Κάποιες μέρες είμαι σκληρή με τον εαυτό μου συμβαίνει πού και πού και είναι θείο δώρο Είναι οι μέρες που ο χειμώνας αποκτά νόημα μέσα σου. Λες, να, αυτό το χιόνι που βγάζω απολεπίζοντας το σώμα μου, το χιόνι που πέφτει καθώς τρίβονται τα οστά μου και το χέρι μου ξύνει το αγύριστο κεφάλι μου αυτό το χιόνι φοβάμαι θα με καλύψει από τα νύχια ώς την κορφή, και δεν θα σταματήσει ούτε θα λιώσει, εδώ θα σβήσει η ζωή. Ύστερα γλυκά σε γλείφεις ώσπου να φύγουν και οι τελευταίοι πάγοι από πάνω σου. Κάποιες μέρες είμαι καλή με τον εαυτό μου. Δώρο άδωρο. Καμιά εποχή δεν διαρκεί.
*Από τη συλλογή “Ενδεχόμενα τοπία”, Εκδόσεις Αντίποδες, 2021.
εκεί που σταματούσε η σιγή το σώμα σου ανέτεμνε την αδυναμία
σαν ηλικία σαν εποχή που μας αρνήθηκε.
*
ΑΝΕΜΟΣ
Κρέμομαι από φωνές ο δρόμος αδειάζει ανεβοκατεβαίνω σιωπηρά μια πρώιμη νεανική ηλικία διάδρομοι, είσοδοι σπασμένες λάμπες αγρυπνούν απόψε δεν σκέφτομαι τη θαυμαστή ουτοπία το παράφωνο όργανο το σπίτι που μονολογεί.
Η νύχτα ζεστή, υποβρύχιο φως πάνω στο φόρεμά σου
*
ΘΕΡΕΤΡΟ
Ίχνη του χρόνου ερειπωμένα αξιοθέατα ακτίνες απογεύματος γλιστρούν μυστικά.
Το φως δημιουργεί αποχρώσεις μία συνάντηση πεσμένες αποσκευές.
Κωμόπολη ρόδα μεταλλική κυλάει και φέγγει μέσα στην πράσινη νύχτα.
*Από τη συλλογή “Τηλεφωνικός θάλαμος”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2024.
Φέρε εδώ του υπολογισμούς σου, τα σχέδια και τους χάρτες σου, τη γυναίκα αυτή που οι ρόγες της δείχνουν πάντα τον Βορρά. Χάραξε έναν μεγάλο κύκλο με το καρφί του διαβήτη ακριβώς στην τρύπα αποχέτευσης του επιστητού. Άπλωσε τους δισταγμούς σου, τις τεχνητές καθυστερήσεις, την έμφυτη αργοπορία σου άπλωσέ τα στο πάτωμα και κυλίσου πάνω τους ηδονικά και απορημένα. Γιατί κάθε απόσταση οφείλει να είναι καταπάτηση του ορατού. Οι κάτοικοι ανακυκλώνουν Οι προμήθειες τελειώνουν Οι Καναδοί λιώνουν.
Άνοιξε τα παράθυρα ενώ μαγειρεύεις, να εύχεσαι η ώρα που όλα θα πήξουν να είναι μακριά. Σκύψε, απλώς σκύψε για όλους όσοι πέρασαν τη ζωή τους σε ύψος κάτω του 1, 60 Άναψε την τοστιέρα, αυτή που μεταμορφώνει τον έρωτα σε σεξ. Η αγριότητα εδώ –όπως το πρόγευμα ή η σιέστα- είναι απλώς μια στιγμή της μέρας Τα ξυπνητήρια εξαγριώνουν Οι φίλοι εξαργυρώνουν Οι Καναδοί λιώνουν.
Ανάμεσα στην επανάληψη και την επανάληψή της εκεί που η άκρη απ’ ό, τι διαρκεί συναντά αυτό που του δίνει σχήμα εκεί το σύνολο μηδενίζεται. Εμείς εδώ… Ας συνεχίσουμε.
Άπλωσε τις ερωτικές σου κρέμες, μύρισε το λευκό της κουρτίνας και άναψε τα κεριά. Θα έρθει απόψε και τότε θα δούμε τι είναι. Μέχρι τότε όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο όνομα Και αυτό τους συμφιλιώνει. Γιατί Τα πουλιά μετανιώνουν Και τα νερά μας κυκλώνουν Είναι γιατί, Οι ιδιοκτήτες στερεώνουν Και τα πουλιά με αγχώνουν Είναι κυρίως γιατί Τα ποιήματα τελειώνουν Και οι Καναδοί λιώνουν.
*Από τη συλλογή “Η ομορφιά των όπλων μας”, Εκδόσεις Αντίποδες, 2021.
Λικνίζοντας την άγρια επιθυμία παλίρροιας παράφορης Σκαλίζω τον χιτώνα της και τον διακορεύω.
Στις μάχες έμπειρη που φέρνουν καταιγίδα Πυρπολεί την καρδιά μου με στρόβιλους φωτιάς
Προκλητική και λάγνα η γλώσσα της μ’ αγγίζει Σκύβει στο τόξο μου και το τρυγά.
Μέσα στις δίνες τις στυφές του μαύρου της κάλυκα Καθρεφτίζομαι, πεθαίνω μεθάω και πνίγομαι. Μοσχοβολώντας μυστήριο σουλτάνα αινιγματική Εκτελεί τη συνταγή των σκληρών συγκινήσεων.
Το δωμάτιο σκοτείνιασε από ερέβη φλογερά απ’ τη μαύρη αρρώστια την υγρή μας ένωση.
Ύστερα έρχεται το βάναυσο αντίο μετά τον άγριο πυρετό και τους σπασμούς: Κάθε αγάπη είναι βάρβαρη κάθε λήθη πικρή.
Κοιτώ την εικόνα ενός παιδικού κορμιού να ανασαίνει την αυγή, απ’ τα συντρίμμια ενός κτιρίου βομβαρδισμένου. Λέω πως θεός δεν υπάρχει στην κόψη των καιρών, μπρος στ’ ανθοφόριο της κοιλιάς του , ένας καθρέφτης των τοπίων που ψυχορραγούν. Η όραση περιθανάτιο πέρασμα, του ματιού μου η ματιά χαϊδεύει με χέρια σταυρωμένα πίσω από πόρτες, όλα τα γνώριμα πρόσωπα . Ακόρεστα λάφυρα της σάρκας, παρόντα είναι τα χέρια, τα πόδια, τα σώματα, τα μαλλιά τους και τα ρουθούνια στην θέση τους, ακόμα στεγνά. Κάθε βραδιά που ένα κτίριο γέρνει, οι Δημοσιογράφοι στραγγίζουν νούμερα τηλεθέασης, οι Ιεροεξεταστές του καναπέ ακυρώνουν με λόγια λαιμητόμους, την τροφαντή ομορφιά της Γης. Οι Πολιτικοί με τις πολύχρωμες γραβάτες και τα δόντια πορσελάνης, δεν σταματούν να υπόσχονται , τα ψεύδη των ψευδαισθήσεών μας. Κάθε δευτερόλεπτο σκέψης, αναβρύζει τον θάνατο ενός παιδιού απ’ τα ερείπια. Κάθε βραδιά ακούω την ένταση των τηλεοράσεων απ’ τα διαμερίσματα του πρώτου ορόφου. Κι ανοίγω τις πόρτες των υπνοδωματίων, πιάνοντας γελοίες, ενοχλητικές κουβέντες με τους Συγκατοίκους μου. Τι θα μαγειρέψουμε αύριο, θα πας τράπεζα, πήρες τηλέφωνο τη Φωτεινή, κι οι παρενέργειες απ’ την χημειοθεραπεία; Ύστερα γνωρίζοντας το ιερό σφάγιο, αποφεύγω ν’ ανέβω προς το βωμό, τα παιδιά εξακολουθούν να πεθαίνουν, καμία σμίλη προσευχής απάνω τους δεν σταματά. Μέσα μου η μουσική είναι ένα μοιρολόι ηπειρώτικο, έξω μου ελέγχω το σκυλί στο μπαλκόνι, τέσσερα πόδια, γρήγορη ανάσα, μια ουρά, το χάδι στο δέρμα του και το δικό μου δέρμα ζωντανό ακόμα. Το βλέμμα και η λύπη του, όλες οι αναμονές κι ο πρώτος στραγγιστής της λήθης στη λύπη του πρώτου Ανθρώπου. Και συ κατεβαίνεις κατεβαίνεις απ’ το ανάστημα, καθε φορά που είναι αδύνατον να σώσεις το παιδί απ’ την βασιλιά των σκιών. Και συ κατεβαίνεις γιατί ο αφρισμένος ποταμός μέσα σου, είναι αδύνατον να ξεδιψάσει τη λύσσα των αφεντάδων κι όλο παρασύρει νεκρά και νεκρά κορμιά , ως την Αχερουσία λίμνη. Και συ κατεβαίνεις και στο διάβα των νεκρών παιδιών, χαμηλώνουν Άνθρωποι, Άνθρωποι και βουνά. Οι αγκαλιές Μαυλίστρες των αιώνων! Αγκαλιάζω το γάτο μου, που τα ανασηκωμένα του ρουθούνια στο ημίφως , γίνονται αθέατη Σινδόνη από φοινικικό λινάρι, για να σκεπάσουν τη γύμνια της συντριβής μου. Συστρέφομαι στα σείστρα των σφυριών του μυαλού μου, κάθε φορά που τα παιδιά πεθαίνουν, τίποτα και κανέναν δεν μπορώ να σώσω, τίποτα και κανέναν δεν μπορώ να σβήσω, τίποτα και κανέναν δεν μπορώ να ξεχάσω. Και τότε μπορώ να αγαπώ λίγο περισσότερο τους δικούς μου Ανθρώπους, να θυμάμαι την προσωρινότητά μας και να ελέγχω αν είμαστε ακόμα εν ζωή. Γιατί πατρίδα του Ανθρώπου είναι μονάχα οι Άνθρωποι Και μοναδική περιουσία του, μονάχα τα παιδιά του. Κάθε φορά που τα παιδιά πεθαίνουν κάτω απ’ τα συντρίμμια ενός κτηρίου βομβαρδισμένου, ενός έρμαιου του σεισμού, βλέπω μονάχα τα κρίνα του Αυγούστου να ματαιώνονται στην άμμο. Τα όμορφα κρίνα, που κανείς δεν ποτίζει , μα πάντα, μα πάντα ανθίζουν την πιο αναπάντεχη έκπληξη στην ήττα της ζωής
Το πέτρινο πρόσωπο στην ερημιά περιμένει, ξέροντας πως όποια στράτα κι αν πάρουν τα βήματα το σκληρό του σχήμα θα προσκυνήσουν στο τέρμα.
*
ΔΙΑΘΕΣΗ
Τινάξαμε τη σκόνη του αυτοκινήτου φορτώνοντας τις άδειες βαλίτσες κρεμάσαμε ένα χαμόγελο στο τζάμι ξεκινώντας στον άδειο δρόμο Κάθε στιγμή είναι πιθανό το δυστύχημα.
*
ΚΥΡΙΑΚΗ
Έκλεισε έξω απ’ την πόρτα το φεγγάρι παίζοντας με ψεύτικους διακόπτες αν και τό ‘ξερε πως δεν ήταν λιγότερο επικίνδυνο έτσι -μονάχα πιο μάταιο.
*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών “Αργώ”, τεύχος 2, Δεκέμβριος 1966.
I know all the tales I don’t know a lot of things, it’s true. I’m just saying what I’ve seen. And I have seen : That the cradle of man is rocked with, that the cries of anguish of man drown them with tales, that the cry of man is covered with tales, that the bones of man bury them with tales, and that he fear of man… he has made up all the tales. I don’t know many things, it’s true. but I’ve been slept with all the tales… and I know all the tales.
Ξέρω όλα τα παραμύθια Δεν ξέρω πολλά πράγματα, είναι αλήθεια. Απλά λέω αυτά που έχω δει. Και έχω δει: Ότι ο άνθρωπος λικνίζεται από την κούνια του ότι οι κραυγές της αγωνίας του ανθρώπου πνίγονται με παραμύθια, ότι η κραυγή του ανθρώπου καλύπτεται με παραμύθια, ότι τα οστά του ανθρώπου τα θάβουν με παραμύθια, και ότι αυτός, ο φόβος του ανθρώπου… έχει επινοήσει όλα τα παραμύθια. Δεν ξέρω πολλά πράγματα, είναι αλήθεια. αλλά έχω κοιμηθεί με όλες τις ιστορίες… και ξέρω όλα τα παραμύθια.
*Ο León Felipe Camino Galicia ήταν Ισπανός αντιφασίστας ποιητής. Γεννήθηκε στην Tábara, Zamora της Ισπανίας, το 1884, ενώ οι γονείς του ταξίδευαν. Σπούδασε Φαρμακολογία και έγινε φαρμακοποιός. Ωστόσο, η λογοτεχνία άσκησε μεγαλύτερη έλξη πάνω του και απέδρασε με έναν πλανόδιο θεατρικό θίασο. Κατηγορήθηκε για απάτη, λόγω της πτώχευσης που προκάλεσε η αθέτηση των επιχειρηματικών του υποχρεώσεων, και πέρασε δύο χρόνια στη φυλακή. Μετά την αποφυλάκισή του, άρχισε να γράφει για λογοτεχνικές επιθεωρήσεις και αργότερα εκδόθηκαν τα πρώτα του βιβλία. Υπήρξε ένας από τους καλύτερους ποιητές της Ισπανίας του εικοστού αιώνα και οι μελετητές τον έχουν συμπεριλάβει μαζί με τους Federico García Lorca, Jorge Guillén, Perdo Salinas και Vicente Aleixandre στα μέλη της Γενιάς του 1927. Πολέμησε στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο για τον Ισπανικό Δημοκρατικό Στρατό εναντίον της εθνικιστικής παράταξης. Το 1938 εγκατέλειψε την Ισπανία και έζησε εξόριστος στο Μεξικό, όπου και πέθανε το 1968.