Αλέξης Αντωνόπουλος, Αν

16007593990_d071f9ba31_c

Και δίνει φιλιά στο μάγουλο της, φιλιά που πλησιάζουν
αλλά ποτέ δεν φτάνουν
το χαμόγελό της.

Αφήνει το άρωμα των μαλλιών της να καλύψει το κενό,
την αγκαλιάζει ξανά.

Εκείνη το ξέρει,
εκείνος το ξέρει,
η θέα που μοιράζονται απόψε
-είτε είναι ένα παλιό σπίτι,
είτε είναι ένας αδάμαστος κήπος,
είτε οι σκεπές της πόλης-
το φωνάζει.

Τα χείλια τους δεν πρέπει ποτέ να ενωθούν.

Σε κάθε χαμόγελο, σε κάθε γέλιο μεταξύ τους,
οι άλλοι θόρυβοι δεν υπήρξαν ποτέ μέχρι
τα γέλια να χωριστούν από τα χαμόγελα,
μέχρι τα χαμόγελα να πούνε καληνύχτα.
Με κάθε χαμόγελο, με κάθε γέλιο μεταξύ τους,
θυμούνται τον κανόνα.

Αν φιληθούν, όλοι εμείς
όλος ο κόσμος γύρω τους θα σβήσει.
Για πάντα.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε το site http://www.alexantonopoulos.com

Βάσσος Γεώργας, Άτιτλο

11539739_10204491315338773_8610053092505493055_n

[μια μέρα θα ψάχνουν στις τσέπες μας
και δεν θα βρουν παρά μονάχα χρέος]

αθάνατης πατρίδας φως ιλαρό
τελευταίο σημάδι ζωής αναρωτιέμαι
πως τα καταφέρνουμε έτσι
να τραγουδάμε με κέφι
την ώρα που όρθιοι ξεψυχάμε
λέγοντας πελώρια ψέμματα
ακόμα και στο ίδιο μας τον εαυτό;
εύγε και πάλι εύγε
στο στόμα που με χαλασμένο
μπλε γεμάτο φυσάει πνοή
αλλά πεθαίνει στη φτώχεια
κατακερματισμένος παριστάνω
το άγαλμα που ράγισε
παγώνω με τόσες ξεχασμένες
πατριωτικές συγκινήσεις
αλήθεια σύντροφε
πως να τις καταγράψω
λεπτομερώς χαρτί και μολύβι
με μουδιασμένα τα δάκτυλα
με μια καρδιά κομμάτια
χαλικάκια σε ευθεία παράταξη
και με τις αντιρρήσεις μου ανάσκελα
στο πάτωμα κενές περιεχομένου;
να δω με τι καρδιά θα πεις αύριο
πως τάχα το αύριο έφτασε;
κλάψε όσο θες για ό,τι έφυγε
και ας μην ένιωσες
ποτέ σου πως το είχες
ποιος είμαι άραγε και που μένω;
κακής μέρας αστεία φάρσα
να γνωρίζεις με βεβαιότητα
σε τι θερμοκρασία λιώνουν
τα παγόβουνα και καραδοκούν
πίσω από το υγρό παραπέτασμα
να προκαλέσουν ατύχημα
εδώ που βρεθήκαμε λαθρομετανάστες
να προχωράμε καταπάνω στο λάθος
με μόνη σιγουριά πως επειδή
δεν έχουμε άλλη λύση
πάλι λάθος θα κάνουμε
συμφορά της γενιάς μου
εκλιπαρώντας για τα μη χειρότερα

Αλέξανδρος Σχινάς, Το Άνθος

Αλέξανδρος+Σχινάς

Αυτό το άνθος δεν πρέπει νάτανε για μας
Εμείς κατηναλώσαμεν ολόκληρον τον χρόνον της ημέρας μας
Σε αφελείς και αδέξιες επιδόσεις.
Ατημέλητοι, με το χέρι στην τσέπη, περιπλανήθημεν
Ανά τους δρόμους και τας πλατείας αυτής της πόλεως.
Ιδανικά αδιάφοροι, εγκαταλείψαμε την προσοχή μας
Σε κάθε λογής επουσιώδεις περισπασμούς.
Σπαταλήσαμε απερίσκεπτα την περιουσία μας,
Αγοράζοντας και μασουλώντας συνεχώς
Στραγάλια και παστέλια και μαντζούνια!
Είναι, νομίζομεν, περιττό να τονισθή
Ότι απέσχομεν από κάθε σκέψη σχετικής με συστηματικάς δραστηριότητας-
Ή, πόσω μάλλον, με ιπποτικά κατορθώματα
Ή ιδανικούς έρωτες και τα παρόμοια.
Κυρίως ειπείν: απέσχομεν από πάσαν σκέψιν!
Αυτό το άνθος, επομένως, δεν πρέπει νάτανε για μας.
Γιατί, όταν περί το μεσονύκτιον, επιστρέφοντας,
Διερχόμεθα από εκείνον τον ημίφωτο δρομάκο,
Όταν, λέγω, πίσω από τα βαριά παραπετάσματα
Του υψηλοτέρου παραθύρου ενός παμπάλαιου μεγάρου
Πρόβαλε κείνο το αβρό παρθενικό χεράκι
Και μας το επέταξε τρέμοντας,
Εμείς, όλως ανέτοιμοι και αναρμόδιοι ως είμεθα,
Το αρπάξαμε μηχανικά στον αέρα
                       
Και το φάγαμε-
Το άνθος! Καταλαβαίνετε?
Το φάγαμε, το μασουλήσαμε και αυτό,
Με την ίδια ακριβώς ανευθυνότητα
Που όλη τη μέρα μασουλούσαμε
Στραγάλια και παστέλια και μαντζούνια!..
Ώ! ασφαλώς, ασφαλώς!
Αυτό το άνθος δεν πρέπει,
Δεν μπορεί να ήτανε για μας!..

*Από το “Με Κόκκινο φως / Αναφορά περιπτώσεων” (1966). Αναδημοσίευση από το http://monsieurcocosse.blogspot.gr/2014/05/blog-post_15.html

Αλέξης Τραϊανός, Πιλάτοι

11407284_841807885905871_8527497663767079074_n

Δεν είμαι παρά απ’ αυτό μόνο που έρχομαι

Κάθε μέρα υπάρχοντας σε κάτι το άλλο

Αυτό που δε θα γίνω ποτέ

Απ’ αυτό είναι που είμαι φτιαγμένος

Απ’ αυτό κι έναν τρόμο

Κι είναι

Σα να ‘χεις ταχυδρομηθεί στο διάστημα

Ένα φτωχό ανόητο μήνυμα

Σκουριασμένος ύπνος

Με τον προβολέα των θέλω

Που διαλύει τα μέταλλα

Γαντζώνει την αγωνία στο μυαλό

Μια πληγή δίπλα σου να την αγγίζεις

Ανάμεσα στα χόρτα και τα τροχοφόρα

Στο αλκοολικό δωμάτιο

Και τα φτηνά βγαλμένα εσώρουχα

Και να παίρνεσαι

Από μαγικά χαμένα ονόματα

Μες σ’ έναν ουρανό γεμάτο τζιν

Με τους αγγέλους του

Να μασουλάν αστέρια

Σύμπαν της κίτρινης σκονισμένης λάμπας

Τώρα που μου χορεύουν

Τώρα που μου φεύγουν

Ο κύριος Ίβνινγκ

Η Εσμεράλδα ο Κουασιμόδος

Τώρα π’ ανοίγουν

Οι τελευταίες καταπακτές

Βγάζοντας νάνους

Κι ηλίθιους κι ουδέτερους

Καθένας τους κι ένας Πιλάτος

Όλοι τους μαχαίρια

Σαπούνια κι αποσμητικά

Ενώ εγώ περπατώ και θυμάμαι

Παρακολουθώ πάντα

Απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο

Τον εαυτό μου

Δεν κοιμάμαι

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικο “Η λέξη”, τεύχος 4, Μάιος 1981.

Σπύρος Μαρούλης, Άτιτλο

xx

Μέσα μου
έχω αρνηθεί το λόγο μου
έχω κατηγορήσει την ευθύνη μου
έχω ακριβύνει τη συνέχειά μου
έχω σκαλίσει την εμφάνισή μου
έχω καθοδηγήσει το ασυνείδητό μου…
Δήλωση Ιουνίου!
Δεν υπάρχει κάτι άλλο
για να μάθω
αγαπητοί μου…

Fernando Pessoa, Γιατί επιθυμώ

10645058_903559653009677_6714018213199337564_n

Γιατί επιθυμώ
αυτά που δε χρειάζομαι;
Γιατί η ψυχή μου, σαν φωτιά
ή σαν μια φλογισμένη, αφηρημένη απληστία,
πάντα το υψηλό αναζητά;
Γιατί αν όχι επειδή
η ψυχή, ψυχή είναι;
Ποιος να την ξέρει την αιτία
όταν στα γενικά είναι σκορπισμένη
στους νόμους της κρυμμένη;
Αλλά δεν έχει σημασία.
αυτό που αληθινά με μαραζώνει
είναι η ένταση της σκέψης
που η μάταιη αναζήτηση μου φέρνει
αυτού που επιθυμώ αλλά δε βρίσκω.

*Μετάφραση: Σπύρος Ηλιόπουλος

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Της συνήθειας

diam-300x336

Ξέρω, τα κύματα μια μέρα αυτά τα βράχια
θα τα διαλύσουν, θα τα κάνουν όλα σκόνη

Μόχα, Παύλος Παυλίδης

 (Στον Γιάννη). 
 
Το είπε: Θέλω να την παντρευτώ. Κι από εκείνη την ημέρα, που ξεστόμισε αυτές τις τέσσερις τις γαμημένες λέξεις, έχει χάσει τον ύπνο του. Γιατί όταν μιλάει δυνατά, οι λέξεις του γίνονται πιο εφιαλτικές απ’ όσες λέξεις έχει σκεφτεί μέχρι ν’ ανοίξει το στόμα του και ν’ ακούσει τη φωνή του. Κι όταν κοιμάται, παραμιλάει στον ύπνο του, και τον ξυπνάει η φωνή του. Το είπε: Θέλω να την παντρευτώ. Και πήρε αυτές τις τέσσερις τις γαμημένες λέξεις του ο αέρας, έτσι όπως τις ξεστόμισε εκείνη την ημέρα, και τις σήκωσε και τον σήκωσε κι αυτόν μαζί και τον στροβίλισε και τον ζάλισε, κι ύστερα ήταν σαν μεθυσμένος. Γιατί αυτές τις τέσσερις τις λέξεις δεν τις είχε πει ποτέ και για καμία άλλη, μέχρι να τις πει για ’κείνη που τις είπε. Κι από εκείνη την ημέρα, που άνοιξε το στόμα του κι άκουσε τη φωνή του να λέει αυτές τις τέσσερις τις γαμημένες λέξεις, έχει χάσει τον ύπνο του. Γιατί το ξέρει, μέσα του το ξέρει, ότι αυτές τις λέξεις μόνο έτσι μπορεί να τις λέει πια, έτσι όπως τις είπε εκείνη την ημέρα, κι ότι ποτέ δεν θα το πάρει απόφαση, μέχρι που να πεθάνει, ποτέ δεν θα το πάρει απόφαση να τις αλλάξει και να το πει: Θέλω να σε παντρευτώ. Γιατί εκείνη τη στιγμή, που θέλει να της μιλήσει δυνατά, για να της πει: Θέλω να σε παντρευτώ, δεν ξέρει, μέσα του δεν το ξέρει, αν εκείνη θα του πει τις δυο γαμημένες λέξεις που αυτός θέλει ν’ ακούσει. Και φοβάται, σαν μικρό παιδί φοβάται, ότι θα τις πάρει κι εκείνες τις λέξεις του, τις αλλαγμένες, ο αέρας πάλι, έτσι όπως θα τις έχει πει, και θα τις σηκώσει και θα τον σηκώσει κι αυτόν μαζί και θα τον στροβιλίζει και θα τον ζαλίζει και θα τον ρίχνει πάλι και πάλι να τσακίζεται στους βράχους της συνήθειας, μέχρι που να πεθάνει.

*Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης (1968) είναι μεταξύ άλλων μεταφραστής και συγγραφέας. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Από τις εκδόσεις Ίνδικτος κυκλοφορεί το βιβλίο του Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων.

**Αναδημοσίευση από το http://www.oanagnostis.gr/tis-sinithias/

Μαρία Σερβάκη (1930-2015)

maria-servaki

Η ποιήτρια Μαρία Σερβάκη, αντισυμβατική και ιδιαιτέρως αγαπητή στους ομότεχνούς της, πέθανε την Πέμπτη, 18 Ιούνη 2015, σε ηλικία 85 χρόνων, στον οίκο ευγηρίας όπου φιλοξενείτο τα τελευταία χρόνια, και κηδεύτηκε την Παρασκευή, 19 Ιούνη 2015, στις 5 το απόγευμα, στο Νεκροταφείο Βύρωνα.

Γεννήθηκε στην Κρήτη το 1930. Σπούδασε Αρχαιολογία και Αγγλική Φιλολογία. Εργάστηκε ως ξεναγός και για πολλά χρόνια ως καθηγήτρια σε σχολεία της Ελλάδας και του Λιβάνου. Ήταν ενεργό μέλος και υποστηρίκτρια πολλών φιλοζωικών σωματείων.

Πρωτοπαρουσιάστηκε στα Γράμματα το 1954, δημοσιεύοντας ποιήματα στο περιοδικό «Αθηναϊκά Γράμματα», ενώ συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Λέξη» και την «Πάροδος».

Η ποίησή της υφολογικά παραπέμπει σε γνωστές ποιήτριες της εποχής, τη Μελισάνθη, τη Μυρτιώτισσα κ.ά. Το δημοτικό τραγούδι και η πολυφωνική ποίηση θα αφήσουν το στίγμα της στα ποιήματά της της δεκαετίας του ’70, ενώ από τη δεκαετία του ’80 στρέφεται στον σουρεαλισμό. Είναι η εποχή που ζει στην οδό Άγρας απέναντι από το σπίτι του Σεφέρη, δακτυλογραφεί και μοιράζει τα ποιήματά της χέρι με χέρι.

Η Μαρία Σερβάκη με την ιδιότυπη ποίησή της και την “υπέρλαμπρη στίλβη των στίχων της”, όπως χαρακτηριστικά έχει πει ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος, φαίνεται πως ακουμπά ιδιαιτέρως τους αισθητήρες των νέων κυρίως ποιητών.

Όμως, παρ’ ότι εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Περιπέτεια» (1956), «Ενδυτροβαράν» (1971), «Μυστράς» (1972), «Ο άλλος κήπος» (1983), «Περίπατος και σχόλια της Σέρκετ Μπαστ Ρα στους χώρους των ανθρώπων» (1992), «Αποσταθεροποιήσεις σε συχνότητες αντιεπιστημονικής φαντασίας» (1995), «Το φίδι – Μία Ιεροτελεστία» (1998), «Μήδεια» (2003), «Οδοιπόρος» (2014), πλην της τελευταίας, ελάχιστα ποιήματά της μπορεί να βρει κανείς στο εμπόριο ή το Διαδίκτυο.

Τώρα ετοιμάζεται συγκεντρωτική έκδοση της ποίησής της, η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει στο τέλος της χρονιάς.

Συλλυπητήρια για τον θάνατό της εξέφρασε η Εταιρεία Συγγραφέων, της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος.

c89282a1-7c58-47c4-a58c-4b7c3f0d0be8

Θα επιστρέψει.
Ο έρωτας αυτός
θα επιστρέψει
Που σ’ ερεθίζει πάντα με την άνοιξη.
Και προς το βράδι από το κύμα
Το βαρύτιμο πανί θ’ ανασηκώσει.
Τις φυλλωσιές της μακρινής της κόμης.
Τ’ ανύπαρχτά της πόδια
από το φεγγάρι διάτρητα.
Και θάρχονται για να λουστούν οι αγαπημένοι.
Το βλέμμα της εκείνη στολισμένη κατά το
Πέλαγος
θα στρέφει
τα πουλιά.

*Από το http://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Parodos/6/3.html

Άλλο νόμιζα εγώ πως ήταν πολιτισμός: Τι είναι Ευρώπη.

ΒlackΜediterraneanPirate's avatarΣχολιαστές Χωρίς Σύνορα COMMENTATORS WITHOUT FRONTIERS Comentadores SIN FRONTERAS

http://wp.me/pPn6Y-lM2

Sofia Lampiki

*Η Σοφία Λαμπίκη είναι Καθηγήτρια σε Σχολείο. Χαίρομαι που άνθρωποι με το υψηλό αυτό επίπεδο διδάσκουν τις νεότερες γενιές. Αυτό με κάνει να χαμογελώ & να νιώθω πως υπάρχει ακόμη Ελπίδα σ΄αυτό τον τόπο & σ΄αυτό τον Κόσμο. ΒΜΡ

Από τη σελίδα της εξαιρετικής Σοφίας Λαμπίκη στο Facebook, που διδάσκει Αληθινή Σοφία> γκούγκλαρε: Sofia Lampiki-Facebook & θα την πετύχεις) >

Είχα κάποτε κάτι “αριστερούς” φίλους που μου έλεγαν ότι η ΕΟΚ θα μας κάνει καλό, θα μας εκπολιτίσει,θα μας κάνει ανθρώπους πολιτισμένους.
Πάντα είχα απορία τί είναι πολιτισμένος.

View original post 354 more words