Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Φυσάει

237286-Some_Wounds_May_Never_Heal_by_HobbleSkirt

Φυσάει
φυσάει απόψε
φυσάει στα μοναχικά δωμάτια όπου μια λάμπα φεγγίζει
για κάποιους που μόνιμα λείπουν
φυσάει σε σήραγγες
σε νταμάρια
σε βαθιά πηγάδια σηκώνεται κονιορτός
φυσάει στον πάτο του φωταγωγού
σε πατημασιές συνομοτών
και σωρούς αιμάτων
φυσάει σε τριγμούς και ποδοβολητά
σε τραντάγματα φοβερά
χωρίς φωνή
χωρίς αντίλαλο
φυσάει στην Αμοργό
ξεσηκώνοντας τους βρεγμένους καημούς της αποβάθρας
φυσάει στο Σύνταγμα
κι ο Μιχάλης Κατσαρός αγωνίζεται να κρατηθεί
με το παλτό του πλησίστιο
και τη χαίτη να λευκαίνει στον άνεμο
φυσάει
και σηκώνει ψηλά τους μάρτυρες και τους εκτελεσμένους
φυσάει στις χαμένες κορυφογραμμές
στους κυρτούς ώμους
τους φορτωμένους μια στάχτη που δεν είναι δική τους
φυσάει παρασέρνοντας ανεπίδοτα γράμματα
στο Βάι
στα Τέμπη
στο μακρινό Δουβλίνο
φυσάει στα ίχνη της παλιάς θρησκείας
σ’ εκείνα τα ίχνη που σε κάνουν να λυγίζεις τα γόνατα
έστω κι αν η πίστη έχει ξεραθεί στο οστά
φυσάει σε αντένες αγχόνες και σημαίες ξυράφια
στα ερημόσκυλα
καθώς προσπαθούν να κρυφτούν γλείφοντας τις πληγές τους
φυσάει στους εραστές του σεληνόφωτος
τους πάντα ανερχόμενους
τους έτοιμους να καταποντιστούν
στους κροτάφους φυσάει ένα παράξενο σφύριγμα
φυσάει στους ενθουσιαστικούς παιάνες
μ’ όλες τις αιματοχυσίες που δε βγάζουν πουθενά
φυσάει σε στήθια κομμάτια
σε χέρια κομμάτια
φυσάει στο ομοίωμα του άλλου
και του άλλου
και του άλλου εαυτού σου
φυσάει ανάμεσα στο σχεδόν τίποτα και στο τίποτα
φυσάει στο σύνορο
δαιμονισμένα φυσάει
φυσάει
φυσάει
φυσάει

Γιώργος Αναγνώστου, Δύο ποιήματα

matzavinos

No Expiration Date – Χωρίς…

Απών από την κηδεία,
όχι ημερομηνία λήξεως αυτό το πένθος.
εφ’ όρου ζωής
θα σε κοιτάω κατάματα.

***

“μπαταρισμένο κορμί”

And you’ve got to stop looking at all those
gorgeous girls like that, the way Quasi-
modo looks at Esmeralda in Notre Dame
de Paris.

Gazmend Kapllani

Η σεξουαλική μοναξιά
του μετανάστη
δρομολογεί κοιτάγματα
που ενίοτε κρίνονται παρείσακτα,
λαίμαργα, αδηφάγα.

Τις νύχτες, τα χαράματα
η ματιά μάταια
σκηνοθετεί δίκη αθώωσης,
υγραίνεται προς τους ενόρκους,
αυτοφαγώνεται.

*Από τη συλλογή “Διασπορικές διαδρομές”, εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2012, σελ. 30 και 43 αντίστοιχα.

Βάγια Κάλφα, Το αστείο του διευθυντή

10941422_1574429642770007_3014155200942799646_n

Σ’ έναν κύκλο στο μπαλκόνι. Όλοι.

Συνηθισμένο διάλειμμα. 13:02.

Στο βάθος τηλέφωνα

meetings πελάτες deadlines e-mails

καρφώνονταν πεισματικά

λοξά κάθετα οριζόντια διπλά και

τριπλά απανωτά

κιτρινισμένα post-it.

Κολλημένοι ο ένας στον άλλο

έμοιαζαν με τις σιδερένιες 

μπάλες σ΄εκείνο το παιγνίδι που, δεμένες απ’ το ίδιο καρφί ψηλά

όταν χτυπήσεις τη μία, η δύναμη περνάει απ΄την επόμενη στη

μεθεπόμενη, σπρώχνοντας διαδοχικά ξανά 

και ξανά ως την

αδράνεια.

Όταν ήρθε ο διευθυντής, το παιγνίδι ξεκίνησε. Είπε τάχα ένα

αστείο, ο διπλανός ξεκαρδίστηκε

ο παραδιπλανός μετά

έφτασε το γέλιο στον τελευταίο

που μ’ ένα ακόμη γρηγορότερο

βιάστηκε να το ξεφορτωθεί

Ακολούθησε δεύτερος γύρος

με την ίδια ταχύτητα

τον έφεραν εις πέρας 

με τα ίδια αντανακλαστικά

Τρίτος μετά

με την ίδια επιμονή 

και συνέπεια, ώσπου

έφυγε.

Τώρα το γέλιο κατρακυλούσε νευρικό, πότε ξεκρέ-

μαστο, προπάντων ανοργάνωτο

δίνοντας μια ανέλπιστη ψευδαίσθηση ελευθερίας στους παίκτες.

*Από τη συλλογή “Ληθόστρωτο”, εκδόσεις Εκάτη, 2013.
 Το ποίημα και την εικόνα της ανάρτησης τα πήραμε από τη σελίδα της ποιήτριας στο Facebook.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Στείρα επιβίωση

cold+in+the+shadows

καρφώνω οπτασίες να περνούν εις την πυκνή άβυσσο του δάσους,
ασπρόμαυρες και άχρωμες
χρωματισμένες με έναν στείρο μηχανισμό ανούσιας επιβίωσης ∙
αυτόν της αφής.

το βλέμμα μου αποστρέφεται την κατάντια του αδιεξόδου
κοράκια λαχταρούν για στήθη που εκδίδονται τόσο φθηνά
ήσαν ποτέ ακριβά;

τα μαθηματικά απεδείχθησαν άχρηστα για τους υπολογισμούς της καταστροφής..
η βιολογία αργοπορημένη για τις αιμομιξίες..
ο κόσμος κουρασμένος, πιο γερασμένος
φευ των επιδείξεων ενός κακόγουστου εγωισμού..
κι η Ποίησις ακόμη πιο γερασμένη, δακρυσμένη από τα αιμοβόρα βέλη των
κυνηγών

κοιτώ την καρκινική γύμνια μου στον καθρέπτη.
η αφή δεν επιδρά, αποδιώχνοντας τη λευκότητα του δέρματος.
πεθαίνει σαν πάω να αναπνεύσω με αυτή της ψυχής μου
δεν έχει αντισώματα κατά των ισχυρών συναισθημάτων
μα, σαν συμβεί, το μελάνωμα θα εξαπλωθεί.

κόκκινο ∙ αδιάψευστος μάρτυς της μη εναλλαγής – έστω και μιας γραμμής – της
αθλιότητας

το στήθος μου αγωνιά να αναπνεύσει σε μια λίμνη αίματος
περιτριγυρισμένη από κοράκια, και πιο πίσω κυνηγοί.
κάπου αχνοφαίνεται ένα φουγάρο – στερνοπαίδι της οικογένειας Εργοστασίων
και πάσης Μηχανικής Οικουμένης

η ιερόδουλη ανθρωπότις απελευθερώνει τα τέρατα
ώσπου να εγκλωβίσει σε κλουβιά ζωολογικών κήπων τα θηράματά της
κι ύστερα να ξεκινήσει το αιωνόβιο έθιμο του κανιβαλισμού με πρωτάρη την αφή

ανάμεσα στις φαγωμένες σάρκες αναζητώ ψυχές που, πιθανόν,
τυγχάνει να αναζητούν μιαν άλλη αφή, πιο άυλη και πνευματική.

μα η ρεαλιστικότις οφείλει να γίνεται δεκτή, αν και ανεπιθύμητη:

εν αρχή ήν ο φόνος

Νέττα, 8/9/2013

Δημήτρης Κανελλόπουλος, ΝικολάΙ Μπουχάριν

20708_325068334362532_2520120950571141396_n

Το σκουριασμένο ρολόι, στον ουράνιο θόλο θυμίζει 

τα πνιγμένα χρόνια.

Δείξε την τόλμη σου!

Τώρα

Που λωποδύτες κρατούν την εικόνα

κι ένας μικρός σατράπης πάνω στο θρόνο, χαμογελά

σου δίνει το σκοινί και σε προτρέπει να

καταγράψεις σε δελτίο

την ακριβή σου μνήμη.
Γύρω σου,

παιδιά με στιλπνά πρόσωπα θα σε οδηγήσουν στο μονοπάτι.

Είναι νωρίς και κάνεις δεν θα καταλάβει το ανώδυνο 

πέρασμά σου στο πάνθεον των ηρώων, την ανέλπιστη 

τύχη σου.

Θα είναι μια άγρια νύχτα των ονείρων σου
η τελευταία συνωμοσία της ζωής σου.

*Από τις “Σκυθικές Ερημίες”, Εκδόσεις Κολωνός, Αθήνα 1996, σελ. 70.

το κερί του χρόνου VI, VII, VIII από τη συλλογή «Ξηρασίες, η πρώτη μάχη»

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

IMG_1947-0
το κερί του χρόνου VI/ η πρώτη θρησκεία

στο κερί του χρόνου/
-όπως βαυκαλιζόμαστε να τον αγγίζουμε καταληπτό-
απουσιάζουν τα στολίδια της νεότητας/
κι ας τον ονειρευόμαστε -εν τη λευκή του γένεση-
ένα καταφύγιο της εκλιπούσας εφηβείας/
ή μια ενόραση των γηρατειών ή του θανάτου/
της διάρκειας, ή της έναρξης και της διακοπής/
ο χρόνος δεν υπήρξε ποτέ για λίγο/
ο χρόνος δεν υπήρξε ποτέ παιδί/
έχει πάντοτε την επίγνωση της απόλυτης απεραντοσύνης του/
όπως απλώνεται στο κρεβάτι σου και τραβάει τα σκεπάσματα/
ένα κρύο βράδυ που μιλάτε οι δυο σας σαν εραστές/
αυτή είναι μια φοβερή γνώση/
συνώνυμη μιας θεϊκής ουσίας/
σαν με ρωτούν για το θεό έτσι πρέπει να απαντώ/
ο χρόνος ειναι η πρώτη και η μόνη θρησκεία/
που αναγνωρίζω.

photo:Wynn Bullock (American, 1902-1975)
Navigation without Numbers
1957
Gelatin silver print
6 13/16 x 8 15/16 in.,
Collection Center for Creative Photography
© Bullock Family Photography LLC…

View original post 285 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, εκτός κι εναλλάξ

rep3

λαμποκοπούν
οι παλάμες σου
μέσ’ στη γαλάζια μουσική

στην τσέπη
δεν υπάρχει
ούτε ένα μπισκότο

να ξεγελάσεις
την πείνα σου

Jeff Foster, Αφήστε τα πάντα απροσδιόριστα

Photo by Fan Ho

Photo by Fan Ho

Leave everything undefined,

including yourself.

Befriend uncertainty.

Fall in love with mystery.

Kneel at the altar

of Not Knowing.

Give your questions

time to breathe.

And the answers

will find you.

Αφήστε τα πάντα απροσδιόριστα,
συμπεριλαμβανομένου του εαυτού σας.
Προστατεύστε την αβεβαιότητα.
Ερωτευτείτε με το μυστήριο.
Γονατίστε στο βωμό
της Αγνωσίας
Δώστε ώρα στα ερωτήματά σας
να αναπνεύσουν.
Και οι απαντήσεις
θα σας ανακαλύψουν.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Σοφία Περδίκη, Το γυάλινο σπίτι

Hieronymus Bosch, The Garden of Earthly Delights (detail)

Hieronymus Bosch, The Garden of Earthly Delights (detail)

Το γυάλινο σπίτι είχε από καιρό φυσηθεί.

Είχε ψηθεί σε χιλιάδες βαθμούς Κελσίου

η αποστείρωση επετεύχθη μ’ επιτυχία

κάτι μικροοργανισμοί εξαφανίσθησαν

και στήθηκε σε θέα κοινή.

Η άφιξή μας στην κορυφή του λόφου

έγινε αισθητή, τα κλειδιά πετάχτηκαν

από την πέτρα

μαζί με την καμπάνα ακούστηκαν

σε συγχορδία αρμονική

Δεν τα είχαμε ανάγκη.

Στο σπίτι τούτο εξάλλου, οι νέοι κάτοικοι

θα ήταν αποκαλυπτικοί

ολόκληρη η ζωή τους περίοπτη

Η μοναξιά του κρεβατιού τους η τόσο απόλυτη

τώρα θα ίδρωνε σε οργανικές στιγμές

κι οι γυάλινοι επισκέπτες

με ζώων χνώτα θα θόλωναν το τζάμι
αράχνη δε θα εισέβαλε καμία

γνωρίζοντας πως δε θα ‘βρισκε ταβάνι

για να κρεμαστεί.

Ανάμεσα σε δυο πελώρια βράχια
σαν βόλος που παίζαμε παιδιά κύλησε η μπίλια

χωρίς θεμέλια, μόνο ένας βόλος μας αγκαλιάζει

καμιά πλεκτάνη στην κάψουλά μας δεν περνάει

κρεμάστηκε και η ταμπέλα: «ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΣΠΙΤΙ».

Το όραμα του δάσους που μας ακολουθεί

ανακλάται πάνω μας σαν αρχαία προβολή.

Δεν επιδιώκουμε την εξαφάνιση

κι η πρόθεσή μας αυτή
είναι, αν μη τι άλλο, έντιμη.