Αθανασία Δρακοπούλου, Ποιητές Χωρίς Φωνή

Φώτο: Harold Chapman (1970)

(Εσείς σε ποια σχολή ανήκετε;)

Ο ποιητής που σιωπά μπροστά στην αδικία γράφει λέξεις που ανοίγουν ομαδικούς τάφους.

Η ουδετερότητα είναι η πιο ύπουλη μορφή συνενοχής.

Η ποίηση που δεν αναμετριέται με την πραγματικότητα είναι μια όμορφη ψευδαίσθηση και τίποτα παραπάνω.

Κάθε ποίημα είναι μια κραυγή, ακόμα κι αν μοιάζει ψίθυρος. Όποιος δεν τολμά να φωνάξει, δεν ανήκει στη γλώσσα της ελευθερίας.

Η πολιτική στάση του ποιητή δεν είναι επιλογή. Είναι αναγκαιότητα. Όταν οι σφαίρες μιλούν, τα ποιήματα οφείλουν να απαντούν.

Ο ποιητής χωρίς θέση δεν είναι ποιητής. Είναι παρατηρητής, κρυμμένος πίσω από τοίχους που άλλοι έχουν χτίσει.

Κάθε ποιητής κουβαλά την ευθύνη των καιρών του. Το μολύβι του γίνεται ξίφος όταν η αδικία ξεπερνά τη σιωπή.

Όποιος γράφει χωρίς να βλέπει τον κόσμο, δεν γράφει. Γεμίζει σελίδες με φέρετρα.

Μη ρωτάς αν ο ποιητής έχει πολιτική στάση. Ρώτα αν η πολιτική αντέχει την ποίηση.

Ο ποιητής που δεν παίρνει θέση, έχει ήδη διαλέξει στρατόπεδο, της σιωπής που δικαιώνει το άδικο.

Η ποίηση που δεν συγκρούεται με την εξουσία, δεν είναι ποίηση. Είναι απλώς διακόσμηση.
Το χρέος του ποιητή δεν είναι να εξηγεί την εποχή του, αλλά να την ανατρέπει.

Η σιωπή ενός ποιητή μπροστά στην αδικία είναι πιο εκκωφαντική από τις κραυγές των ενοχών.

Ο ποιητής δεν είναι ουδέτερος. Είναι το μαχαίρι που κόβει το ψέμα στα δύο.

Δεν υπάρχουν “απολιτίκ” ποιητές. Υπάρχουν μόνο βολεμένοι σιωπηλοί.

Το ποίημα που δεν αντιστέκεται είναι ένα ακόμα λιθάρι στο τείχος της καταπίεσης.

Όταν οι λέξεις δεν γίνονται όπλα, οι στίχοι παραμένουν φυλακισμένοι στα χαρτιά.

Κατερίνα Φλωρά, Διπλή γραμμή

Φωτό: ένα έτσι

Στο σταυροδρόμι πρόβαλλε μια λέξη
την ακολουθήσαμε
εύηχα σημάδια νοήματος

Στην παραπέρα απότομη στροφή
με φορά ακουμπήσαμε
τις ελπίδες των λιγοστών μας χρόνων

Στην ατελείωτη ευθεία
που χάνεται στου ορίζοντα τη σκόνη
χαθήκαμε κοιτώντας εμπρός μας
τη σκιά του υπόλοιπου δρόμου που απέμεινε

Στην τελεία τη μαύρη στατική πατημασιά
γύρω μας βουίζουν οι εικόνες της ζωής μας
εμποδίζοντας την πολυπόθητη αγαλλίαση

Παύλος Γερένης (Pavlos Jerenis), Τρία ποιήματα

Φώτο: Andriy Solovyov

8


Τα μάτια που φύγαν
και τη θέση έκλεψαν του πολικού
—το αστέρι του βορρά—
να φύτρωσαν στο ουράνιο περιβόλι
κάτω από τα γόνατα μου
ή θα αναγκαστώ να σπείρω
τη μορφή που άφησαν στις κόρες των ματιών μου
και να γυρνώ τυφλός χτυπώντας
στα δέντρα της Selva Oscura.
Μην τρομάζεις το φως
το φως σου μην τρομάζεις
στα γενέθλια των νεκρών
το φως μην το τρομάζεις
στον κάβο των ανθών
στο ξάγναντο του γαλανού
θα βρεις το τρικάταρτο να πλέει
ιστιοφόρο των ελπίδων σου
στα γενέθλια των νεκρών
ας σιωπήσεις
και οι λέξεις σου ας σπείρουν στην καρδιά σου
το φως
που το κεντά στους βράχους
των πόθων ή σειρήνα.

9

Σαν τα φιλμ που βλέπαμε μικροί συνωστίζοντας τους υπαίθριους σινεμά
φιλμ… σινεμά
CALDERONE PIZZERIA RISTORANTE
COME ON TWIST AGAIN
AMORE AMORE TRA LE TUE BRACCIA
SULLA TRECCIA DELLA SPIAGGIA IO E TE
FUOCHI FATUI AFFICHE
JEDE NACHT IM KINO EMBASSI
προστρέξατε προστρέξατε προστρέξατε προστρέξατε προστρέξατε
και είπα να κρυφτώ κάτω από το νάρδο και είδα στα φύλλα
του και στα άνθη του
τσαμπιά να κρέμονται οι χαμπερούσες και η ευωδία και είπα
να κοιτάξω άλλου
και ένας σαλτιμπάγκος φώναξε
όσοι πιστοί προσέλθετε
και άδειασαν στα μάτια μου οι φωτεινές πινακίδες της πολιτείας
η ευωδία των άσπρων ανθών τύλιξε τις ψυχές πού είχαν
θρομβώσει πάνω στο φως της καρδιάς μου.
Il parpaglion che fere a la lumera
στο άγαλμα ενός νέου αθλητή.
δεν μπορείς να ζητάς πολλά
σου φτάνει ο ουρανός σου και το μάρμαρο που ακουμπάς.

10

Δεν θυμάμαι η προσπάθεια φέρνει την άρνηση
το αλώνι κάπως αμυδρά το φαντάζομαι αυτές τις νύχτες
με τα ξανθά του τα μαλλιά να κυματίζουν στη νοτιά του
φεγγαριού
στα αιματώδη χείλη φαίνονται οι οικονομίες μιας λεμονιάς
στην πανσέληνο των αγρών.
Από ό,τι θυμάμαι τα καλοκαίρια φεύγανε στη ζεστή ομίχλη των σωμάτων
και το χειμώνα θερίζαμε χολή και θάνατο.

*Από τη συλλογή ”Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής”, εκδ. “Γνώση”, 1981.


**Ο Παύλος Γερένης (Καλαμάτα 1956) ζει στην Ιταλία και την Αυστρία. Έχει εκδόσει τη συλλογή ”Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής” το 1981 από τις εκδόσεις Γνώση του Μάνου Ελευθερίου, και στα ιταλικά ένα βιβλίο με διηγήματα (Le infedeltà del pensiero) και μια ποιητική συλλογή (Angeli a perdere) το 2006.

Ασημίνα Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

ΕΙΜΑΙ Η ΣΕΡΒΙΤΟΡΑ σε παράδρομο
στην πλατεία Καραϊσκάκη
δουλειά μου να του σερβίρω λέξεις
τέσσερις λέξεις και δυο τελείες
άργησα πολύ. μού έλειψες.
τις αρνείται
επιστρέφω το δίσκο γεμάτο
δε με θέλει πόρνη
πρέπει να εφεύρω άλλον τρόπο για το σ’ αγαπώ

*Από τη συλλογή “Solidago”, 2018.

*

Post-It

Ασημάδευτες που φεύγουν οι Πέμπτες
Μήτε ένα τόσο δα σημάδι στο σώμα τους να μαρτυράει
σήμερα αγαπήθηκα
και πιο κάτω
σήμερα αγάπησα
Θάναι που σώθηκαν τα post it
από το βιβλιοπωλείο της γωνίας
Σε αναμονή της επόμενης παραγγελίας…

*Από τη συλλογή “Οι απέναντι”, 2012.

Orhan Veli Kanik, Έτσι είναι η ζωή

Το σπίτι είχε ένα σκύλο
πολύ μαλλιαρό.
Τον φώναζαν Chinchon
και πέθανε.
Το σπίτι είχε και μια γάτα, την Mavish
και χάθηκε.
Το κορίτσι του σπιτιού παντρεύτηκε.
Έγιναν τόσα γλυκόπικρα πράγματα
τη χρονιά που πέρασε.
Ναι, τόσα και τόσα.
Μα τι να κάνεις; Έτσι είναι!
Έτσι είναι πάντα η ζωή!

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Άλτα Πανέρα, Δύο ποιήματα

Καταγραφή

Άρχισα να καταγράφω σε μικρά χαρτιά τις συντεταγμένες και τα συμβάντα
Κάθε σημείο στη διαδρομή σημαίνει έναν τάφο εκτός νεκροταφείου
Σημειώνω την ακριβή τοποθεσία του
Τον φωτογραφίζω και τον κοιτώ για ώρα
Παρατηρώ τις αλλαγές και τις φθορές που συνέβησαν
από την τελευταία επίσκεψή μου
 
Σε ένα μόμπιλο απ’ αυτά πάνω από την κούνια του μωρού
κρέμασα τις σημειώσεις και τις φωτογραφίες μου
Με την κίνηση του αέρα σμίγουν γεγονότα μακρινά
και, πριν καν τα δω, απομακρύνονται βιαστικά
Μόνο έτσι γίνεται ορατό
πως όλα συνδέονται και επηρέασαν το ένα το άλλο
κινούμενα μπροστά και αντίστροφα στο χρόνο
Το παρόν γέρνει να πειράξει το παρελθόν θυμωμένο
Το παρελθόν απλώνει πλοκάμια προς το παρόν
προσπαθώντας να ανακουφίσει κάποια ανάγκη του
 
Αν στοιχηθούν σαν τα παιδιά στη σχολική αυλή
οι αναμνήσεις και οι αφηγήσεις
θα αποκτήσουν τάξη και λογική
Δε θα πετάγονται άναρχα και απρόβλεπτα
προκαλώντας ντροπή και αμηχανία
Δε θα χρειάζεται να τις κρατώ σφιχτά το χέρι
μην τρέξουν και αρχίσουν να μιλούν σε κάποιον ξένο
Δε θα με τρομοκρατούν τη νύχτα
 
Θα χρειαστώ ένα μεγαλύτερο μόμπιλο
περισσότερες φωτογραφίες
και καθαρογραμμένες σημειώσεις

*
 
Κουβέντες καρκίνων

Ας μιλήσουν οι καρκίνοι μας
εμείς ήσυχοι
Γιατροί και νοσοκόμες στο πλάι
σιωπηλοί
κινούνται αργά
φέρονται μαλακά
σαν να είμαστε ήδη άγγελοι
πουπουλένιοι μαλακοί νεοσσοί
Φροντίζουν ελπίζοντας στον επόμενο κόσμο
να έχουν καλές συστάσεις
Ακουμπούν και αγαπούν προσεκτικά
σαν να πονά όλο το κορμί και το περίβλημά του
Προσέχουν όσο μόνο η μάνα νεογέννητου ξέρει
εύθραυστοι πορσελάνινοι
Έχουμε πολλά να πούμε
 
Φόβους, θυμούς και ένα παιδί χωρίς κουκλάκι για αγκαλιά
Δεν τα είπαμε όταν έπρεπε, δειλιάσαμε
Κρυφτήκαμε σε συνθηματικές δηλώσεις
Ξαπλωτοί και εκτεθειμένοι στο εξεταστήριο
δεν υπάρχει ρούχο να καλύψει την ενοχή
Ο καρκίνος δεν ακολουθεί κανόνες
κουνά το δάκτυλο
κατηγορεί χωρίς να λογαριάζει τις συμβάσεις
Δεν πείθεται να μιλά χαμηλόφωνα και ευγενικά
Φωνάζει με σάλια που πετάγονται και μάτια που γουρλώνουν
 
Ο καρκίνος δεν λέει ψέματα
δεν κρατά μυστικά
τωρινά ή περασμένα
Μιλά χωρίς φόβο
 
Η νοσοκόμα σιγοτραγουδά σαν σε μωρό που τρόμαξε
με νανουρίζει
Φαντάζομαι την αγκαλιά αυτής
ή κάποιας άλλης μάνας
Μπορεί να είναι όλα εντάξει ακόμα και τώρα
 
Ας μου πει ο δικός σου καρκίνος ποιος έφταιξε
ίσως και εγώ
Τι χρειαζόσουν να είναι αλλιώς
Προλαβαίνουμε
Θα σου πει και ο δικός μου
Ήμουν μόνη, ματωμένη
δεν με χωρούσαν οι γάζες όλου του κόσμου
Ίσως οι καρκίνοι μας να παρηγορήσουν ο ένας τον άλλο
Πες μου πως με αγαπούσες
όμως δεν ήξερες πως φροντίζουν έναν κάκτο
Θα σου ψιθυρίσω πώς προσπάθησα να ανθίσω για σένα
ακόμα προσπαθώ
Θα βρούμε μια καινούργια γλώσσα
Μια καινούργια αρχή

λίγο πριν τα τέλη μας

*Από τη συλλογή “Πολύ λίγα, πολύ αργά”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2021.

Αντώνης Τσόκος, Κάθε φορά που μ’ αγαπάς να λύνεις τα μαλλιά σου

Μια μαύρη λαμπερή τρίχα
ξεβράστηκε
στη σελίδα πενήντα δυο
του βιβλίου μου.
Οι λέξεις δεν την πλησιάζουν.
Αναπολώ την ημέρα πού
μ’ ένα ποτήρι λεμονάδα στο χέρι
κάθισες σταυροπόδι
μπροστά απ’ το λευκό σεκρετέρ
έλυσες την κορδέλα απ΄ τα μαλλιά
κι ένας μεταξωτός καταρράκτης
χύθηκε στους ώμους σου.

Γεωργία Διάκου, Ο χορευτής

Σήμερα κρεμάται επί / αφήγηση/ είναι μικρός και άχαρος / συνηθισμένος / δεν ξέρει να χορεύει / είναι ο άνθρωπος που δεν είναι η Τρίσα Μπράουν / είναι οργανωτικός / αποτυγχάνει να τελειώσει / κρεμάται επί φασκομηλιάς στο χωριό/ στο χωράφι/ ζυγίζει το βάρος του / η αγελάδα τον κοιτά / φτύνει στον ουρανό / φτύνει την μπάλα από χορτάρι κι άχυρο / οργασμός εν αναμονή / το φαγητό θα έπρεπε / ο κάδος με τα άπλυτα ξεχειλισμένος / ένα βουνό που κηδεύει το παράθυρο / είναι μόνος και πολλαπλασιάζεται / λάτρης του βαδίσματος / ακόμα ανίκανος στα δύο πόδια / κρεμάται επί αετώματος / επιθυμεί να φτιάξει τη σωματική του κατάσταση / γήρας και αποδοκιμασία / πιρούνια, μαχαίρια, κουτάλια / όργανα συντήρησης / ένα μουσικό κουτί έπεσε στο αυτοκίνητο / είναι καλός οδηγός / παίρνει από λόγια / μεταμορφώνεται / είναι ξύλινος / δίνει φιλιά που φτάνουν μακριά / στην οικογένεια / απέκτησε παιδιά και σχέση με την πραγματικότητα; / ξέρει να μαζεύει το μέλι απ’ τα μελίσσια / είναι παρατηρητικός / ξεχνάει να πάρει τα παπούτσια του απ’ το μπαλκόνι / κρεμάται επί κονταριού ομπρέλας / αφήνει «γράμματα στη μητέρα» / επέστρεψε κι έφυγε / για να γυρίσει πάλι / είναι κουρασμένος / αφηγείται μια απλή ιστορία / ένας γιος που είναι και μια κόρη αφήνει το σπίτι για να ζήσει την περιπέτεια / γυρνάει τον γαλαξία / το μυαλό του είναι ένας κόμπος στο χτένι/ είναι ευαίσθητος / είναι κολπικός σαν ηθοποιός / τρώει πατατάκια / τεντώνεται στο κρεβάτι του / μένει σε υπόγειο / γάτες και σκύλους / ευτυχώς, όχι ποντίκια / κρεμάται επί μονόζυγου σε πάρκο/ τρέξιμο με τεχνική / δεν ξέρει ακόμα να χορεύει / βλέπει / η Σουζάνε Λίνκε με το άσπρο της νυχτικό / κρεμάται επί διαφημιστικής πινακίδας / τα πόδια του γεμάτα κοψίματα απ’ το ξυράφι / του λείπει η χάρη / είναι παράλογος / θυμάται το νερό να ξεπλένει πιάτα / κρύβεται / φοβάται / «αγαπημένη μου μητέρα θέλω να σε δω» / χωρίς παραλήπτη / ροζ χαρτί / φτιάχνει οριγκάμι / είναι άχαρος / ξέρει να μαγειρεύει; / εγκαταλείπει αυτό το μέρος / μένει πάνω στη θάλασσα / βελτιώνει το βάδισμά του / κάνει γιόγκα / ο πυρήνας έχει χρώμα δαμασκηνί / εκείνος πιστεύει πως αγαπά / είναι ικανοποιητικός / κρεμάται επί του προσωπικού / δίνει ονόματα πια / ακουμπάει το χώμα της γλάστρας / η μητέρα του αρρωσταίνει / τον καλούν να της συμπαρασταθεί / παπούτσια κυπαρισσί με κορδόνια / φτάνει αργά/ δεν τον αναγνωρίζουν/ τα σχήματα του σώματος / ο χρόνος που πυροβολεί το μάτι του απαλά / «εσύ είσαι; Είσαι εσύ;» τον ρωτά και πεθαίνει / αντανακλαστικά απαντά «εγώ»/ μια κότα τριγυρίζει στην αυλή / συγγενείς από καιρό νεκροί / πίνει καφέ / είναι αδύναμος / τα φύλλα πέφτουν / μια γυναίκα σκουπίζει προσεκτικά / κρεμάται επί μνήμης / κινεί το χέρι και το πόδι του προς άλλες κατευθύνσεις / η καρδιά του πάει μαζί / επιτέλους χορεύει

*Από τη συλλογή “Αυτά που φαίνονται στο φως μου μοιάζουν οικεία”, Εκδόσεις Θράκα, 2022.

Γιώργος Αναγνώστου: Ακαδημαϊκό, Μονοφωνικό

Κάπως για να αιτιολογήσει την συγγραφική του απραξία. Κάπως για να την πικάρει που επιμένοντας στην γραφή γέρασε (έτσι νόμιζε). Κάπως για άλλους λόγους (άγνωστους). «Με βιβλία θα αλλάξουμε τον κόσμο»; την προκάλεσε. Αυτήν, την προσκαλεσμένη, μεταξύ μαρτίνι και μοχίτο στο πάρτι του, under the belt. Της ήρθε αναπάντεχο, υπόκωφο τσεκούρι με φόντο ραφιναρισμένα ράφια ακαδημαϊκού (θεωρία, λογοτεχνία, δοκίμια). Αλλιώς το είχαν θέσει το θέμα όταν τους βασάνιζε σαν φοιτητές. Τον κοίταξε ψύχραιμα, εστιάζοντας πέρα από αυτόν, ο τρόπος της να διαστέλλει αποστάσεις, τα κερδισμένα της γραφής. Μια σπίθα συρρίκνωσης στα μάτια σάρωσε σπιθαμή προς σπιθαμή το ακτινολογικό της συναλλαγής. Πύκνωσε κάτι στην ατμόσφαιρα σαν παρατεταμένη ηχώ αιωρούμενου ασβέστη που κοχλάζει πριν την ώρα του. Δεν χρειάστηκε να πει κάτι καν. Καμπύλη κοινής μνήμης αναπόφευκτα τους έφερε όσο πιο κοντά άντεχε η καμπούρα της στιγμής. Θέλοντας και μη, ποτό και οι δυο στο χέρι χειροπέδες, τσούλησαν πίδακα παρελθόντος χρόνου. Μια θέση του τότε για την ακαδημία σαν σύγκρουση ιδεών με το κατεστημένο αποτύπωσε στην λευκή κουρτίνα του σαλονιού σαθρό πάπυρο. Και μια συζήτηση για την θεωρητική έρευνα σαν μέσο καταξίωσης των εθνοτικών σπουδών που συμφωνώντας είχαν αγκαλιαστεί τώρα μπιμπελό έκθεμα. Πολιτική μικρής κλίμακας, το προσωπικό να παλεύει με το θεσμικό, εκεί που πατάει στέρεα η στάση του καθενός και λερώνουν οι λάσπες, εκεί που θεωρία και πράξη αγκαζέ, έτσι το μιλούσαν. Κοιτάχτηκαν κατάματα. Φόρμα άχρωμη η μορφή του ή έτσι της φάνηκε; Αφορμή για ένα κόκκινο υγρό, θεαματικά βαθύ, να αρχίσει να πλημμυρίζει το σαλόνι προς γενική έκπληξη των παρευρισκομένων. Έβηξαν διακριτικά (βρισκόμαστε στο Νιού Ίνγκλαντ) μη και πιτσιλίσουν τον τόμο στο κομοδίνο που τόσο λαχταρούσε για το βράδι αργότερα. Έσταζε κάτι σαν αίμα-πύον το ταβάνι, μούλιαζαν τα βιβλία στην σινιαρισμένη βιβλιοθήκη, ρυτίδιαζαν οι ράχες τους. Κοκκίνιζαν ασφυκτικά μέχρι να ρυμουλκήσουν χαστούκι ζωής, παταγώδες ράπισμα οργής, ίσως το μαντέψατε, θρύψαλα το μπιμπελό.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://staxtes2003.com/2016/10/22/22-10-16/?fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTEAAR1A7PzxvqjazDL_kO3lCnJcg7_8zyKZr_16n-HlAC-SpgwnVizIoMaeBiM_aem_YTTp_RVry7pmyhhxhCOpEA&sfnsn=mo

Γ. Λ. Οικονόμου, 17η Ιανουαρίου 2013

Ένα παιδί που σήμερα
δε θέλει να πάει σχολείο
Ο Σαχζάτ Λουκμάν ξημερώματα
με το ποδήλατο στο δρόμο
για τη λαϊκή της Πέμπτης

Εργάτης καθαριότητας
που πιάνει σκούπα και καλάθι
με το μυαλό στο όνειρο που άφησε μισό

Πατέρας αγρότης
χειμώνα καιρό αχάραγα ανάβει το τζάκι
σε λίγο ξυπνάει η Βασιλεία του για διάβασμα
τα παίρνει τα γράμματα

Εκείνη η υπογραφή
μεταμέλειας που έβαλε η μάνα
μπροστά στον χωροφύλακα
για να διοριστεί δασκάλα

κι ένα γαλάζιο φως ασθενοφόρου
που γράφει ένσημα βαρέα κι ανθυγιεινά

Πώς νομίζεις γράφεται ένα ποίημα

*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.