Μιλτος Σαχτούρης, Ποιήματα από “Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο” (1958)

tumblr_lhr728tiIM1qcwfxxo1_1280

ΙΣΤΟΡΙΑ

Όταν άνοιξε η σκουριασμένη πόρτα σαν αυλαία
έτρεξε
όπως σάπιο καράβι σε κακό λιμάνι
πρόβαλε γελασμένο το πρόσωπο του κοριτσιού
μέσα στο άρωμα της φωτιάς και του καπνού
η φωνή της
σα σκοτεινή αίθουσα κινηματογράφου
πρόβαλε γελασμένη
κι εγώ
ένα πουκάμισο στον αέρα μέσα στο χαλασμό
κρεμασμένο
ετοιμαζόταν να πετάξει
το κορίτσι
ένα ζωντανό λουλούδι
ένα λουλούδι αναμμένο
ένα ωραίο τέρας
ανάποδα γυρισμένο το στόμα
τα μάτια
τα φρύδια
ένα ωραίο τέρας
που χτυπούσε
σα μαγικό ρολόι
το βράδυ αυτό το μαγικό
τέλος προχώρησε
η νύχτα
το κορίτσι έσπασε μέσα στον καθρέφτη
ύστερα
φάνηκαν πάλι
τεράστια
το πρόσωπό μου
το πρόσωπό της
παραμορφωμένα
άγρια ματωμένα
σαν κινηματογράφος

***

Ο ΣΚΥΛΟΣ

Ο σκύλος αυτός πρόβαλε πρώτη φορά σε δρόμο
σκισμένο από κοφτερά γυαλιά
ύστερα φάνηκε στον ουρανό
μέσα σε ένα σκοτεινό πηγάδι τ’ ουρανού
έπινε ένα φως αστραφτερό σκυλίσιο
συνόδεψε ένα χέρι λίγα βήματα
ύστερα γίνηκε φωτιά
έκλαιγε σαν κακό πουλί
έκαιγε σαν ελπίδα
ποιος ξέρει από πού ήρθε και πως έφυγε
Μα εγώ ξέρω πως θα γίνει θάνατος
μια μέρα

***

Η ΥΔΡΑ

Η Ύδρα είναι μια φραγκοσυκιά
γεμάτη πυρετό όνειρα και αγκάθια
κι όπου γυρίσω βλέπω όλα κίτρινα
και δε μπορώ να κοιτάξω τα παράθυρα
γιατί μέσα περνούνε
βάρκες φαντάσματα
φαντάσματα καΐκια
κι όλο γυρίζουν
κι όλο με κοιτάζουνε
μάτια ανάστροφα και τρομαγμένα

Νικόλας Ευαντινός, Πέντε ποιήματα

DSC01596

Ενοικιάζεται ρήση

——–
Ενοικιάζεται η ρήση:
«είμαι πεζός, δεν σκαμπάζω
από ποίηση»
σε ποιητή που φιλοδοξεί
να είναι πεζο-δρόμιο,
έδαφος στέρεο για την πορεία
προς τον θάνατο της πορείας.

***

Μισό αναζητά το χαμένο του μισό

————
Στην ατελείωτη πλατεία
του «δεν γνωρίζω τίποτα πια…»
εξαφανίστηκε κοπέλα

——–
λυγερή σαν μύχιος πόθος
απτή σαν μαξιλάρι εφήβου που προβάρει φιλιά
ανέκφραστη σαν αδιέξοδο καλντερίμι.

——-
Φορούσε φόβο για την επιφάνεια
και όχι το βάθος των θαλασσών,
αγωνία για τις γλώσσες
και όχι τον σπινθήρα των πυρκαγιών.

———-
Όποιος την δει
ας με ειδοποιήσει.
Ανάποδα γυρισμένο θα με βρει
να κοιτώ έναν απέραντο τοίχο,
με πλάτη προς τις κάννες
των όπλων που στήθηκαν
για κάποιον
που δεν μπορώ να γίνω.

***

Αναζητείται καπετάνιος

—–
Αναζητώ τον ομιχλώδη καπετάνιο που
στοίχειωνε την έκτη πρωινή, δηλαδή
τη νηνεμία πριν από την έκρηξη του φωτός, και

——
λύγιζε τους ώμους της χαρμολύπης:
της ματαιότητας για όσα αλιεύονται
μες στην πάχνη της σκέψης.


Αναζητώ εκείνον:
τον πολλαπλασιασμένο θανόντα της στιγμής,
τον πολλαπλάσιο του αιώνιου τίποτα

——————
που ποτέ δεν ξέφευγε
της αποτύπωσης
όσων

—————
αφόρτιστη η φαντασία αραδιάζει
μεταξύ ύπνου και ξύπνιου

***

Ιατρικό ανακοινωθέν για έναν ποιητή


Ο συνήθης ασθενής
εισήχθη στο νοσοκομείο «Λευκή Σελίδα»
την ώρα που τα πουλιά αποδημούν.


Στο σάλιο του
εντοπίστηκαν φτερά κύκνου.


Η κατάσταση του κρίνεται
κρίσιμη, και το χειρότερο σταθερή,
καθώς οι λέξεις του
πετούν απροσγείωτες
δίχως το απαιτούμενο
βάρος.


Παρ’ όλα αυτά
οι αόρατες,
μες στη λευκή στολή τους, νοσοκόμες
δεν τον αφήνουν λεπτό
απ’ τα στοργικά τους μάτια.

***

Παρ’ ολίγον έκρηξη


Αυτοσχέδιος χειροκροτικός μηχανισμός
ενετοπίσθη αργά τη νύχτα
στη βάση του Άγνωστου Μίδα.


Ειδικοί εγγαστρίμυθοι της ομάδας
εξουδετέρωσης ξαφνικών συγχύσεων
έσπευσαν στο σημείο
και με ελεγχόμενη έκρηξη συνθημάτων
απεκατέστησαν την τιμή
της ελεύθερης βούλησης.


Την ανευθυνότητα της πράξης τους
ανέλαβαν οι «Γελωτοποιοί
του δεν γνωρίζω / δεν απαντώ*»
με τηλεφώνημα τους στην εφημερίδα Αγκίστρι,


ως όφειλαν

*δεν γνωρίζω / δεν απαντώ = συνηθισμένη φράση όσων περπατούν άσκοπα στους δρόμους, όσων είναι πολύ, μα πάρα πολύ επικίνδυνοι.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Ο ψίθυρος δεν είναι ψίθυρος

raven

Ποιος είπε ότι ο ψίθυρος είναι ψίθυρος;

Σ’ αυτή την άγρια ερημιά
σήμερα
παντού
ο ψίθυρος δεν είναι ψίθυρος

είναι το νερό
η ορμή του ποταμού
το υπόγειο ρεύμα

και η δίψα
η δίψα
η δίψα.

Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Δύο ποιήματα

2bbb57b4ef6463512e7b21ecc616eba1

Πράσινη πέτρα Ινδίας

Στη Μαρίκα

Ώρες μετά που πέθανε ο πατέρας
τον έφεραν κάτω
ντυμένο σε κοστούμι ριγέ
σιωπηλό και αυστηρό,
όπως απαιτούσε η στιγμή.

Ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα
με τα φρύδια του άγρια και ανήσυχα
σαν σαύρα που ταράζει η ανθρώπινη παρουσία.

Και μόνον του νεκροθάφτη ο άξεστος τρόπος
-μιαν απόπειρα να τον ξυρίσει με πλαστικό bic
μαρτυρούσε για τη σοβαρότητα της ζωής.

Όπως η πράσινη πέτρα Ινδίας
που απ’ τις θάλασσες έφτασε εδώ
κι έγινε επένδυση κλίμακας
εξόριστου για θάνατο εξ αμελείας
μηχανικού.

Κι από το έργο του
άγγελος έπεσε
ξανά
με το κεφάλι στο δάπεδο
διαφεύγοντας
τώρα
τον θάνατο.

Αντίθετα με τον γεννήτορά του
που η ψυχή του
έγινε
πράσινη πέτρα Ινδίας.

*Από τη συλλογή “Το θέρος των βροτών”, Εκδόσεις “Ένεκεν”, Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 50-51.

***

Το Τομάρι

Την πρώτη φορά παντρεύτηκα τη μάνα μου
-πήγαν το σκυλί μου στα χασίλια,
μούχε πει,
και πάει

Έπειτα λιαζόταν στην αγορά
της Δήλου
το κορμί της πονούσε τα μάτια των αντρών
και πάνω στην τρελή τους τη χαρά
τις σάλπιγγές της έλαμψε
στα τείχη της πόλης

μαύρη δίψα πλάνταξε τ’ αστέρια
κι ένα κομμάτι τους
άνθισε στη σάρκα της

Τη δεύτερη φορά
πήρα την αδελφή μου
τα πέλματά της σήκωναν το βάρος του ανθρώπου
κι ήταν όλα κατακόκκινα
στο φέγγος της σαβάνας
στον ύπνο της λιονταρίνας

Την τρίτη την φορά
πήρα την κόρη μου
Ερχόμαστε από μακριά, μού είπε,
παίζαμε πριν γεννηθώ

Τότε ήταν που με κάλεσε ο μάντης
και μούδειξε το δέρας,
είναι για τις γιορτές,
είπε,
φόρα το

χάρηκα για την αναβάθμιση
της ύπαρξής μου
στ’ ασπράδι των ματιών μου
μοχθούσε ήδη
του σκουληκιού
η αθωότητα

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, Εκδόσεις “Ένεκεν”, Θεσσαλονίκη 2015, σελ. 25-26.

Βάγια Κάλφα, Τρία ποιήματα

Bruce Holwerda

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ

Τα μεγάλα βιβλία
Κλείνουν κάπως έτσι:
Τα δάχτυλα στέκονται
Τα μάτια συντριμμένα
Παρατηρούν τη λύση
Βλέποντας πως υπήρχαν
Οι ενδείξεις στην αρχή
Όμως επέλεξες να μη δώσεις σημασία
Και να ζήσεις
Μονορούφι.
Κι απρόσκοπτα.

***

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ζητάνε
Βοήθεια
Κάτω από τις
Μεγάλες ταμπέλες
Και βγαίνουν γιγάντιοι
Λίγο
Μετά μακραίνουν
Μικραίνουν
Χάνονται
Μέσα στην
Ανθρώπινη θάλασσα
Κι έρχεται ένα ακόμη
Ανθρώπινο κύμα

Τους τσαλαπατά

***

ΕΝΑΣ ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ

Φυσικά κι είναι σπουδαίο
Κανένας άλλος
Στη θέση μου
Δε θα το ‘κανε
Εννοούσε
Κάτω απ’ τις απασχολημένες σιωπές

Φανερά ενοχλημένος
που δεν φιλούν
Δεν περιφέρουν παντού
Σφίγγουν μόνο
Κι αφήνουν

Το σωτήριο χέρι του

*Από τη συλλογή “Ληθόστρωτο”, Εκδόσεις “Εκάτη”, 2013, σελ. 9, 15 και 24.

Αγγελική Σιδηρά, Τέσσερα ποιήματα

parmatrema-hypotropum

Ο ποιητής

Άσαρκες λέξεις ερωτεύεται.
Τις ντύνει και πεθαίνουνε.
Τα ξένα μάτια φταίνε.

***

Όνειρο

Κοιμάσαι
γίνεσαι
ο σκηνοθέτης σου
ο ήρωάς σου
κι ο θεατής σου.

***

Ο καφές

Αχνίζει
η μέρα σου
βουλιάζει
ύστερα
στο κατακάθι.

***

Φθίνουσα τάξη

Κάποτε ήμαστε ένα πλήθος
ύστερα πολλοί.
Διαδοχικά:
αρκετοί
λίγοι, ελάχιστοι
τρεις, δύο, ένας,
έτσι για να το αποφασίζουμε
σιγά σιγά
ότι κι εμείς θα γίνουμε
κανένας.

*Από τη συλλογή “Απόπειρα Τοπίου”, Εκδόσεις Ερμείας, 1994, σελ. 7, 10, 26 και 39.

Δημήτρης Τρωαδίτης, το τίμημα είναι πολυσχιδές

Karampela-akomi-kai-mesa-apo-ti-filaki-me-tin-episimi-adeia-tou-kratois

Παγερά κύμματα αέρα
αναπτύσσονται σε θύελλες
μετουσιώνονται σε λαίλαπες
διασπούν μέταλλα

ένα κερί τείνει ν’ αντισταθεί
σε χιόνια και γητειές
τσακίζεται όμως
μπροστά στο άνισο και κλεψίτυπο παίξιμο
του βιολιού του χαμού

όλα είναι ψυχροπολεμικά
με μεταφυσικές ανταύγειες
οι ψυχές και τα οράματα
δεν σταμάτησαν να φθείρονται
σε μάρμαρα σκουριασμένα
και σήμαντρα εκκλησιών

η αντίσταση πρόδωσε
τον εαυτό της
η απομίμησή της
εξακολουθεί να κάνει
τα ίδια λάθη

το τίμημα είναι πολυσχιδές
με ψηφίδες παρατεταμένου ψεύδους
σαν τους ζητιάνους
στις λερές γωνιές των δρόμων
που σκαρφίζονται κόλπα
για μερικά σεντς
να ξεγελάσουν την πείνα τους.

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

F.+Pessoa

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.
Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.
Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.
Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.
Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.
Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».

Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.
Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».
Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;
Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων. Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».
Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)
 
*Πρώτη δημοσίευση Ποιητικός Πυρήνας Βέροιας. Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο της Ειρήνης Παραδεισανού στο http://wwwpareisakth.blogspot.com

Καρυωτάκης–Kariotakis

vequinox's avatarManolis

karyotakis

Ο Βύρων Λεοντάρης για την ποίηση του Καρυωτάκη*

Πηγή:http://eimaistahaimou.blogspot.gr/2014/08/1980.html

Κανένας άλλος ποιητής δεν ένιωσε τόσο βαθιά και τόσο άμεσα την τραγική αδυναμία και ευτέλεια του ποιητή σαν κοινωνικής ύπαρξης, και σε κανένα άλλο ποιητικό έργο δεν αναιρούνται τόσο ριζικά και καίρια οι ιδεολογικές κατασκευές για την “κοινωνική σημασία” της ποίησης και τον “κοινωνικό” ρόλο του ποιητή. Οι αντιλήψεις για τη “μοναδικότητα της ποιητικής προσωπικότητας”, για τη μεσσιανική “αποστολή” του ποιητή κλπ., σαρώνονται με άτεγκτους, βάναυσους, όσο και οξείς αφορισμούς, που μαρτυρούν πως ο Καρυωτάκης θα πρέπει πολύ να διανοήθηκε πάνω στους κοινωνικούς όρους ύπαρξης της ποίησης, και πως βρήκε πολύ ανεπαρκείς και τις κοινωνιστικές θεωρίες “του περιβάλλοντος κλπ.”, αφού τοποθετεί μέσα σε εισαγωγικά τις λέξεις “περιβάλλον” και “εποχή”. Έτσι ο Καρυωτάκης γίνεται ο πρώτος βλάσφημος στην ελληνική ποίηση και ο πρώτος βλάσφημος κριτικός της.
V. Περπατώντας κατά μήκος του χείλους του γκρεμού, η ποίηση μπορεί να διαιωνίζεται γράφοντας και ανακαλώντας…

View original post 280 more words

σιωπή

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Η σιωπή βρυχάται όταν γνωρίζεις τη μοναξιά σου.Η σιωπή μονολογεί όταν γνωρίζεις πως δεν μπορείς κάτινα πεις.Η σιωπή οξύνειτις διαστάσεις του χώρου,το φως, τα βλέμματα.Εκφυλίζει.Φοβάμαι γιατί δεν υπάρχω μόνος,ποτέ δεν υπήρξα,όπως ποτέ δεν υπήρξες και συ.Φοβάμαι κι ένα ταμπούρο χτυπώσαν προσευχή.

View original post