Δήμητρα Καραφύλλη, Δύο ποιήματα

1554520_1519546411617600_1831504172762092222_n


Η Κούκλα

άλλαξα χίλιες φορεσιές,
Βασίλισσα,
καλόγρια,
τροτέζα,
καμαριέρα.
Μόνο το σώμα μου γυμνό δεν φόρεσα.
Ποτέ μου.

*Από τη συλλογή “Γρήγορα στις Οθόνες σας”.

***

Abstrait

Εξομολόγηση:

Mακριά από το βλέμμα σας μεγαλουργώ.
Αφόρετες, τριμμένες, μπαλωμένες
ξύλινες, μολυβένιες, πλαστικές
άνυδρες, μουσκεμένες σε σιρόπια ή ξυδόνερο
λέξεις
που από ‘δω και από ‘κει έχω συλλέξει
τις πετάω στον ανεμιστήρα με τη σέσουλα
κι όπου πάνε.
Σαν ψόφιες μύγες καταγής
– νεκρός στρατός σωτηρίας –
τα ηρωικά θύματα της αφαίρεσης.
Όσες διασωθείσες, σμήνος ετερόκλητο
αγκιστρωμένες σε στρατσόχαρτο
απεικονίζουν το ρεύμα.
Του ανεμιστήρα.
Κι εσείς, αμύητοι στου νου μου τα μυστήρια
στην πλάνη της κουλτούρας παραδίδεστε.

Merci beaucoup.

*Από τη συλλογή “Τρελή τυγλόμυγα”. Και οι δύο συλλογες εκδόθηκαν από τον “Αρκαδικό Κήρυκα” το 2013.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Απουσία

Φωτογραφία: Rory MacLeod

Φωτογραφία: Rory MacLeod


(Για όσους χάραξαν και για όσους πρόκειται να χαράξουν νέες πορείες)

Ένα αστέρι γλίστρησε από το μονοπάτι
κι έπεσε σε μια άλλη γειτονιά, αυτή των γαλαξιών.
Στην αρχή κοιτούσε νοσταλγικά πίσω από τους ώμους του,
όμως στην πορεία έσβησε όλα όσα κρύβονταν πίσω από το παράθυρο
ζωγραφίζοντας ένα νέο καμβά με μεταλλικό χρώμα αισιοδοξίας.
Κάπου-κάπου αναπολούσε τα μονοπάτια του,
όμως, αλίμονο! μόνο φευγαλέα.
Στα πόδια του απλώνονταν λεωφόροι και στο βάθος ένα τρενάκι
που χαμογελούσε γύρω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Φάνηκε να το διασκεδάζει.
Ξάφνου, μία από τις ράγες έσπασε και το τρένο έπεσε
τραυματίζοντας τους επιβάτες του.
Και σαν αστραπή που μαγνητίζει την ακοή του
το αστέρι κοίταξε πίσω σαν κάτι να ψάχνει.

Δε ξέρω αν έκλαψε, κρύφτηκα πίσω από ένα σύννεφο
πασχίζοντας να λησμονήσω τα αμαρτωλά δάκρυα της μνήμης.

Μίλτος Σαχτούρης, Φθινοπωρινό τοπίο

Λυσσάει ένας διαβολεμένος αέρας
κι ή βροχή δεν πέφτει 
δύο διάβολοι αλληλοξεσκίζονται

δύο σκυλιά αλληλοσπαράζονται 

φέτος δεν πήγα έξοχή 

του χρόνου όμως θα πάω

από την οδό Αναπαύσεως 

αυξήθηκαν τ’ ασφάλιστρα 

αυξήθηκαν οι βενζίνες 

προσέχετε τούς νεκρούς!

και τώρα άρχισε να πέφτει η βροχή.

safe_image.php

Arthur Rimbaud, Η πρώτη νύχτα

10734226_781581441877840_8883626730088272839_n

-Ήταν σχεδόν γυμνή

Κι ένα μεγάλο αδιάκριτο δεντρί

Χτυπούσε στο τζάμι τα κλαδιά του πονηρά

Μήπως και μπορέσει να δει από κοντά
.


Καθισμένη στη πολυθρόνα τη βαθιά,
Με τα χέρια ενωμένα, σχεδόν γυμνή,

Στο πάτωμα το ποδαράκι ν’ ανασκιρτά

Το τόσο λεπτό, τόσο λεπτό, από την ηδονή

-Κοιτούσα, σαν το κερί χλωμή

Μια ηλιαχτίδα, παγιδευμένη σε θάμνο από φύλλα,

Μέσα στο γέλιο της σαν πεταλούδα τα φτερά της να κινεί

Και παν’ στο στήθος της,-σαν πάνω σε λουλούδι μύγα.

-Φιλούσα τους αστραγάλους τους λεπτούς

Κι εκείνη μ’ ένα γέλιο γλυκό και βροντερό

Πού’ σπαγε σε γάργαρους τερετισμούς

Γελούσε, ένα γέλιο κρυστάλλινο και δροσερό.

Κάτω από το μεσοφόρι έκρυψε τα ποδαράκια:

«Μα επιτέλους, σταμάτα !»

-Αφού ήξερα ότι της άρεσε πραγματικά

Γέλασα με την ψυχή μου δυνατά!

Φιλούσα τα ταλαίπωρα μάτια της γλυκά

Που σπαρταρούσαν κάτω απ’ τα χείλια μου 

-Έριξε πίσω το κεφαλάκι της με πονηριά:

«Ω, έτσι είναι ακόμα πιο καλά !….»

« Κύριε, έχω να σου πω δυο λόγια,….»
-Τα υπόλοιπα τα έπνιξα μες στα βυζιά

Μ’ ένα φιλί, που την έκανε να γελά

Ένα γέλιο πού’ θελε να πει πως της άρεσε πολύ.

-Ήταν σχεδόν γυμνή

Κι ένα μεγάλο αδιάκριτο δεντρί

Χτυπούσε στο τζάμι τα κλαδιά του πονηρά

Μήπως και μπορέσει να δει από κοντά


*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Leolo (αγνώστου ποιητή)

ποίημα 2

Η μοναξιά είναι χαρά μου
Η μοναξιά είναι το κάστρο μου
Εκεί έχω την καρέκλα, το τραπέζι,
το κρεβάτι μου
Την αύρα και τον ήλιο μου
Όταν είμαι κάπου έξω απ’ τη μοναξιά μου
Είμαι σε εξορία
Είμαι σε μια ψεύτικη χώρα

Επειδή ονειρεύομαι δεν είμαι τρελλός
Πέφτω από τη χώρα του ονείρου
Στη θλίψη της καθημερινότητας

Έπαψα να βλέπω το ροζ χρώμα
Το βρόμικο ροζ, το νεκρό ροζ
Δεν νιώθω πια την σάρκα μου
Δεν είμαι πια εκεί
Δεν έχω θέση στο κοιμητήριο
των ζωντανών νεκρών
Τα δάχτυλα των ποδιών μου
Θυμίζουν ότι είμαι ακόμα εδώ

Ένας πραματευτής φωνάζει στο κενό
Υπάρχει αρκετό αίμα σήμερα
Για να λεκιάσει εκατό σελίδες
Και αρκετοί να τις αγοράσουν
Για να κατευνάσουν την λύσσα τους

Επειδή ονειρεύομαι δεν είμαι τρελλός
Επειδή την νύχτα εγκαταλείπω
Τον εαυτό μου στα όνειρα
Πριν με βρει η μέρα

Επειδή δεν αγαπώ
Επειδή φοβήθηκα να αγαπήσω
Δεν ονειρεύομαι πια

Δεν ονειρεύομαι πια

Εσύ κυρά μου
Εσύ τολμηρή μελαγχολία
Μοναχική κραυγή τρυπάς τη σάρκα μου
Προσφέροντάς την στην ανία
Με κυνηγάς τις νύχτες
Όταν δεν ξέρω πια πού πάει η ζωή μου

Σε ξεπλήρωσα εκατονταπλά
Και θα ακουμπήσω το κεφάλι μιου
Ανάμεσα σε δύο κόσμους
Στην κοιλάδα των νικημένων

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα”, τεύχος 3. Η εικόνα της ανάρτησης είναι επισης από το ίδιο τεύχος. Για να “κατεβάσετε” το τεύχος πηγαίνετε εδώ: http://www.scribd.com/doc/247235586/%CE%A4%CE%B1-%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CE%9D%CE%BF-3-pdf

Γεωργία Τρούλη, Το κυτταρικό του αρχέγονο

599550_299185936846928_993715947_n

Με τα τελειοποιημένα φτερά του Ίκαρου
Βούλιαξα σε μια μπανιέρα με σύκο και γάλα
Ανυπακοή
Αφίξεις εφήμερου
Εγώ προξενώ μήτρα

Ένα παραπανίσιο
Και απρόβλεπτο σώμα

Λαδοφάναρο και ανεμοδείκτης
Μια σκαλισμένη αχτίδα ήλιου
Ένα δάχτυλο βουτηγμένο
Στην ήβη
Ένα περίγραμμα σχεδιασμένο αίμα
Μια σκιά συμπληρωμένη παραθυρόφυλλα
Μια άφεση πληγωμένης αμαρτίας
Ένα αγόρι με στύση στον βορρά
Shirin neshat
Κοιτάζοντας ανατολή
Ο κόμπος στον λαιμό από
Δύο κύκνους
Και ο Αδάμ
Τα μαύρα μάτια μιας ταραντούλας
Η έπαρση ενός ορόφου πάνω στην γη
Μια γη σιωπηλή και υπάκουη
Δύο χέρια κολλημένα με λάθος
Στον κορμό
Η φρίκη της πειθαρχίας
Και η μαγεία του ασύδωτου
Το ανάστροφο
Το ανάποδο και το αυτονόητο
Ο τρόπος που καμπουριάζουν
Τα σύννεφα
Και η κυρία στα ογδονταπέντε
Σκαλοπάτια
Να βγαίνουν λέπια λέπια
Οι καταχωρήσεις τόσων χρόνων
Από έρωτα μνήμη ανέχεια και
Λάμψη
Ελαττωμένη έφυγε σιγά και ολισθηρά
Από εαυτό
Ανώδυνα και ακίνδυνα
Και όμως ύπουλα
Τα κύτταρα μένουν πάνω στο λίπος
Και το λίπος πάνω στο ύφασμα
Στο πόμολο στον άλλον
Αναμιγνύεται με άλλων προηγούμενων
Δεκαετίες πρόσωπα και εσωτερικά όργανα
Χρόνια τώρα προσπαθεί
Να μαζέψει σαν άστεγος από διάφορους κάδους
Κάτι για ανασύνταξη σώματος δέρματος
Και εξ αλλοτρίων τα ίδια
Από τύπωμα από το φλυτζάνι τον καναπέ
Τον έναν το σώμα ένα το σώμα δύο σώμα τρία
Από την παπλωματοθήκη
Την παιδική και κυρίως ενήλικη
Με πολλές επαναλήψεις επαλείψεις
Να συλλέξει το δέρμα
Το κυτταρικό του αρχέγονο
Το αρχετυπικό τραύμα
Σε πολλές ερμηνείες
Το άρωμα
Το άρωμα

ThalaMys, Γυμνός εσύ προσέρχεσαι

Art: Montserrat Gudiol

Art: Montserrat Gudiol

Γυμνός εσύ προσέρχεσαι στα όνειρα φορώντας

μονάχα τα καρφιά σου.

Πάνω σου οι ουρανοί αδειάζουν την κοιλιά τους

Βροχές αστέρευτες τα περασμένα τα κρυφά

τα άρρητα τα ύστερα τ’ ανομολόγητα.

Γυμνός εσύ από τα όνειρα επιστρέφεις

φορώντας μόνο τις πληγές σου

να στάζουν φως κι αγκάθια στην άκρη άκρη του καιρού.

Γυμνός. Κι ακούω του γκρεμού τη φλέβα,

μέλισσες να βυζαίνουν τα μαλλιά σου.

Art: Montserrat Gudiol

Γιάννης Ζελιαναίος, Η τέχνη μας μισεί όλους

10590523_1518991228339785_1433956834634470717_n

Η Λουΐζα μου ‘λεγε συνέχεια πως
η τέχνη μας μισεί όλους
κι εγώ της έλεγα πως για όλα μάλλον φταίνε
τα alter ego.
Η Λουΐζα δεν έκανε τέχνη
με τις λέξεις που ορίζεται η τέχνη
αλλά σίγουρα ο τρόπος
που έβγαινε από κάθε ταξί της Παλιάς Πόλης
θα ‘πρεπε να υπόκειται στο νόμο
περί πνευματικών δικαιωμάτων.
Έλεγε πως τα alter ego
δεν βρίσκονται στην τέχνη
αλλά στα κρεβάτια
και στις κουζίνες
στα μπαρ και στα μπούκικα,
εκεί γενικά που η τύχη
ακόνιζε τσεκούρια.
«Καταλαβαίνω» έλεγε
αυτούς που χύνουν και κλείνουν τα μάτια
αλλά δεν κατάλαβα ποτέ τον Γούντι Άλεν
και τις νευρωτικές σκατόφατσες
στις ταινίες του.
«Για την κρίση έχω λύση» μου ‘λεγε
«Θα ‘πρεπε να φορολογούν τις χέστρες,
μερικά ξενοδοχεία στη Γαλλία
ξέρεις το κάνουν».
Κι όταν της έλεγα πως μάλλον δεν ήταν έτσι
η Λουΐζα συνέχιζε να μου λέει πως
η τέχνη μας μισεί όλους.
«Δεν έχεις ιδέα τι συμβαίνει» συνέχιζε
πόσο ξινόγαλο ήπια μέχρι να γίνω
αυτό που είμαι
και σε πόσα alter ego
έκλεισα τα μάτια
μέχρι να πουν τη λέξη «χύνω».
«Η λέξη «χύνω» τελικά
θα ‘πρεπε να φορολογείται Λουΐζα»,
της έλεγα
και ξέσπαγε στα γέλια.
Η Λουΐζα έβγαινε
μέσα από τα ταξί της Παλιάς Πόλης
σαν αρτίστα αλλοτινών δεκαετιών.
Μια έξοδος που υποκαιόταν σε όλους τους νόμους
περί πνευματικών δικαιωμάτων,
είχε δίκιο πως η τέχνη μας μισούσε όλους
και είχε δίκιο για πολλά ακόμα πράγματα
που λέγαμε πιασμένοι αγκαλιά
λίγο πριν κινήσει για τη νυχτερινή της βάρδια.
Η Λουΐζα ήταν μια σκύλα.

Νάσος Αθανασίου, Το 2

thermida07

Πάνω στην κάλμα μου
καβατζώνανε κανά δυό τεχνητές ανάσες
να μετράνε πόσα πίσω βήματα κάνω το λεπτό
επισπεύδοντας την όποια αργοπορία,
σπάγανε το συρίγγιο στον ουρανίσκο μου
– που μεθοδικά είχανε φυτρώσει με φρουτόκρεμες-
να πίνω απ’ το αίμα μου να σκληρύνω
και “πλένανε” προσεχτικά τα χέρια τους με άβγαλτα τα γάντια
ενώ όταν βράχνιαζα από απόγνωση
φέρνανε δυό λεμόνια για τόνωση του ανοσοποιητικού
μαζί μ΄ ένα συνταγογραφούμενο κοκτέηλ ζάναξ και απενοχοποίησης για διαύγεια,
έπειτα ξαπλώνανε φαρδιά πλατιά αφού ήλεγχαν ενδελεχώς κλειδωνιές και παραθύρια
δίχως να φωνάξουν τη σήμανση
δεν αντιδρούσα μόνο χόρευα
να τινάξω τις βδέλες των δυό μου εαυτών από πάνω μου
μετά κοιμόμουν γαλήνιος
και μεθυσμένος εις υγείαν των φυλάκων,
και έτσι με μαντρώσανε,
για τιμωρία όχι, μα δήθεν για έπαινο καμαρωτά φωνάζανε
και μου φορτώσανε
δύο ασανσέρ, στις δύο μου πλάτες
με οδηγούς δύο μέρμυγκες
φορτία να κατεβάζω
σε δυό πυθμένες κάλπηδες που ικετεύανε
σα ναυαγός,
το κουρασμένο μου σκαρί τζογαριστό
απάνω τους να σπάσω
και άμμισθα να κουβαλάω καμπουρωτός τα βάρη αλλονών
και από το Xαραμόφαγος, ξάφνου, άρχισα στο Έκπτωτος να ακούω
όχι άγγελος, γιατί ποτέ δεν πίστεψα πως το Καλό νικούσε
αφού μου μάθανε να αρκούμαι, απλά,
στην παύση του Κακού.
Και είναι που με ξεγέλασε το άτιμο το δείλι
που μπλέκει το ‘δω και το εκεί το πάνω και το κάτω
πως από αυτή τη φυλακή κρυφά μπορώ να φύγω
και στα στενά περάσματα μέσα του να χαθώ
και γέλαγα βαθιά σαν μου ‘λεγες
“τα δυό μου χέρια για σένανε φτερά μπορούν να γίνουν”
δεν ήξερα βλέπεις να διαβάζω τη νοηματική σου
και τόσα χρόνια δεν κούνησα ούτε σπιθαμή
γιατί άργησα να αντιληφθώ
πως και στο λευθέρωμα·
ναι, ακόμα και σ΄αυτό
χρειάζονται δυό.

Βάγια Κάλφα, Τρία ποιήματα

Έργο του Α. Κατσή

Έργο του Α. Κατσή

Εργαζόμενοι

Πρόσωπα
Το ένα δίπλα στο άλλο
Κι απέναντι
Γεμάτα σκαλωσιές
Όπου μύες εργάζονται σκληρά
Να φτιάξουν ένα άρτιο χαμόγελο
Εγκεκριμένο από την πολεοδομία
Που αγαπά

Τις καλές προσόψεις

***

Διαβάσεις

Μόνος στη βαβούρα που σε ζαλίζει
Ένας ίλιγγος σε πάει και σε φέρνει
Μες στα σώματα που κούφια χτυπιούνται
Ταράζοντάς σε λίγο απ’ τη μέρα σου

Μετά, μακραίνουν

***

Σωστή ένταση

Μιλάω σιγά
Για ν’ ακουστώ

Σε αυτούς που ξέρουν

*H Bάγια Κάλφα ζει στην Ξάνθη. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Απλά πράγματα (Εκδ. Γαβριηλίδης, 2012). Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης προέρχονται από το Βακχικόν στο http://www.vakxikon.gr