Μαρία Σερβάκη, Ποιήματα από τον “Οδοιπόρο”

servaki009

ΑΛΛΗΛΟΣΠΑΡΑΓΜΟΣ

Είπε: ίσως μια ύστατη προσπάθεια να τελειώσω μένα θάνατο…
ή κι ίσως πάλι εκείνη η πάντα ίδια, αέναη και σκοτεινή, η πέρα
από το θάνατο, καταγράφοντας εκείνο το από πουθενά ξεκίνημα…
η νοσταλγία… η νοσταλγία της άνοιξης… χώματα της άνοιξης…
ο κρόκος σπάζοντας τη λάμψη του στο φως… Τότε ακούστηκε
Καταγράφω και πεθαίνω… εδώ, εδώ, εδώ… καταγράφω
και πεθαίνω…
Καταγράφω και πεθαίνω…
Πεθαίνω πάλι ακούστηκε
Πεθαίνω πεθαίνω πεθαίνω
Σφύραγε από παντού
Πεθαίνω
Κι είχα πεθάνει από παντού.

Κ’ ύστερα μπήκαν οι άλλοι κι είχαν αρχίσει κι όλας
να σαπίζουν
Ο πιο βαθιά στη μουσική είπε τότε
Ποιος το περίμενε πως οι άνθρωποι θα ξερίζωναν τη γη
τόσο γοργά
Οι άλλοι σώπαιναν μεταίχμιοι

***

Χαμένος μέσα σε κισσούς και σ’ αγιοκέρια
Χρόνια χρόνια πριν
Να προχωρώ να προχωρώ
Γλίστρησε απ’ το σώμα μου το φίδι της ζωής
Τοπία αλλοτινά
Ξεχασμένα
Ποτέ υπαρκτά
Ο χώρος ο κλειστός ο γκρίζος του απέθαντου θανάτου

Πού πάνε; πού πήγαν όλοι αυτοί;
Μυρίζει πτώμα ο θεός

Ακούσαμε τόσα πολλά για τους απέθαντους λες κι ήταν
παραμύθια
Κάποιων κόσμων σκοτεινών
Μα ήταν μόνο οι καημοί κι οι λύπες κι οι αγάπες που είχαν
θεωθεί
Βάραθρα βάραθρα βάραθρα φωτός Αντέχεις;
Τόσο νερό η σιωπή Αντέχεις;
Πού; θυμάσαι πού; όταν θα με βρεις… όταν… όταν
Σα θάμα

Και τότε σκάλισε στον ξεχασμένο δρόμο ο θεός μια πικροδάφνη

Είπαν τότε οι φυλλωσιές
Είναι η άνοιξη;
Και ο θεός
Είναι ο έρωτας;
Ο Οδοιπόρος
Ο Θηρευτής
Και ο Καθρέφτης
Αιώνες αιώνες
Πριν; Μετά;

*Από τη συλλογή “Ο Οδοιπόρος”, Εκδόσεις Εκάτη, 2013.

Θεόδωρος Ντόρρος, Δύο ποιήματα από τη συλλογή «Στου γλιτωμού το χάζι»

artistic-surreal-photomanipulation-by-sarolta-ban-08
`

Παλαϊκές συγκινήσεις

Ψωμιού κομμάτι
κι ένα κορμί
απάνω τους τραβούνε την ντροπή μου,
-αυτή το μόνο πού μείνε-
το πιο αληθινό.
Και μάτια, σε στιγμές που ξεμακραίνουν, τεντωμένα.
Με τελετή νεκρώσιμη
δίνουν ζωή στους τοίχους
και μαρτυριον επίσημα οι σκελετοί του πόνου:
τραπέζι και καρέκλα.
Σαν κρεμασμένες γέρικες ψυχές
θα προστατεύουν οι κουρτίνες
το κλάμα που θα γίνετ΄εδώ μέσα,
για κάποιο θάνατο,
για πάντα.
Ανάλλαχτα θα μείνουν όλα
γιατ’ είν’ ο πόνος τους ατελείωτος.
Ούτ’ ένα τρίξιμο πιο ξυπνητής ζωής δε θα ταράξει
το κλάμα του θανάτου της ψυχής μου.
`
***

[6 μ.μ.]

Θα βγούνε.
Πάντα σίγουρα.
Όλες οι μάχες σταματάνε.
Λευτερωμενες ξεπετιώνται,
κάθε μια, αφόβιστες, κι αρχίζουν να μιλάνε.
Είν’ οι ψυχές του δειλινού.
Και λίγο ανάβουνε στο φούντωμα του γέλιου.
Στου πόνου το καμίνι.
Κοντά τους όλοι οι πεθαμοί.

*«Στου γλιτωμού το χάζι». Πρώτη έκδοση Παρίσι, 1930, Δεύτερη έκδοση, Παρίσι, 1931. Τρίτη έκδοση, εκδ. Αμοργός, 1981- Πρόλογος: Αλέξης Αργυρίου-τυπογραφική επιμέλεια: Μάνος Ταξίδης, Τέταρτη έκδοση, εκδ. Γαβριηλίδης, επιμ. Μαρία Αθανασοπούλου, 2005.

Ο Allen Ginsberg για την Ακρόπολη

Ο Allen Ginsberg στην Ακρόπολη το 1961

Ο Allen Ginsberg στην Ακρόπολη το 1961

Η Ακρόπολη όπως κάθε Γολγοθάς
έχει γαλανές τις κόχες των ματιών
μέσα από τις κολόνες ο λαμπερός
γαλανόχρωμος βοριάς
αφήνει ένα κενό για την κόμμωση-μια άδεια

γαλάζια μεταφυσική

περικυκλώνει όλα ετούτα τα κομμάτια

από λαμπερό μάρμαρο

ο αθηναιοντπηας

Επιβάτες που κάθονται στα σκαλοπάτια

του τεράστιου αργοκίνητου λεωφορείου

που στέκεται ακίνητο.

Αξίζει να σε βγάλουν μια τέτοια φωτογραφία

με φόντο έναν μαρμάρινο σκελετό.

*Παρμένο από τη σελίδα της Σοφίας Περδίκη στο facebook.

Βύρων Λεοντάρης

vequinox's avatarManolis

him

Ποιητικός Πυρήνας
Από την ενότητα «Εκτός»

Δεν είναι παρά μόνο μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
ίχνη που άγνωστο αν οδηγούν σε μένα
αλλά συνάζονται και συνωστίζονται, διεκδικούν τον χώρο μου
δε μου αφήνουνε λευκό
κι επαίρονται αναίσχυντα «εμείς γραφτήκαμε,
θα μείνουμε. Εσύ έζησες, πεθαίνεις».

Ε όχι και όχι… Μου ’ρχεται να τα καταραστώ
(…να μείνετε, να μείνετε εσαεί στη γέενα της γραφής
και να μην έχει ο παιδεμός σας τελειωμό
να σπαρταράτε σε κειμενικά δίχτυα και να ξεσκίζεστε
απ’ τα τσιγκέλια των γραφίδων
να πετσοκόβεστε σε χειρουργεία παραναγνώσεων
πολύποδες να βγαίνουν απ’ τα σύμφωνά σας
και φλύκταινες να σκαν τα φωνήεντά σας
λήθη για σας να μην υπάρχει αλλά αιώνια αναπαραγωγή
σε μνήμες ηλεκτρονικές
ατέλειωτο μαρτύριο αθανασίας…) Να τα καταραστώ…
Αλλά κλάμα μου κι αυτά δεν είναι;

If we could weep words…
Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε λέξεις
και δεν κλαίμε δάκρυα
Α, δάκρυα, πού είστε δάκρυά μου…

View original post 612 more words

Γεωργία Τρούλη, Ο ουρανίσκος

PC_GAME_-_DARK_ALLEY

Να λοιπόν που βρίσκομαι στις οπές του ουρανίσκου σου
Με μια μικρή καρφίτσα
Να φτιάχνω δεκαεξασύλλαβες σιωπές και ενατενίσεις
Να τρυπάω τις μικρές φουσκαλίτσες που στάζουν ροή
Και λένε σιελόρροια τον αποφυλακισμό των λέξεων
Να βλέπω το παχυλό κομμάτι γλώσσας και σκέψης
Και να μην μπορώ να σου γνέθω αντιρρήσεις
Κακές αποχρέμψεις- που κάποτε θ’ ακουστεί ο βόμβος
Από την πιο βαθιά ψυχική επάλειψη-

Θα βγούνε στοιχισμένες σε σειρά και η συνωμοταξία
Των κυττάρων θα θέλει νέα ανοίγματα
Το ενδιάμεσο θα χει ακουμπήσει το διαπερατό
Και το διαπερατό τον πυρήνα
Και ο πυρήνας το κέντρο
Και το κέντρο θα είναι το γύρω-γύρω
Όλοι
Καμία εστίαση.Ούτε στο βλέμμα
Αστιγματισμός-Α κεντρο
Για κεντρί θα κρατάω ακόμη σφιχτά την καρφίτσα
Θα ψάχνουν συμβατότητα τα υγρά και η γεύση
Του πικρού του γλυκού και του άγλυκου
Θα αλλάζουν χώρο στη γλώσσα
Θα δημιουργούν και βαθουλώματα σιωπής

Να λοιπόν
Κυριεύσου από την φυλακή σκέψεων που η φαιά ουσία
Κατεβαίνει στα ρουθούνια, στο δέρμα στο σπέρμα
Βάλε τις αυλακώσεις της αποχής να στέκουν κλειδοκράτορες

Βγαίνω από το στόμα σου ανεπαίσθητα αργά
Και ακουμπάω στο λευκό φλοιό των δοντιών που μοιάζουν
Παραπήγματα
Σχεδόν εμπόδια άρθρωσης
Εκεί ενδιάμεσα στέκουν οι σημασίες που δεν θέλουν να βγουν

Και με τον καιρό συρρικνώνουν την υγιή επαναφορά μιας μνήμης
Όλο μυρωδικά
Η πολλή γλυκήτητα βλάπτει-Και η αμάσητη κατάποση
Της πραγματικότητας
Γι’ αυτό έλα να φιληθούμε στο λαιμό δύο κύκνων
Στην μεμβράνη μιας πατούσας παπουτσιών
Που φοράνε οι λωποδύτες
Και όταν θα ανοίξουν τη σήμανση οι σηματοδότες
Θα σκέφτομαι από την αρχή πώς θα μιλήσουμε
Και αν
Μετά θα κοιμηθούμε σγουρά και κατσαρωμένα
Και αλλεπάλληλα πάνω σε ευθύγραμμα σώματα
Σε σεντόνια τυλιγμένα γύρω από τα μάτια και θα λέμε
Δεν βλέπω
Αλλά θα ξέρεις καλά
Και εγώ ίσως
Πως αισθάνομαι δύο
Ανεμίζοντας στον κυκλικό χορό γύρω από τον εαυτό μας
Τα χέρια να ψαχουλέυουν το κόψιμο του αέρα
Και την πυκνότητα- αλλά να μην αγγιζόμαστε
Μόνο εξ αποστάσεως θα ικανοποιούνται οι ανάγκες
Μόνο εκ του ασφαλούς
Θα μας αφήνει το δωμάτιο ολόκληρο διάδρομο
Και πώς να φιληθούμε, αγαπημένε;
Πώς τόση τραχύτητα στο δέρμα της γλώσσας
Και στο γυαλοχορταριασμένο έφηβο συναπάντημα
Τόσο να θυμάται φυγές
Τόσο άλλο να φεύγει
Τόσο να θέλει φόβο γιατί καλά μαθημένος
Ο ασαφής, αυτοδημιούργητος και κάποτε απρόσκλητος
Και τώρα επίτιμος
Και εκ των ων ουκ άνευ

Και μετά πάλι το κύτταρο να αναγεννά την αυταπάτη
Και κυρίως τον έρωτα
Και να αφήνει ανοίγματα- καλά διαμελίσματα
Στα διαμερίσματα όπου θα μπαίνουμε να χορεύουμε
Κραδαίνοντας ο ένας τον στόμφο του άλλου
Και η σταφυλή στο λαιμό-αχόρταγος φρουρός
Δεν θα επιτρέπει ούτε μια λέξη παραπέρα να πάμε
Ούτε μια συλλαβή
Και θα είμαστε ακόμη κυκλωμένοι από εμάς
Το κέντρο θα μετατοπίζει συνεχώς το κέντρο βάρους
Και το ειδικό βάρος της βροχής
Που λέγεται και αυτή ενίοτε
Ακατάσχετη λογόρροια

Μετά θα κοιμηθούμε πάλι πάνω στα σάλια μας
Γιατί θα έχουν υφάνει ολόκληρο γέλιο στο δάπεδο
Και θα ανοίξουμε τον ουρανίσκο
Να βγάλουμε σε σπασμωδικές κραυγές την ησυχία

Το πρωί τα κύτταρα μιας νύχτας που σχεδόν εννιά
Ουρανοί την περίμεναν
Θα συρρικνωθούν στην υπερώα
Και εκεί η εγώ λευκή φαιή
Και κάθιδρη θα κάθομαι
Σαν αναίτιο βάδισμα
Πάνω σε όλα τα πρωινά
Του κόσμου
Συνωστισμένα

Lucifugo, a diavolo in corpo, Χρόνος Ζωής

screen2

Είναι επίσημο πια!
Εχτές τη νύχτα

μετά το Έκτακτο Δελτίο Ειδήσεων

ο Κόσμος των Νεκρών

από τον Άδη

σκαρφάλωσε εδώ

πάνω στη Γη

Επιπλέον χρόνος ζωής θα χορηγηθεί

– μετά τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις

που θα το πιστοποιούν -

στις εγκυμονούσες μανάδες

για να θρηνήσουν τους νεκρούς

που θα φέρουν στη ζωή

Ορισμένες από αυτές
διαμαρτυρήθηκαν στο Κράτος αγανακτισμένες

καθώς, όπως υποστήριξαν,
το θάνατο πάντοτε τον

προσπερνούσαν

στην όλο-τρεξίματα-ζωή-τους

κι έτσι δεν έτυχε, δεν βρήκαν-χρόνο-ποτέ
για να μάθουν-να-θρηνούν

Το αίτημά τους

ικανοποιήθηκε ευθύς αμέσως

από την Επιτροπή των Σοφών

η οποία χωρίς-να-χάσει-χρόνο εκμίσθωσε
με διπλάσιο-επιπλέον-χρόνο-ζωής
ορισμένες από τις έγκυες που υπέβαλλαν
επίσημη πρόταση στο Κράτος

για να κλάψουν πειστικά

στη θέση των αλλονών

Κι έτσι πέθαναν όλοι ικανοποιημένοι
και εμείς συστοιχισμένοι στην ουρά
των άθαφτων νεκρών

κοιτούμε γύρω
με βλέμμα αστυνομικό
μην έρθει κανείς

και στη σειρά

μας κλέψει

Δύο ποιήματα της Ίνγκριντ Γιόνκερ

ingrid+jonker

Η Ίνγκριντ Γιόνκερ (Ingrid Jonker,1933-1965) ήταν Νοτιοαφρικανή ποιήτρια. Συχνά αποκαλείται «Νοτιοαφρικανή Σύλβια Πλαθ», λόγω της έντασης των ποιημάτων της και της τραγικής κατάληξης της ταραχώδους ζωής της: όταν πνίγηκε, τη νύχτα της 18ης Ιουλίου 1965, ήταν μόλις 31 ετών. Είχε εκδώσει μέχρι τότε δύο ποιητικές συλλογές. Η τρίτη της συλλογή εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, το 1966. Έγραψε στα αφρικάανς, τα ποιήματά της όμως μεταφράστηκαν σε πολλές άλλες γλώσσες.Παρόλο που άφησε πίσω της μικρό έργο, άσκησε μεγάλη επίδραση στην ποίηση και τον πολιτισμό των Αφρικάνερ, δηλ. των Ολλανδικής καταγωγής κατοίκων της Νότιας Αφρικής. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον θάνατό της, έγινε αντικείμενο λατρείας στη Νότια Αφρική και γνωστή παγκοσμίως. Έχουν γυριστεί πολλά ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή της.

Ακολουθούν δύο ποιήματά της με την ελληνική τους μετάφραση:

On all faces

On all faces of all people
always your eyes the two brothers
the event of yourself and the unreality
of this world

All sounds repeat your name
all buildings think it and the posters
the typewriters guess it and the sirens echo it
every birth cry confirms it and the renunciation
of this world

My days search for the vehicle of your body
my days search for the shape of your name
always before me in the path of my eyes
and my only fear is reflection
that wants to change your blood into water
that wants to change your name into a number
and to deny your eyes like a memory

Σε όλα τα πρόσωπα

Σε όλα τα πρόσωπα όλων των ανθρώπων
πάντα τα μάτια σου τα δύο αδέρφια
το γεγονός του εαυτού σου και η ουτοπία
αυτού του κόσμου

Όλοι οι ήχοι λένε ξανά και ξανά το όνομά σου
όλα τα κτήρια το σκέφτονται και οι αφίσες
οι γραφομηχανές το μαντεύουν και οι σειρήνες το επαναλαμβάνουν
το κλάμα κάθε νεογέννητου το επιβεβαιώνει και η αποκήρυξη
αυτού του κόσμου

Οι μέρες μου γυρεύουν το όχημα του κορμιού σου
οι μέρες μου γυρεύουν το σχήμα του ονόματός σου
πάντα μπροστά μου στη διαδρομή των ματιών μου
και ο μόνος μου φόβος είναι η αντανάκλαση
που θέλει να κάνει το αίμα σου νερό
που θέλει να κάνει το όνομά σου αριθμό
και να αρνηθεί τα μάτια σου σαν να ΄ταν ανάμνηση

***

The child who was shot dead by soldiers in Nyanga

The child is not dead
the child raises his fists against his mother
who screams Africa screams the smell
of freedom and heather
in the locations of the heart under siege

The child raises his fists against his father
in the march of the generations
who scream Africa scream the smell
of justice and blood
in the streets of his armed pride

The child is not dead
neither at Langa nor at Nyanga
nor at Orlando nor at Sharpeville
nor at the police station in Philippi
where he lies with a bullet in his head

The child is the shadow of the soldiers
on guard with guns saracens and batons
the child is present at all meetings and legislations
the child peeps through the windows of houses and into the hearts of mothers
the child who just wanted to play in the sun at Nyanga is everywhere
the child who became a man treks through all of Africa
the child who became a giant travels through the whole world

Without a pass

Το παιδί που σκοτώθηκε από πυροβολισμό στη Νυάνγκα*

Το παιδί δεν είναι νεκρό
το παιδί υψώνει τις γροθιές του προς τη μεριά της μητέρας του
που ουρλιάζει Αφρική ουρλιάζει τη μυρωδιά
της ελευθερίας και της ερείκης**
στα μέρη της καρδιάς υπό κατάληψη

Το παιδί υψώνει τις γροθιές του προς τη μεριά του πατέρα του
στην παρέλαση των γενεών
που ουρλιάζουν Αφρική ουρλιάζουν τη μυρωδιά
της δικαιοσύνης και του αίματος
στους δρόμους της ένοπλης περηφάνιας του

Το παιδί δεν είναι νεκρό
ούτε στη Λάνγκα ούτε στη Νυάνγκα
ούτε στο Ορλάντο ούτε στο Σάρπβιλ
ούτε στο αστυνομικό τμήμα στους Φιλίππους
όπου κείτεται με μια σφαίρα στο κεφάλι

Το παιδί είναι η σκιά των στρατιωτών
που στέκουν σε ετοιμότητα με όπλα, μαχαίρια και κλομπ
το παιδί είναι παρόν σε όλες τις συσκέψεις και τα νομοθετήματα
το παιδί κρυφοκοιτάζει απ’ τα παράθυρα των σπιτιών μες στις καρδιές των μανάδων
το παιδί που απλώς ήθελε να παίξει κάτω απ’ τον ήλιο στη Νυάνγκα είναι παντού
το παιδί που έγινε άντρας διατρέχει όλη την Αφρική
το παιδί που έγινε γίγαντας ταξιδεύει όλο τον κόσμο

Χωρίς πάσο***

*Η Γιόνκερ έγραψε το ποίημα αφού επισκέφθηκε το αστυνομικό τμήμα των Φιλίππων για να δει το πτώμα ενός παιδιού που σκοτώθηκε στην αγκαλιά της μητέρας του από πυροβολισμό αστυνομικών στον δήμο Νυάνγκα του Κέηπ Τάουν. Το περιστατικό σημειώθηκε μετά τη σφαγή του Σάρπβιλ (όπου, το 1960, η αστυνομία σκότωσε 69 και τραυμάτισε 180 έγχρωμους φοιτητές που συμμετείχαν σε ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος του απαρτχάιντ), νότια του Γιοχάνεσμπουργκ, τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς. Το ποίημα επίσης απήγγειλε ο Νέλσον Μαντέλα κατά την πρώτη του ομιλία στο κοινοβούλιο της Νότιας Αφρικής, τον Μάιο του 1994.

**Η ερείκη (calluna vulgaris, αγγλ. heather) είναι σύμβολο καθαρότητας και θεωρείται ότι φέρνει καλή τύχη.

*** Αν κάποιος τολμούσε να διασχίσει απαγορευμένο δρόμο χωρίς να έχει πάσο, τον εκτελούσαν επιτόπου, όπως τον Hector Pieterson.

Χριστίνα Λιναρδάκη 

Σημ.: Οι μεταφράσεις των ποιημάτων δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο τεύχος 31 του ηλ. περιοδικού vakxikon.gr. Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2015/11/blog-post_18.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Κατερίνα Καρπούζη, Δύο ποιήματα

PicsArt_1447785165829

Ιστορία 1

Καθε μέρα καθαρίζω
Περίπου χίλια τετραγωνικά μέτρα
Και όταν βοηθάω την συνάδελφο
Που τεμπελιάζει
Μπορεί να φτάνω και τα χίλια πεντακόσια
Τα γραφεία είναι πάντα σκονισμένα
Τα πατώματα μαύρα ειδικά όταν βρέχει
Και πάλι μου μπήκε συνδετήρας στο χέρι
Αυτός ο βλάκας έπαιζε πάλι με τους συνδετήρες του
Καθαρίζω, σκουπίζω, σφουγγαρίζω
Στο τέλος πετάω πάνω από δυο σακκούλες σκουπίδια
Τις σέρνω κοντά εκατό μέτρα μέχρι τον κοντινό κάδο
Από τις μεγάλες όχι τις συνηθισμένες
Το αστικό πότε αργεί
Πότε ίσα που το προλαβαίνω
Στο σπίτι με περιμένει ο άντρας μου
Πάλι θα αρχίσει την πολυλογία του
Αλλά φταίω που είμαι κουρασμένη
Ευτυχώς η πεθερά μου κλείνεται στο σπίτι τώρα
Χειμωνιάζει
Τα παιδιά μου ακόμη μακριά είναι
Ας πάρω την κόρη μου ένα τηλέφωνο
Ο γιος μου βιάζεται να κλείσει
Μου λείψανε
Μα μου λείπει και κάτι ακόμα
Δεν ξέρω
Κάθε φορά κάτι μου λείπει
και εγώ το καθαρίζω

***

Αποσιώπηση

Και νομίζουμε πως κάτι είμαστε
Σε τούτη την πόλη
Σε τούτο τον δρομο
Πως δεν βρίσκεται τυχαία ψηλά
Το σπίτι μας
Από την θάλασσα
Για να επιπλέουμε μόνο στην ομίχλη
Μα για να έχουμε υψόμετρο
Να βλέπουμε τον αστείο εαυτό μας
Από το παράθυρο
Πόσο μάταια σέρνει την κοιλιά του
Για να αγγίξει το όνειρο…

*Τα ποιήματα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο της ποιήτριας στο http://mindances.blogspot.com

Πέτρος Γκολίτσης, Η εξαΰλωση του απτού

81-8-630x420
προτιμώ τον πηλό που με χτίζει σιωπηλά

Ο ποιητής Γιώργος Λίλλης (1974), κάτοικος Βερολίνου, με μια ποίηση ρομαντική και λυρική συνάμα κατορθώνει να διατηρήσει στη νέα του ποιητική σύνθεση Αρλεκίνος μιαν απλότητα και μιαν αμεσότητα στην έκφραση, όχι τόσο συχνή στην τρέχουσα παραγωγή.

Πρόκειται για έναν ποιητή που νοιάζεται πραγματικά για τον παραλήπτη του έργου του και για την πρόσληψη της ποιητικής του διάθεσης. Διότι ενώ το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τον δημιουργό και το έργο προς τον κόσμο και τον αναγνώστη, ταυτόχρονα διατηρεί την τεχνική του αρτιότητα, τη δυνατότητα με το οπτικο-ακουστικό και αισθητικό του εκτόπισμα να ενεργοποιεί ποιητικό ζωτικό χώρο για τον αναγνώστη.

Ενώ στην προηγούμενη συλλογή του, Μικρή διαθήκη, η δομική του μονάδα ήταν ο στοχασμός, εδώ κινείται σε μια αέρινη διαλογική σχέση με τον προσιτό-απρόσιτο ημι-φανταστικό άλλο. Τα κομβικά κλειδιά ώστε να κατανοήσουμε πού εντάσσεται και πώς λειτουργεί τελικά αυτό το έργο −στην αυτονομία του πάντοτε− τα συναντούμε στους Υμνους της Νύχτας του Νοβάλις και στο Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη.

Γιώργος Λίλλης, «Αρλεκίνος»

Συγκεκριμένα, η οπτασία της νεκρής αγαπημένης του Νοβάλις γίνεται στον Λίλλη μία γήινη και συνάμα θεϊκή παρουσία, σάρκινη και ταυτόχρονα αέρινη, στην οποία και απευθύνεται διαρκώς και στην οποία εναποθέτει την «υπερθετική μοναξιά» και το αδιέξοδό του.

Ενώ ενδεικτικά η «αγαπημένη μορφή» στον Νοβάλις δεν είναι καλυμμένη, στον Σολωμό −που επίσης εντάσσεται σε αυτή την προβληματική, αντλώντας όπως κι ο Νοβάλις από τη Νύφη της Κορίνθου του Γκέτε− αφαιρείται το «μαγνάδι» και περιβάλλεται η La donna velata του με φωτοστέφανο. Στην περίπτωση του γερμανοτραφούς Λίλλη, το γυναικείο σώμα και κατ’ επέκταση το ποιητικό συναντάται και «φωτίζεται» με γήινες κι άλλες οικείες μυρωδιές και σκιές. Σημειώνει ενδεικτικά:

Ο βουνίσιος άνεμος φέρνει στα ρουθούνια την μυρωδιά
του θυμαριού και της ρίγανης. Και μαζί
γυναίκες ντυμένες σκιές
που κάποτε με κοίμιζαν στην αγκαλιά τους […]

Η «μορφή», στην οποία απευθύνεται ο ποιητής και που τον βοηθά στην αυτογνωσία καθοδηγώντας τον, είναι παρούσα μέσα στην απουσία της και φιλική μες στην αόριστα απόμακρη θέση της. Σε αντίθεση με τη ρομαντική ανάγνωση βέβαια, ο Λίλλης δεν εξιδανικεύει την «αγαπημένη», ούτε τη θεωρεί νεκρο-ζώντανη, αλλά μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της αφήγησής του, στρέφεται στον εαυτό ως Αρλεκίνο καλώντας προς μια λύση-συμπόρευση «παραμυθητική».
Φλερτάροντας και επαναφέροντας τελικώς σε ένα ανανεωμένο σύγχρονο πλαίσιο την ιδέα της «μυστικής ένωσης με τη φύση», κι από εκεί την έξοδο από αυτή, κατορθώνει να μας μεταφέρει −με τον τόνο και τον ρυθμό του, αλλά κυρίως με τις εικόνες του και τη μυθο-ποιητική πλαστική του φαντασία− ένα πλαίσιο εντός του οποίου εξυψώνεται η ίδια η ζωή και παραμένει παρούσα και μετά τη διάλυσή της, καταφάσκοντας ταυτόχρονα στα εγκόσμια.

Μας λέει:

Σημασία έχει πως από τις γόνδολες των χειλιών ώς τις απύθμενες

λίμνες της όρασης

στρατιές οσμών και γεύσεων

καταθέτουν στεφάνι στην θερμότητα

των σωμάτων.

Τα δακτυλικά μας αποτυπώματα στην διάρκεια.

Το ποιητικό υποκείμενο ως οδοιπόρος-προσκυνητής κι ως ποιητής μύστης, διακριτικός, σεμνός μες στην ευγένειά του, επαναφέρει −έστω ως αξίωμα− όπως κι ο Ελύτης στο Μονόγραμμα, την ταύτιση των δύο τελικά «ιδιοτήτων».
Ο ποιητής με την «έκτη ή εσωτερική» αίσθησή του ενεργοποιημένη, χωρίς να ξενίζει τον σύγχρονο αναγνώστη, ταυτίζει το όνειρο με την ποίηση, και μέσω της ιδιοτυπίας του καταθέτει ένα ποίημα που κινείται παράλληλα με ένα από τα ερωτικότερα ποιήματά μας, το Μονόγραμμα. Αξιώνοντας, αν και προεξοφλώντας αρνητικά, την συν-πλήρωση του εαυτού μέσω του ερωτικού άλλου.

Ο έρωτας στον Ελύτη βέβαια, λόγω της έντασης και της «αγνότητάς» του, φαίνεται να μη γίνεται ακόμη αποδεκτός, ενώ στον Λίλλη έχουμε την αξίωση μιας διάρκειας και μετά τη διάλυση των προσώπων και του χρόνου. Πρόκειται για έναν ποιητή που σίγουρα αξίζει την προσοχή μας και που θα παρακολουθούμε.

*Δημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, στο http://www.efsyn.gr/arthro/i-exaylosi-toy-aptoy

81-7-630x420

Στρατής Πασχάλης, Κοχύλι (Παιδική μνήμη)

ioynios_new_PRESS

Εΐχεν αύτοκτονήσει. Τό νεαρό του σώμα μόνο μέ παντελόνι
μισόγυμνο καί τά μαλλιά βρεμένα. Μες στό σεντόνι
τά ύγρά πού του έβαλαν πρίν πεθάνει πινελιές
είχανε μείνει μές στις πτυχώσεις. Παντού σκιές.
Κουρέλι πλάι του ένας άντρας. Από μαργαριτάρια
βρεχότανε τό πρόσωπό του. Τά λιγοστά φανάρια
τού δρόμου έξω σβήσανε. Τό σώμα πήραν
τό δροσίνανε. Μία λευκή φανέλα σΰραν
στό πάνω μέρος του. Τόν χτένισαν. Δέν άκουγότανε ανάσα.
Σέ λίγη ώρα ήρθανε καί πήρανε τά μέτρα γιά τήν κάσα.
Είχε πεθάνει μές σέ ώδινες. ’Οσμές ξιδιού
καί οινοπνεύματος μές στό βαμπάκι. Στού σκοταδιού
τά ξέφωτα γυναίκες όλη τή νύχτα στίς σκάλες τις κυρτές
τούς καλυμμένους μέ χαλιά διαδρόμους ή κάποτε σκυφτές
στά μυστικά δωμάτια. “Ενα μόνο πρόσωπο άνδρικό
μεσόκοπο σάν γερασμένο κάπου μέσ’ άπό τίς γριές διακό-
νισσες φιγούρες ή άλλοτε στό βυσσινί
τής κάμαρας μέ τόν αύτόχειρα μ’ ένα πανί
ξεχώριζε τό δέρμα νά στεγνώνει στά μαλλιά κάτι ν’ άγγίζει
στοργικά πέφτοντας κάπου έκεΐ πλάι νά δακρύζει.
Χαράματα ξεψύχησε. Κι αυτός ό άντρας άφού συμφώ-
νησε τήν άμοιβή μέ όλους —νά κρατηθεί κρυφό—
κι ετοιμάστηκε κάθισε κάπου καί περίμενε μόνος.
Τό πρόσωπό του ένώ ράβδωνε βαθιά ό πόνος
όπως εχθές δέ βρέχονταν σιγά καί συνεχώς άπό μαργαριτάρια
—μάζευαν γύρω του σεντόνια γάζες καί πεταμένα μαξιλάρια
τακτοποιούσαν— “Οπως χρειάζεται λές γιά πομπή θυσία
(έχοντας πιά ή ανάμνηση άκριβώς τήν ΐδια σημασία
μ’ ένα τσαλακωμένο άπ’ τόν καιρό πολύτιμο μαντίλι)
άργά επίσημα ή όψη του σχήμα θλιμμένο έγινε κοχύλι.

*Από τη συλλογή “Ανασκαφή”, Εκδόσεις Ίκαρος, 1984, σελ.26.