμο αυτό
(πέθανε!ζήσε!)
το νέο είν’ τ’ αληθινό
και το να χάνεις το να έχεις
μα δεν μας είν’ εμάς γνωστό-γενναίος!γενναία (αντέχω΄ αντέχεις; απόψε η γη
κι ο ουρανός γίναν ένα)ω χαρούμενή μου τόσο,εσύ που για μένα
η νεαρή μου αγάπη είσαι
γιατί όμως;πώς;
δεν μας είν’ εμάς γνωστό
(μ’ ένα πάνω χάμω πάνω
μες στην άνοιξη στον μάη)
πέθανε!ζήσε
(χαμένο τίποτα δεν πάει:το για πάντα είν’ εδώ)
και δέντρο μου στα ξαφνικά που ανθοβολείς,χόρευε εσύ
-εγώ θα τραγουδώ

2.
αυτά τα παιδιά που τραγουδούν σε πέτρα μια
σιωπή της πέτρας αυτά
τα μικρά παιδιά που τυλιγμένα με πέτρας
ανθούς ανοίγουν για
πάντα αυτά τα σιωπηλά μικρά γεμά-
ταφος παιδιά είναι πέταλα
το άσμα τους είναι ένα λουλούδι του
πάντοτε τα άνθη τους
από πέτρα είναι
οι σιωπηλοί τραγουδιστές
ενός τραγουδιού σιωπηλότερου
από σιωπή αυτά τα πάντοτε
παιδιά για πάντα
που τραγουδούν στεφανωμένα με ασμα-
νθούς τα παιδιά της
πέτρας με άνθη
στα μάτια
αυτά ξέρουν καλά αν ένα
μικρό δέντρο
ακούει
για πάντα τα πάντοτε παιδιά που τραγουδούν για πάντα ένα
άσμα πλασμένο
από σιωπηλή σαν πέτρα σιωπή
τραγουδιού

3.
τον καιρό του ασφόδελου (που γνωρίζει
πως στόχος του ζην είναι ν’ ανθίζεις)
το γιατί ξεχνώντας, θυμήσου το πώς
τον καιρό της πασχαλιάς που διακηρύσσει πως το
να ονειρεύεσαι είναι του ξυπνήματος μόνος σκοπός
(ξεχνώντας το φαίνεται)θυμήσου το τόσο
τον καιρό των ρόδων (που εκπλήσσουν σαν άβυσσος
το εδώ και το τώρα μας με παράδεισο)
ξεχνώντας το αν, θυμήσου το ναι
τον καιρό των γλυκών παραπέρα πραγμάτων
ό,τι και αν κατανοεί ο νους εκ των θαυμάτων
θυμήσου το ψάχνω (ξεχνώντας το βρίσκω)
και σ’ ένα μυστήριο που θα έλθει να σώσει
(όταν απ’ τον χρόνο ο χρόνος μάς ελευθερώσει)
ξεχνώντας με, θυμήσου με

4. μου αρέσει το σώμα μου όταν είναι με το σώμα σου. Τόσο που είναι φρέσκο αυτό το πράγμα. Μύες καλύτεροι, νευρώνες περισσότεροι.
μου αρέσει το σώμα σου. μου αρέσει αυτό που κάνει,
μου αρέσουν τα πώς του. μου αρέσει απ’ το σώμα σου να νιώθω τη
σπονδυλική στήλη και κόκαλα, και την τρεμουλιαστή
κρουστο-απαλό τητά του και που εγώ θα το
ξανά και ξανά και ξανά
φιλήσω, μου αρέσει να φιλώ αυτό κι εκείνο σου,
μου αρέσει, αργά να χαϊδεύω το, χνούδι φουντωτό το
γουνάκι ηλεκτρισμένο σου, και τι-ν’-αυτό που βγαίνει
από τη χωρισμένη σάρκα … Και μάτια μεγάλα ερωτο-ψίχουλα,
και ίσως μου αρέσει το ρίγος
του από κάτω μου εσύ τόσο, που, αλήθεια, φρέσκο πόσο

5.
η αγάπη είναι πιο πυκνότερη του λησμονώ
πιο λεπτότερη του θυμούμαι
πιο σπάνια απ’ ό,τι είναι το κύμα υγρό
πιο συχνή του θ’ αποτύχουμε
είναι φεγγαρόπληκτη και πιο σαλή
και πιο δεν θα ξε-είναι
απ’ ό,τι όλη η θάλασσα η αλμυρή
που μόνο από τη θάλασσα βαθύτερή ‘ναι
η αγάπη είναι λιγότερο πάντα του κερδίζω
πιο λίγο ποτέ του ζωντανός
λιγότερο μεγαλύτερη απ’ το ελάχιστα αρχίζω
πιο λίγο μικρότερη του συγχωρώ
είναι πιο ηλιόλουστη και λογική
και πιο ποτέ της δεν πεθαίνει
απ’ ό,τι ο ουρανός όλος που στη γη
από τον ουρανό μόνο ψηλότερος μένει

6.
σε πείσμα του οτιδήποτε
αναπνέει και κινείται, μια κι ο Θάνατος
(με χέρια λευκά μακρύτατα
που στρώνουν κάθε ζάρα)
ολοσχερώς θα λειάνει τον νου μας
πριν βγω απ’ την κάμαρά μου
γυρνώ, και(γέρνοντας
μες στο πρωινό)φιλάω,
το μαξιλάρι αυτό, αγάπη μου,
όπου τα κεφάλια μας ζούσαν και ήταν.

7. αν «πάνω» είναι η λέξη΄και πρασινίζει μια γη κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο-αν είν’ ο θάνατος ο χαμένος και νικητής η ζωή (κι είν’ ο ζητιάνος πλούσιος μα ο τσιγκούνης φτωχός)
πάμε να πιάσουμε ουρανό:
με ένα πέρα δώθε πού
(και ένα εδώ εκεί όπου)και κινάμε γι’ αλλού και στο πιο τεμπέλικο πλάσμα ανάμεσά μας υπάρχει μια σοφία ορθή:να τη θανατώσει δεν μπορεί γνώση καμιά-τώρα η αμβλεία όραση είν’ οξεία, βλέπει όλο και πιο πέρα (αφού πριν λίγο άρχισε η χρονιά, πριν λίγο άρχισε η χρονιά)
πάμε να πιάσουμε ουρανό:
με μια μεγάλη(κι εύθυμη κι απότομη)βαθιά ορμή μέσα από την εκπληκτική ημέρα μόνο μυαλά χωρίς καρδιές έβαλαν τον αμαρτωλό κόντρα στον άγιο΄ πάνω απ’ την ευφροσύνη το κέρδος και κάτω από την έγνοια τη χαρά-ας κάνουμε όπως μία γη που φύσει αδύνατον ποτέ να κάνει λάθος (κάθε λεπτό δευτερόλεπτο, και κάθε περισσότερο πιο)
πάμε να πιάσουμε ουρανό με άλμα εις βάθος: με μια περίεργη(και αληθινή) πτώση -ψηλοκρεμαστή-, προς το μακρινά κοντινό γαλανό αν είν’ ο ζητιάνος πλούσιος(και στον κοκκινολαίμη του τραγουδήσει ο κοκκινολαίμης τραγούδι)μα ο τσιγκούνης φτωχός-ας αγαπηθούμε ωσότου δε μείνει κανείς(πριν λίγο έχει αρχίσει, καλή μου,η χρονιά)που θα είναι όσο εγώ κι όσο εσύ ζωντανός -πάμε να πιάσουμε ουρανό: μ’ ένα εσύ κι ένα εγώ κι ένα καθ(όλα,που είν’ όποιος,που είναι κάποιος,που είν’)ένα,που είναι: εμείς

*Από το http://www.poets.org/poet.php/prmPID/156

Ραφαέλ Αλμπέρτι, Αν η φωνή μου πεθάνει στη στεριά

793790_zoi

Αν η φωνή μου πεθάνει στη στεριά
Φέρτε την στην επιφάνεια της θάλασσας
Και κάντε την καπετάνισσα
Σ΄ ένα λευκό πολεμικό καράβι
Ω, φωνή μου στολισμένη
Με τα ναυτικά σύμβολα:
Πάνω στην καρδιά μια άγκυρα
Και πάνω στην άγκυρα ένα άστρο
Και πάνω στο άστρο ο άνεμος
Και πάνω στον άνεμο το πανί

*Μετάφραση από τα Ισπανικά: Μόσχος Λαγκουβάρδος.

Selections from ‘Written on the Sky: Poems from the Japanese’

51E3cTJ0r%2BL._SX318_BO1%2C204%2C203%2C200_

Translated by Kenneth Rexroth

The mists rise over
The still pools at Asuka,
Memory does not
Pass away so easily.

– YAMABE NO AKAHITO (d. 736)

The flowers whirl away
In the wind like snow.
The thing that falls away
Is myself.

– PRIME MINISTER KINTSUNE (13th c.)

We dressed each other
Hurrying to say farewell
In the depth of night.
Our drowsy thighs touched and we
Were caught in bed by the dawn.

– EMPRESS EIFUKU (1271-1342)

The crying plovers
On darkening Narumi
Each grow closer, wing
To wing as the moon declines
Behind the rising tide.

– FUJIWARA NO SUEYOSHI (1152-1211)

In a gust of wind the white dew
On the Autumn grass
Scatters like a broken necklace.

– BUNYA NO ASAYASU 10th c.)

If only the world
Would always remain this way.
Some fishermen
Drawing a little rowboat
Up the riverbank.

– MINAMOTO NO SANETOMO (d. 1219)

*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2015/09/the-living-dead_18.html

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες ΙΧ

2191463906_40f04ef2de_b

Ξάστερο βλέμμα.
Το σκοτάδι κρύβεται
καλά μέσα του.
        ——
Κεντάς τη μνήμη
και θυμίζεις τα παλιά,
γλυκό ταξίμι.
       ——-
Άσβεστος πόνος
γι’ άυλη παρουσία
η θανή γονιού.
      ——-
Άνοιξης ωδή.
Δεν τη γράφουν ποιητές.
Η φύση μόνη.
     ——
Άδεια η ζωή.
Μα κλείνεις τα μάτια σου.
Πώς να γεμίσει;